← Ελλάδα

ΑΠ 1162/2010 — Επανάληψη διαδικασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1162 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Αίτηση επαναλήψεως ποινικής διαδικασίας με την επίκληση ότι η αιτούσα είναι αθώα για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης για την οποία καταδικάστηκε αμετακλήτως. Έννοια νέων γεγονότων ή αποδείξεων. Δεν συνιστούν λόγο επαναλήψεως διαδικασίας γεγονότα ή αποδείξεις που ήταν γνωστά στον αιτούντα, αλλά δεν τα πρόβαλε. Απορρίπτεται η αίτηση επαναλήψεως, γιατί οι ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίστηκαν ως νέες αποδείξεις, δεν κάνουν φανερό ότι η αιτούσα είναι αθώα. Αριθμός 1162/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αιτούσας Χ συζ.Ζ, κατοίκου ..., η οποία παρέστη στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μόσχο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 998/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αιτούσα ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1354/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη, με αριθμό 134/14-4-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι. Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1 + 4, 138 παρ. 2β, 525 παρ. 1, 527 παρ. 1 + 3, 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 22-9-2009 αίτηση της Χ συζ. Ζ, κατοίκου ..., υποβληθείσα (δυνάμει της από 3-8-2009 εξουσιοδοτήσεως) από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μόσχο, περί επαναλήψεως υπέρ αυτής της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ'αρ. 998/2009 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία κατεδικάσθη για συκοφαντική δυσφήμηση (αρ. 363-362 Π.Κ.) σε ποινή φυλακίσεως 3 μηνών με 3ετή αναστολή, και εκθέτω τ'ακόλουθα: ΙΙ) Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2η του Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, ως νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες που δεν υποβλήθηκαν έστω κι αν προϋπήρχαν, στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και για τον λόγο αυτόν ήταν άγνωστες στους δικαστές που τον δίκασαν κατ'εκείνο τον χρόνο, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το εκλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο από την έρευνα των πρακτικών της προαναφερόμενης δίκης και από τα έγγραφα της σχετικής ποινικής δικογραφίας. Τέτοιες νέες, αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, καταθέσεις παλαιών μαρτύρων με τις οποίες ανακαλούνται ή τροποποιούνται ή συμπληρώνονται οι προηγούμενες καταθέσεις τους, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί ήδη στο εκδώσαν την καταδικαστική απόφαση δικαστήριο καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε (Α.Π. 1708/2004 σε Συμβ. Π.Χρ. ΝΕ/698, Α.Π. 1612/2002 σε Συμβ. Π.Χρ. ΝΓ/597, Θ. Δαλακούρα "Επανάληψη της διαδικασίας" σελ. 177 επ.). Αντιθέτως δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση και τα οποία ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ'εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, καθ'όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ'έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 137/2004 σε Συμβ. Π.Χρ. ΝΔ/1070, Α.Π. 557/2002 σε Συμβ. Π.Χρ. ΝΓ/37, Θ. Δαλακούρα "Επανάληψη της διαδικασίας" σελ. 233-234). Εξ άλλου κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 527 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή την σύζυγό του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δευτέρου βαθμού ή από τον συνήγορό του που παρέστη στην συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η αμετακλήτως περατώσασα την διαδικασία καταδικαστική απόφαση ή από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον κατεδίκασε. Όπως δε αναφέρεται στην επί του αντίστοιχου άρθρου 427 του Σχεδίου Κ.