Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1160 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δυσφήμηση συκοφαντική. Περίληψη: Συκοφαντική δυσφήμηση. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απόλυτη ακυρότητα δεν δημιουργεί η μη λήψη υπόψη εγγράφων που δεν αναγνώστηκαν, εφόσον ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, δεν ζήτησε την ανάγνωσή τους. Αριθμός 1160/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ταπόγλου, περί αναιρέσεως της 231/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαρτίου 2007 αίτησή της καθώς και στους από 15 Νοεμβρίου 2007 προσθέτους λόγους αυτής, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 451/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 362 του Π.Κ, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ, "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Και κατά το άρθρο 361 ίδιου Κώδικα (εξύβριση) "όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο, ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειάς του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή στο παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Εξ' άλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενομένων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικά, όμως, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικώς με το δόλο, να εκτίθενται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου για το λόγο, ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα, που γενικώς κατ' είδος αναφέρει και συγκεκριμένα από την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εγκαλών, ως νόμιμος κομιστής από οπισθογράφηση, μεταξύ άλλων, τεσσάρων συναλλαγματικών, για ποσό 210.000 δραχμών η κάθε μία, που είχε εκδώσει η Γ1 και είχε αποδεχτεί η κατηγορουμένη, με ημερομηνίες λήξεως 18/1/96, 18/2/96, 18/3/96 και 18/4/96, ζήτησε με αίτηση του και εκδόθηκε από το Δικαστή του Ειρηνοδικείου Αθηνών η 17918/96 διαταγή πληρωμής, με βάση την οποία επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της κατηγορουμένης. Η κατηγορουμένη, με την από 26/3/01 ανακοπή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μεγάρων, πρόσβαλε την επισπευθείσα σε βάρος της κατά τα παραπάνω αναγκαστική εκτέλεση. Με την επίμαχη ανακοπή της, η κατηγορουμένη ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, για τον εγκαλούντα, ότι το κεφάλαιο της επίδικης διαταγής πληρωμής αποτελεί προϊόν τοκογλυφίας, διότι αφορά παράνομους τοκογλυφικούς τόκους, τους οποίους της επέβαλε ο εγκαλών και η Γ1 (συνεργάτες και συνέταιροι σε πλήθος τοκογλυφικές πράξεις και δραστηριότητες), ότι οι επίδικες συναλλαγματικές, αλλά και η έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής είναι αποτέλεσμα απάτης του εγκαλούντος, καθόσον αυτός δεν ήταν καν νόμιμος κομιστής των εν λόγω συναλλαγματικών, καθώς και ότι οι καθών, μεταξύ των οποίων και ο εγκαλών, εμφανίζονται συνεργάτες στην όλη αυτή επιχείρηση σε βάρος της (σύσταση συμμορίας). Αναφορικά, με όσα κατά τα παραπάνω ισχυρίστηκε η κατηγορουμένη για τον εγκαλούντα, αποδεικνύεται, ότι ο εγκαλών ουδέποτε είχε οποιαδήποτε οικονομική συναλλαγή με την κατηγορουμένη και ιδίως με τη μορφή του τοκογλυφικού δανείου. Μάλιστα, η κατηγορουμένη, στην επίμαχη ανακοπή της, δεν προσδιορίζει με ποιον συνήψε σύμβαση δανείου, για πιο ποσό, για πόση χρονική διάρκεια, με πιο ποσοστό τόκου, ώστε να κριθεί στοιχειωδώς, εάν ο ισχυρισμός της στοιχειοθετεί περίπτωση τοκογλυφικού δανείου. Η εν λόγω ανακοπή της απορρίφθηκε, με την 26/01 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μεγάρων, με την παραδοχή, αναφορικά με τον ισχυρισμό περί τοκογλυφίας, ότι είναι αναληθής, χωρίς να αποδεικνύεται η άσκηση ενδίκου μέσου κατ' αυτής έκτοτε. Επίσης, με την 485/97 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε η ανακοπή, που είχε ασκήσει η κατηγορουμένη κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής, αναφορικά με το λόγο περί τοκογλυφίας, ως αόριστη, ενώ η έφεση που άσκησε κατά της εν λόγω απόφασης απορρίφθηκε με την 8164/98 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύεται, ότι η κατηγορουμένη είχε λάβει κάποιο έντοκο δάνειο από την Γ1, το ακριβές ύψος του οποίου δεν προέκυψε και, χάριν εξοφλήσεώς του, αποδέχτηκε συναλλαγματικές, μεταξύ των οποίων και τις επίδικες, τις οποίες μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον εγκαλούντα Ο τελευταίος, που ήταν πλέον νόμιμος κομιστής τους, όταν αυτές δεν πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους, προέβη