Π.Δ. του έτους 1934 αιτιολογική έκθεση, είναι το δικαίωμα εκάστου εκ των αναφερόμενων στην ως άνω διάταξη προσώπων και αυτοτελές και δεν αναιρείται ούτε από την αντίθετη δήλωση του καταδικασμένου (Μπουροπούλου Ερμ. Κ.Π.Δ. τομ. Β σελ. 318). Επιπροσθέτως, μπορεί να ασκηθεί η πιο πάνω αίτηση σύμφωνα με την κρατούσα θεωρία και την νομολογία άποψη, και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του δικαιούχου που έχει ειδική εντολή τούτου, κατ'ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 465 παρ. 2 ΚΠΔ (Α.Π. 428/1993 σε Συμβ. Π.Χρ. ΜΓ/266, ΑΠ 117/1982 σε Συμβ. Π.Χρ. ΛΒ/799, Θ. Δαλακούρα, "Επανάληψη της διαδικασίας" σελ. 337, Ζησιάδη Ποιν.Δικον. Τομ. Β/384). Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 527 ΚΠΔ η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη, υποβάλλεται δε στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από Πλημμελειοδικείο και στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση. Ο Εισαγγελέας στον οποίο παραδόθηκε η αίτηση οφείλει σε ένα μήνα να ελέγξει με κάθε αποδεικτικό μέσο την βασιμότητά της, είτε ο ίδιος είτε μέσω κάποιου ανακριτή ή εισαγγελέα και κατόπιν την εισάγει στο αρμόδιο κατά το άρθρο 528 του ίδιου Κώδικα Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο, όπου υπηρετεί. Τέλος, αρμόδιο (αρ. 528 παρ. 1 ΚΠΔ) να αποφασίσει για την αίτηση της επαναλήψεως της διαδικασίας είναι, κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 3 του άρ. 527, το Συμβούλιο Εφετών ή Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Το Συμβούλιο μπορεί να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αιτήσεως. Αν δεχθεί την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση και αν κρίνει ότι η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με το ανώτερο από αυτά που δίκασαν αρχικά την υπόθεση. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις δεν είναι όσες ερευνήθηκαν ευθέως ή εμμέσως από τους δικάσαντες δικαστές και απερρίφθησαν, έστω και με εσφαλμένη εκτίμηση ή δεν άσκησαν επιρροή στον σχηματισμό δικαστικής κρίσεως. Λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας δεν θεμελιώνουν παραλείψεις ή πλημμέλειες του Δικαστηρίου, όπως η μη λήψη υπόψη προταθέντων πραγματικών περιστατικών, η μη απάντηση σε ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, η απόρριψη αιτημάτων του για ευρύτερη έρευνα και για χρήση και άλλων αποδεικτικών μέσων (Συμβ. ΑΠ 964/2006 Π.Δ/σύνη σελ. 1347). IV) Στην υπό κρίση περίπτωση η αιτούσα κατεδικάσθη αμετάκλητα με την υπ'αρ. 998/6-2-2009 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών σε φυλάκιση 3 μηνών με 3ετή αναστολή για συκοφαντική δυσφήμηση (αρ. 363-362 ΠΚ) η οποία συνίσταται εις το ότι: Στην ... στις 18-1-2003 ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για κάποιο άλλο ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του εν γνώσει της ότι τα γεγονότα αυτά ήταν ψευδή και ειδικότερα μετέβη στην επί της οδού ... οικία της εγκαλούσας Ξ και φωνασκούσε σε επήκοο των γειτόνων της τελευταίας συκοφάντησε αυτήν με τις εξής φράσεις "Μην κρύβεσαι μέσα στο σπίτι", "Δεν βγαίνεις έξω γιατί δεν έχεις το θάρρος να με αντιμετωπίσεις", "Είσαι κλέφτρα και δεν ντρέπεσαι", "Δεν πρόκειται να φύγω από εδώ μέχρι το βράδυ και θα τα φωνάζω όλα για να τα ακούει ο κόσμος", "'Επεσες σ'αυτό το ευτελές επίπεδο και δεν του δίνεις τα πράγματα που σου έχει αγοράσει με τα λεπτά του πατέρα του", "Τέτοια είσαι που του έκλεψες τα πράγματα", "Τόσα χρόνια του έτρωγες τα λεπτά του", "Του κρατάς τα κουστούμια του και τον υπολογιστή του", "Τον εκμεταλλευόσαστε τόσα χρόνια", "Σου έδινε λεπτά χρόνια ο ... και ζούσες καλά", γεγονότα που ήταν ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας η δε κατηγορουμένη προέβη στους ισχυρισμούς αυτούς παρόλο που γνώριζε την αναλήθειά τους". Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι ο υιός της αιτούσας Φ είχε συνάψει μνηστεία με την Ξ και διέμεναν στην οικία της τελευταίας επί της οδού .... Περί το τέλος του 2002 διελύθη η μνηστεία λόγω προβλημάτων που ανεφύησαν στην σχέση τους, όταν δε ο Φαπεχώρησε από την οικία δεν παρέλαβε όλα τα κινητά πράγματα που του ανήκαν, γι'αυτό έπειτα από συνεννόηση μεταξύ τους ο Φ μετέβη την 4-1-2003 για να παραλάβει τα πράγματά του χωρίς όμως να παραλάβει τίποτα επειδή η Ξ είχε αντιρρήσεις ως προς τα έπιπλα. Τελικά έπειτα από νέα συνεννόηση ο Φ μετέβη για να παραλάβει τα πράγματά του την 18-1-2003 η δε Ξ του παρέδωσε αυτά που αναφέρονται στο σχετικό πρακτικό, είχε όμως αντιρρήσεις ως προς την κυριότητα κάποιων επίπλων τα οποία και δεν παρέδωσε. Τελικά η διαφορά ως προς την απόδοση των πραγμάτων επελύθη από το πολιτικό δικαστήριο και συγκεκριμένα το Εφετείο Αθηνών με την υπ'αρ. 7434/2007 απόφασή του έπειτα από εφέσεις που είχαν ασκήσει κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως αμφότεροι οι διάδικοι (τέως μνηστευμένοι) το οποίο εξαφάνισε την πρωτόδικο, εδέχθη εν μέρει την αγωγή του Φ και υποχρέωσε την αντίδικό του να του αποδώσει τα αναφερόμενα σ'αυτήν κινητά ενώ κατά το απορριπτικό μέρος έκρινε ότι τα αφορώντα αυτό κινητά που αναφέρονται στο σκεπτικό ανήκαν στην Ξ και με την υπ'αρ. 1952/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου απερρίφθη η αναίρεση της τελευταίας. Κατά την 18-1-2003 ημέρα παραλαβής των πραγμάτων του Φ μετέβη έξωθι της οικίας της Ξ η αιτούσα, μητέρα του τέως μνηστήρα της, λόγω επεισοδίου η Ξ εκάλεσε την αστυνομία ακολούθησαν δε εκατέρωθεν μηνύσεις και βάσει της εγκλήσεως της Ξ η αιτούσα Χ κατεδικάσθη για την προαναφερθείσα πράξη. Εις την αντίθετο έγκληση κατηγορούμενοι ήταν η Ξ και οι μάρτυρες που είχαν εξετασθεί υπέρ αυτής Ε1, Ε2, Ξ2, οι δε πράξεις που τους απεδόθησαν ήταν της ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας, συκοφαντικής δυσφημήσεως, ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία κατά συρροή, υπεξαίρεση. Επί της τελευταίας αυτής υποθέσεως εξεδόθη η υπ'αρ. 64272/13-10-09 απόφαση του Θ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (ήτοι μεταγενεστέρως της καταδίκης της αιτούσας) με την οποία η πράξη της υπεξαιρέσεως εχαρακτηρίσθη ως υφαίρεση και έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω εκπροθέσμου υποβολής της εγκλήσεως (ήτοι μετά από 7 μήνες) και απηλλάγησαν άπαντες των κατηγοριών (βλ. απόφαση). V) Ήδη η αιτούσα προς στήριξη των ισχυρισμών της προσκομίζει και επικαλείται την υπ'αρ. 1403/2009 ένορκη βεβαίωση (με α.α. προσκομισθέντος σχετικού 23) που έδωσε η Δ ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Δημ. Ανδριανοπούλου, β) την υπ'αρ. 1952/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου έπειτα από αναίρεση κατά της υπ'αρ. 7424/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (Πολ.