στην έκδοση της παραπάνω διαταγής πληρωμής, κατά τα, προαναφερθέντα. Πρέπει, να σημειωθεί, ότι η Γ1 αθωώθηκε αμετάκλητα, με την 7509/01 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για πλημμελήματα, για την αξιόποινη πράξη της τοκογλυφίας, αναφορικά με το επίμαχο δάνειο προς την κατηγορουμένη, με την παραδοχή ότι υπάρχουν αμφιβολίες για το αν η συμφωνία και λήψη τόκων υπερέβη το θεμιτό ποσοστό τόκου, ενώ δεν αποδεικνύεται η άσκηση ποινικής διώξεως κατά του εγκαλούντος για τοκογλυφία, σχετική με τις επίμαχες συναλλαγματικές. Επίσης, το Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το 884/99 βούλευμα του, αποφάνθηκε, να μη γίνει κατηγορία κατά του ήδη εγκαλούντος, μεταξύ άλλων και για την πράξη της απάτης, αναφορικά με την εμφάνιση του ως νόμιμου κομιστή μιας άλλης από τις συναλλαγματικές, που κατά τα παραπάνω η .Γ1 είχε μεταβιβάσει στον εγκαλούντα, ενώ, με την 42753/7.5.01 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αυτός αθωώθηκε, για την αξιόποινη πράξη της απάτης, αναφορικά με την εμφάνιση του ως νόμιμου κομιστή των λοιπών συναλλαγματικών, που κατά τα παραπάνω του είχε μεταβιβάσει η Γ1, στην τελευταία δε αυτή δίκη ήταν παρούσα και είχε εξεταστεί, ως μάρτυρας η ήδη κατηγορουμένη. Ανεξάρτητα από τις οικονομικές συναλλαγές μεταξύ της κατηγορουμένης και της Γ1, με βάση τα ήδη αναφερθέντα, αποδεικνύεται, ότι όσα κατά τα παραπάνω ισχυρίστηκε η κατηγορουμένη για τον εγκαλούντα, ήσαν ψευδή και εκείνη γνώριζε, ότι αυτά ήσαν ψευδή, ιδίως ενόψει του ότι η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε οικονομική συναλλαγή με τον εγκαλούντα και, επομένως, γνώριζε, ότι αυτός δεν της επέβαλε παράνομους και τοκογλυφικούς τόκους. Επίσης, γνώριζε, ότι ο εγκαλών δεν είχε διαπράξει σε βάρος της το αδίκημα της απάτης, αναφορικά με την εμφάνιση του, ως νόμιμου κομιστή των επίμαχων συναλλαγματικών, ενόψει ιδίως του ότι ήδη από το 1999 επί σχετικής μηνύσεως της, είχε εκδοθεί το ως άνω απαλλακτικό 884/99 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Επίσης, είχαν εκδοθεί οι τελεσίδικες 5321 και 5322/11.5.2000 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, επί ανακοπών της κατά των προηγούμενων 10536 και 10674/96 διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχαν εκδοθεί σε βάρος της, με βάση τις λοιπές ως άνω συναλλαγματικές, τις οποίες είχε μεταβιβάσει στον εγκαλούντα με οπισθογράφηση η Γ1, οι οποίες δέχτηκαν, ότι ο εγκαλών ήταν νόμίμος κομιστής αυτών και των οποίων, βουλεύματος και αποφάσεων, εκείνη είχε γνώση, ως μηνύτρια και ανακόπτουσα, αντίστοιχα. Οι εν λόγω ισχυρισμοί της, που διαδόθηκαν στους τρίτους, οι οποίοι έλαβαν γνώση του περιεχομένου της ανακοπής της (Ειρηνοδίκης και Γραμματέας), μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος και η ίδια προέβη, με τη θέλησή της, στην κατά τα παραπάνω διάδοσή τους, γνωρίζοντας, ότι μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος. Επομένως, στοιχειοθετείται, κατά τα υποκειμενικά και αντικειμενικά της στοιχεία, η αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης σε βάρος του εγκαλούντος, που της αποδίδεται, για την οποία πρέπει, να κηρυχτεί ένοχη. Ο αυτοτελής ισχυρισμός της κατηγορουμένης, ότι για την ένδικη υπόθεση υπάρχει δεδικασμένο από την αμετάκλητη 44329/03 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αθωώθηκε, μεταξύ άλλων και για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος του εγκαλούντος, πρέπει, ν' απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι δεν υπάρχει ταυτότητα πράξεων μεταξύ των δύο δικών, δηλαδή ταυτότητα ιστορικών γεγονότων, κατά τόπο και χρόνο τέλεσης (άρθρο 57 ΚΠΔ). Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την ως άνω απόφαση, η κατηγορουμένη αθωώθηκε για πράξη συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος του εγκαλούντος, που φέρεται, ότι έλαβε χώρα, στις 26/5/97, με την υποβολή μηνύσεως της κατά του εγκαλούντος, με την οποία είχε ισχυριστεί, ότι ο ήδη εγκαλών γνώριζε την κατάρτιση του τοκογλυφικού δανείου και ότι πέντε από τις συναλλαγματικές, που κατά τα παραπάνω είχαν εκδοθεί, ήταν πλαστές και παρά ταύτα επεδίωξε και πέτυχε την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος της, με βάση τις εν λόγω πλαστές συναλλαγματικές". Στη συνέχεια το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, κήρυξε την αναιρεσείουσα, ένοχη και την καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης οκτώ
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.