Τμήμα, ως αναλυτικώς εξετέθη στην προηγουμένη παράγραφο IV) Η ανωτέρω μάρτυς Δ υποστηρίζει στην ένορκο βεβαίωση ότι γνωρίζει την αιτούσα και τον υιό της Φ οικογενειακώς από ετών, εξηγεί τους λόγους για τους οποίους κατά την ημέρα του συμβάντος 18-1-2003 ευρέθη σε παρακείμενο της οδού ... οικόπεδο για να το μετρήσει για πιθανή εκμετάλλευση επειδή ο πατέρας της είναι πολιτικός μηχανικός και κατασκευάζει κατοικίες, είδε στον χώρο εκείνο την αιτούσα η οποία της εξήγησε πως ο λόγος της παρουσίας της ήταν να ερωτήσει την αντίδικό της γιατί δεν παρέδωσε όλα τα πράγματα ως ώφειλε, επειδή ήθελε να είναι διακριτική επέστρεψε στο οικόπεδο που καταμετρούσε. Κατά το διάστημα που συνέβαιναν τα περιστατικά δεν υπήρχε άλλος στην περιοχή. Είδε την αιτούσα να κάθεται στο αυτοκίνητό της και να καταφθάνει ένα περιπολικό, κάτι που της προξένησε εντύπωση. Αναφέρει ότι στο σύντομο διάστημα που συνέβησαν τα παραπάνω δεν παρετήρησε φωνές ούτε φασαρία που να δηλώνει ότι κάποιου είδους καβγάς ήταν σε εξέλιξη. Η ίδια δεν κατέστη εφικτό να παραστεί ως μάρτυρας στο δικαστήριο λόγω οικογενειακών προβλημάτων (θάνατος της μητέρας της από καρκίνο, και πολυετής μάχη με τον καρκίνο του αδελφού της που τελικώς απεβίωσε πρόσφατα). Η ένορκη βεβαίωση όμως της ανωτέρω μάρτυρος δεν είναι ικανή, κατά την ημέτερη άποψη, να θεωρηθεί ότι καθιστά φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι η καταδικασθείσα είναι αθώα ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που έγινε δεκτό ότι τέλεσε ενόψει: α) των καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν στην έγκληση της Ξ κατά της αιτούσας, β) της υπ'αρ. 64272/13-10-2009 αποφάσεως του Θ. Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία απηλλάγησαν η Ξ κ.λ.π. ως ήδη εξετέθη στην παρ. IV, στο σκεπτικό της οποίας γίνεται αναφορά ότι όσα αναφέρονται στην έγκληση της Ξ και αφορούν την συκοφαντική δυσφήμηση είναι αληθή. Περαιτέρω η υπ'αρ. 7434/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Πολ.Τμήμα) και η υπ'αρ. 1952/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου δεν αφορά το γεγονός της συκοφαντικής δυσφημήσεως και συνεπώς δεν μπορούν να θεωρηθούν ως νέο στοιχείο που να καθιστά φανερό ότι η αιτούσα είναι αθώα. Θα πρέπει επίσης να παρατηρηθεί ότι η υπό κρίση αίτηση κατά τα λοιπά σημεία της συνιστά κρίση, αξιολόγηση, αντίκρουση, συσχετισμό καταθέσεων μαρτύρων για γεγονότα που δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση και τα οποία ερευνήθηκαν είτε αμέσως είτε εμμέσως για τον σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως, επιδιώκεται δε ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές, αλλά αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο επαναλήψεως διαδικασίας (Α.Π. 137/2004 σε Συμβ. Π.Χρ. ΝΔ/1070, Α.Π. 557/2002 σε Συμβ. Π.Χρ. ΝΓ/37) επειδή αυτή δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ'έκτακτη διαδικασία. Τέλος επί της αιτήματος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση της αιτούσας ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, τούτο είναι υποχρεωτικό βάσει της διατάξεως του αρ. 528 παρ. 1 ΚΠΔ και παρείλκε η υποβολή του. Κατά συνέπεια θα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αιτούσας. VII) Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω α) Να απορριφθεί, κατόπιν ακροάσεως της αιτούσας, η από 22-9-2009 αίτησή της για επανάληψη υπέρ αυτής της ποινικής διαδικασίας υπέρ αυτής της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ'αρ. 998/2009 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών με την οποία κατεδικάσθη σε ποινή φυλακίσεως 3 μηνών με 3ετή αναστολή για συκοφαντική δυσφήμηση. β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αιτούσας. Αθήνα 30 Μαρτίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης " Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πράκτικά.. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ.1 περίπ. 2 ΚΠοινΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Τα νέα ως άνω γεγονότα ή αποδείξεις πρέπει να ήταν άγνωστα και στον αιτούντα, ώστε να μη μπορεί να τα προβάλει, γιατί αν ήταν γνωστά σ' αυτόν έπρεπε να έχουν προβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας και η μη προβολή τους δεν θεμελιώνει λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας. Εξάλλου σύμφωνα με τα άρθρα 528 §1 εδ.α' και 527 §3 του ΚΠΔ, αρμόδιο ν' αποφασίσει επί της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση, η αιτούσα επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ' αριθμ. 998/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία την καταδίκασε για συκοφαντική δυσφήμιση σε ποινή φυλακίσεως τριών

(3)μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν. Ως λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς της, στηρίζεται στο άρθρο 525 §1 περίπτ. 2 του ΚΠΔ, προβάλλει με την αίτηση ότι μετά την οριστική καταδίκη της προέκυψαν νέες αποδείξεις και συγκεκριμένα δόθηκαν δύο ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες αν ήταν γνωστές στο Δικαστήριο, αυτό θα οδηγείτο στην αθώωση της αιτούσης. Επίσης επικαλείται ότι στην ίδια κρίση θα κατέληγε το Δικαστήριο, αν λάμβανε υπόψη του δύο αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων και συγκεκριμένα την υπ' αριθμ. 7434/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του γιου της αιτούσης κατά της εγκαλούσης για απόδοση κινητών πραγμάτων και την υπ' αριθμ. 1952/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναιρέσεως της εγκαλούσης. Όμως δεν επικαλείται η αιτούσα ότι οι ανωτέρω πολιτικές αποφάσεις ήταν άγνωστες σ' αυτήν και έτσι δεν μπορούσε να τις προβάλει στο Δικαστήριο και επομένως δεν θεμελιώνεται εξ αυτού λόγος επαναλήψεως της διαδικασίας. Συνεπώς η αίτηση είναι νόμιμη μόνο κατά το μέρος που αφορά στις δύο ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν μετά την έκδοση της αμετάκλητης απόφασης του Εφετείου και πρέπει κατά τούτο να εξεταστεί στην ουσία. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι με την υπ' αριθμ. 998/2009 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών η κατηγορουμένη και ήδη αιτούσα κηρύχθηκε ένοχη του ότι: "Στη ... στις 18-1-2003 ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλο ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του, εν γνώσει της ότι αυτά τα γεγονότα ήταν ψευδή και ειδικότερα μετέβη στην επί της οδού ... οικία της εγκαλούσας Ξ και φωνασκούσα σε επήκοο των γειτόνων της τελευταίας συκοφάντησε αυτήν με τις εξής φράσεις: "Μην κρύβεσαι μέσα στο σπίτι", "Δεν βγαίνεις έξω γιατί δεν έχεις το θάρρος να με αντιμετωπίσεις", "Είσαι κλέφτρα και δεν ντρέπεσαι", "Δεν πρόκειται να φύγω από εδώ μέχρι το βράδυ και θα τα φωνάζω όλα για να τα ακούει ο κόσμος", "Έπεσες σ' αυτό το ευτελές επίπεδο και δεν του δίνεις τα πράγματα που σου έχει αγοράσει με τα λεπτά του πατέρα του", "Τέτοια είσαι που του έκλεψες τα πράγματα", "Τόσα χρόνια του έτρωγες τα λεπτά του", "Του κρατάς τα κοστούμια του και τον υπολογιστή του", "Τον εκμεταλλευόσαστε τόσα χρόνια", "Σου έδινε λεπτά τόσα χρόνια ο ... και ζούσες καλά", γεγονότα που ήταν ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, η δε κατηγορουμένη προέβη στους ισχυρισμούς αυτούς παρόλο που γνώριζε την αναλήθειά τους". Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση, εξετάστηκαν ως μάρτυρες η εγκαλούσα Ξ, η Ε2, ο Ε1, η Ξ1, η ..., ο Π και ο σύζυγος της κατηγορουμένης Ζ. Οι πέντε πρώτοι μάρτυρες επιβεβαιώνουν τα όσα δέχθηκε στο διατακτικό της η απόφαση, ενώ οι δύο τελευταίοι, οι οποίοι, όπως κατέθεσαν, δεν ήταν παρόντες, εκφράζουν την πεποίθησή τους ότι δεν έλαβαν χώρα τα ανωτέρα. Ήδη ο γιος της αιτούσας Φ στην υπ' αριθμ. 1399/14-9-2009 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Δήμητρας Ανδριανοπούλου κατέθεσε τα εξής: ""Στις 18-1-2003, στο σπίτι της αντιδίκου Ξ που βρίσκεται στην ... και επί της οδού ... και περί ώρα 09:00π.μ. είχα μεταβεί με φορτηγό προκειμένου να παραλάβω τα κινητά πράγματα μου από την οικία της μαζί με τον δικηγόρο μου Αναστάσιο Φωτόπουλο, όπως είχα συμφώνησει με την αντίδικο και τον δικηγόρο της κύριο .... Οι δύο δικηγόροι ήταν παρόντες προκειμένου να εξασφαλίσουν τη νομιμότητα της όλης διαδικασίας και να διαφυλάξουν την έννομη τάξη. Στο διάστημα της μετακόμισης των όποιων κινητών πραγμάτων μου αποδόθηκαν εκείνη την ημέρα και για τα οποία συνάχθηκε ιδιωτικό συμφωνητικό που υπογράφηκε από τους δύο αντιδίκους και τους δύο παριστάμενους δικηγόρους, δεν υπήρξε κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα. Σημειώνω ότι στο διάστημα της μετακόμισης που ελάμβανε χώρα στο γκαράζ της οικίας της αντιδίκου παρόντες ήταν, εκτός από τους μεταφορείς, οι δύο δικηγόροι, η αντίδικος και εγώ. Δεν παρουσιάστηκε παρουσία μου στον ως άνω χώρο κανένας άλλος από τους φερόμενους ως μάρτυρες της αντιδίκου. Η αναφορά που γίνεται από μάρτυρες της αντιδίκου σε κάποια έγγραφα της δικογραφίας ότι ήρθε, τάχα και η μητέρα μου μαζί μου, από τις 09:00π.μ. μέχρι τις 12:00μμ που αναχώρησε το φορτηγό της μεταφορικής εταιρείας με όποια πράγματα μου αποδόθηκαν και ότι αυτή (η μητέρα μου) απηύθυνε μεγαλοφώνως και ενώ συνομιλούσε με τον Αναπλ. Καθηγητή Π, φίλο μου, έξωθεν της οικίας της αντιδίκου και ενώ η αντίδικος ήταν μέσα στο σπίτι (στο χώρο του γκαράζ όπου ελάμβανε χώρα η παράδοση-παραλαβή) διάφορες εκφράσεις όπως: "κλέφτρα, εκμεταλλευτές, κλπ." δεν είναι αληθής. Τόσο ο Καθηγητής Π και Χ) βρίσκονταν καθ' όλη τη διάρκεια της μετακόμισης στην καφετέρια του σούπερ μάρκετ ... επί της Εθνικής Οδού .... Εξάλλου υπήρχε απαίτηση της αντιδίκου προς εμένα να μην παραβρεθεί κανένας από τον οικογενειακό και φιλικό μου περιβάλλον κατά τη διάρκεια της μετακόμισης στο χώρο όπου αυτή θα πραγματοποιείτο. Την απαίτηση αυτή της αντιδίκου τήρησα. Σε περίπτωση που δεν τηρούνταν αυτή η απαίτηση δεν θα ελάμβανε χώρα η μετακόμιση. Επίσης σημειώνω ότι τα παραπάνω υποθετικά γεγονότα που αναφέρουν μάρτυρες της αντιδίκου, συνέβησαν παρουσία των δύο δικηγόρων των δύο πλευρών που ήταν επιφορτισμένοι για την τήρηση της νόμιμης τάξης και της εξασφάλισης της ομαλής διεξαγωγής της διαδικασίας, κ. Φωτόπουλου (από την πλευρά μου) και κ. ... (από την πλευρά της αντιδίκου). Ακόμα και με δεδομένο το ότι δεν παρέλαβα το σύνολο των πραγμάτων που ανήκαν σε εμένα-όπως καταγράφηκε στο ιδιωτικό συμφωνητικό που συντάχθηκε με το πέρας της μετακόμισης και τα οποία μου αποδόθηκαν μεταγενέστερα με αποφάσεις του Πρωτοδικείου, του Εφετείου αλλά και του Αρείου Πάγου (στον οποίο προσέφυγε η αντίδικος) μετά από μακρόχρονες δικαστικές διαδικασίες αποδεικνύεται ότι εάν η μητέρα μου ήθελε να διαμαρτυρηθεί για τη μη απόδοσή τους θα το έκανε το πρωί μεταξύ 9.00 και 12.00 και ενώ η μετακόμιση ήταν σε εξέλιξη, αφού φέρεται από μάρτυρες της αντιδίκου ότι ήταν παρούσα. Δεν υπάρχει λογική εξήγηση για κάποιον που είναι παρών στην όλη διαδικασία να μην διαμαρτυρηθεί εκείνη τη στιγμή αλλά να διαμαρτυρηθεί μετά δύο ώρες και μάλιστα στην οργίλη κατάσταση που περιγράφει η Ξ, δύο ώρες μετά τη λήξη της μετακόμισης και να ζητάει την απόδοση πραγμάτων που δεν αποδόθηκαν ως όφειλαν. Αυτή η κατάσταση μπορεί να εξηγηθεί μόνο εάν αυτός ο κάποιος δεν ήταν παρών το πρωί. Οπότε εύλογα νομίζω γεννάται η απορία σχετικά με την αξιοπιστία των λεγομένων της Ξ αλλά και των μαρτύρων της. Μόλις ολοκληρώθηκε η διαδικασία της φόρτωσης των όποιων κινητών πραγμάτων στο φορτηγό του μεταφορέα, ειδοποίησα τηλεφωνικά τους οικείους μου, στη προαναφερθείσα καφετέρια, να έρθουν να παραλάβουν το φορτηγό και να οδηγήσουν το μεταφορέα με πράγματα στην οικία μας στο .... Το αυτό και έπραξαν. Μετά το πέρας της μετακόμισης πήγα μαζί με τον δικηγόρο μου στο γραφείο του στην ... προκειμένου να ρυθμίσουμε διάφορα νομικά θέματα. Τα παραπάνω τα βεβαιώνω καθότι ήμουν παρών. Τα βεβαιώνουν επίσης και οι Ζ και Π σε έγγραφα (ένορκες βεβαιώσεις ... από 8-10-03 και Π από 20-11-03) που υπάρχουν στην δικογραφία. Επίσης την ίδια ημέρα και περί ώρα 13.50μμ στον ίδιο τόπο μετέβη η μητέρα μου, αφού κατά τη διάρκεια της αποφόρτωσης στην οικία μας των πραγμάτων που μου αποδόθηκαν, διαπίστωσε ότι έλειπαν πολλά από αυτά που έπρεπε να μου αποδοθούν. Στην αυτή διαπίστωση (ότι δηλ. δεν μου αποδόθηκα όλα τα πράγματά μου) κατέληξαν και όλα τα δικαστήρια στα οποία κατέφυγα και δικαιώθηκα όπως φαίνεται και από την δικογραφία. Εκεί στην οικία της αντιδίκου όπου μετέβη αυτοβούλως η μητέρα μου, χτύπησε το κουδούνι της αυλόθυρας της οικίας προκειμένου να μιλήσει με την αντίδικο θέλοντας απλά ως μητέρα να ρωτήσει την αντίδικο η οποία επρόκειτο να παντρευτεί με τον υιό της γιατί δεν του παρέδωσε τα κινητά πράγματά του (που είχαν αγοραστεί αποκλειστικά από τον ίδιο όπως και το δικαστήριο αμετακλήτως και τελεσιδίκως έκρινε). Δεν προέβη σε κανενός είδους μη κόσμια ή παραβατική συμπεριφορά καθώς αυτό μπορώ να βεβαιώσω ότι απάδει του ήθους της, του χαρακτήρα της και της κοινωνικής της θέσης. Άλλωστε ο πατέρας μου (Ταξίαρχος ε.α. Κτηνίατρος του Υγειονομικού) και η μητέρα μου, δημιουργήσανε μια εξαίρετη οικογένεια. Τόσο οι γονείς μου, όσο και εγώ (δικαστικός υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου οικονομολόγος, επισκ. Αναπλ. Καθηγητής ΤΕΙ έως το 2008) και η αδερφή μου (καθηγήτρια Αγγλικής φιλολογίας) είμαστε εξαίρετου ήθους και ποτέ δεν έχουμε απασχολήσει τη δικαιοσύνη. Τα παραπάνω (περί της μετάβασης της μητέρας μου στις 13.50 στην οικία της αντιδίκου) γνωρίζω από τους μάρτυρες ... Ζ και Αναπλ. Καθηγητή Π. Προσωπικά βεβαιώνω απόλυτα τα περί ήθους της μητέρας μου και μη εμπλοκής της σε οιαδήποτε παράνομη ή παραβατική συμπεριφορά σε βάρος της κας Ξ". Επίσης η Δ στην υπ' αριθμ. 1403/15-9-2009 βεβαίωση ενώπιον της ίδιας συμβολαιογράφου κατέθεσε τα εξής: "Γνωρίζω τον Φ και τη μητέρα του Χ οικογενειακώς από ετών. Ο πατέρας μου Δ1, Πολιτικός Μηχανικός ΕΜΠ, είναι κατασκευαστής κατοικιών και έχει αναπτύξει πολύπλευρη κατασκευαστική δραστηριότητα μεταξύ άλλων και στην περιοχή της ... όπου αναγείραμε τα τελευταία χρόνια συγκρότημα κατοικιών επί των οδών ... δύο στενά μακρύτερα από την οικία της Ξ, αντιδίκου της Χ. Τόσο εγώ όσο και ο αείμνηστος αδερφός μου Δ2 βοηθούσαμε στις επιχειρηματικές δραστηριότητες του πατέρα μας. Λόγω του ότι ο Φ διέμενε για κάποιο διάστημα στην οικία της αντιδίκου επί της οδού ..., σε κάποια επίσκεψή τους (του Φ και της αντιδίκου) στο σπίτι μου και σε σχετική ερώτηση μου για την ύπαρξη διαθέσιμων οικοπέδων προς εκμετάλλευση στην περιοχή της ... μου ανέφερε (ο Φ) ότι δίπλα στην οικία της αντιδίκου υπάρχει ακάλυπτο οικόπεδο που ενδεχόμενα θα μπορούσα να εξετάσω για πιθανή εκμετάλλευση. Στις 18-1-2003 μετέβην στην περιοχή ... προκειμένου να προβώ στην εξέταση πιθανών εκτάσεων (οικοπέδων) για την ανέγερση πολυτελών μονοκατοικιών προς πώληση από τον πατέρα μου. Μεταξύ αυτών ήταν και το οικόπεδο που μου είχε υποδείξει κατά το παρελθόν ο Φ. Κατά τη διάρκεια της περιήγησής μου στο χώρο του οικοπέδου, που βρίσκεται δίπλα στην οικία της αντιδίκου με πρόσβαση από την οδό ... και ενώ το μετρούσα, είδα τη Χ να κατάφθανει με το αυτοκίνητό της και να κτυπά το κουδούνι της αυλόπορτας οικίας που βρίσκεται δίπλα στο εν λόγω οικόπεδο, το οποίο εξέταζα. Βλέποντας ότι παρέμενε εκτός της αυλόπορτας, μιας και από ό,τι φάνηκε δεν της άνοιξε κανείς την πόρτα, την πλησίασα και τη χαιρέτησα. Να σημειώσω ότι από τον Φ και την Χ γνώριζα ότι η σχέση του Φ και της αντιδίκου είχε διακοπεί και ότι μια προγραμματισμένη μετακόμιση της οικοσκευής του Φ στις 4-1-2003 απέβη άκαρπη. Μιλώντας με την Χ, μου ανέφερε ότι εκείνη την ημέρα (18-1-2003), το πρωί είχε πραγματοποιηθεί μετακόμιση κινητών πραγμάτων του Φ πλην όμως όπως μου είπε, διαπίστωσε η ίδια κατά τη μεταφορά τους στην οικία τους ότι αρκετά πράγματα του υιού της δεν είχαν παραδοθεί. Αυτός ήταν και ο λόγος της παρουσίας της εκεί, δηλ. να ρωτήσει την αντίδικο γιατί δεν παρέδωσε όλα τα πράγματα ως όφειλε. Κατόπιν ρώτησα την Χ αν χρειάζεται κάτι και μου είπε όχι οπότε, θεωρώντας ότι πρέπει να είμαι διακριτική, αφού πρόκειται για οικογενειακό θέμα, επέστρεψα στο οικόπεδο για τη συνέχιση της μέτρησης του. Σημειώνω ότι στο διάστημα που συνέβαιναν τα παραπάνω δεν υπήρχε κανένας άλλος στην περιοχή αυτή. Μετά από λίγο είδα την Χ να κάθεται στο αυτοκίνητό της και να περιμένει. Ακολούθως σε λίγα λεπτά έκπληκτη είδα να καταφθάνει ένα περιπολικό, πράγμα που οφείλω να πω ότι με παραξένεψε διότι, δεν παρατήρησα κάποια αιτία για την άφιξή του. Είδα την Χ να συνομιλεί για λίγο με τους αστυνομικούς και την αντίδικο να είναι στο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου με την αδερφή της και να μιλάει επίσης μαζί τους. Μετά από λίγο η Χ επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητό της και αποχώρησε. Στο σύντομο διάστημα της παρουσίας των αστυνομικών στο χώρο εκτός από τους αναφερόμενους παραπάνω δεν υπήρχε κάποιος άλλος. Εγώ δεδομένου ότι η Χ μου είχε πει νωρίτερα ότι δεν χρειαζόταν κάτι από εμένα αλλά και για λόγους διακριτικότητας δεν παρέβηκα στο σημείο της παρουσίας του περιπολικού. Στο σύντομο αυτό διάστημα που συνέβησαν τα παραπάνω δεν παρατήρησα ούτε φωνές ούτε φασαρία που να δηλώνει ότι κάποιου είδους καυγάς ήταν σε εξέλιξη. Μετά από κάποιους μήνες η Χ μου είπε ότι κατατέθηκε μήνυση από την Ξ εναντίον της και μου έδωσε μάλιστα να την διαβάσω, πράγμα που μου φάνηκε αστείο καθότι δεν παρατήρησα εγώ κάτι από αυτά που ανέφερε η μήνυση και πιθανολόγησα, ότι είναι αντίδραση βασισμένη στο γυναικείο εγωισμό μετά από τη διάλυση μιας σχέσης. Η Χ μου ζήτησε τότε να είμαι μάρτυρας στο δικαστήριο. Εγώ τότε λόγω των σοβαρότατων οικογενειακών προβλημάτων που είχα (θάνατος της μητέρας μου από καρκίνο και πολυετής μάχη με τον καρκίνο του αδερφού μου ο οποίος τελικά μετά από πολλαπλές εγχειρίσεις και μακρά νοσοκομειακή νοσηλεία απεβίωσε πρόσφατα), αρνήθηκα στην Χ γνωρίζοντας ότι οι δικαστικές διαδικασίες είναι πολύχρονες και απαιτούν συχνή παρουσία σε δικηγόρους, συμβολαιογράφους, ανακριτές και δικαστές κάτι που δεν θα μπορούσα να αντέξω μιας και έπρεπε να συνδράμω την οικογένειά μου στη διαρκή νοσηλεία στα νοσοκομεία, εγχειρήσεις κλπ. Στο διάστημα αυτό η Χ δεν με ενόχλησε καθόλου για το θέμα της σεβόμενη την επιθυμία μου και την δύσκολη οικογενειακή κατάσταση στην οποία βρισκόμουν εκείνη την περίοδο της ζωής μου. Μετά το θάνατο του αδερφού μου πληροφορήθηκα την απόφαση του Εφετείου από την Χ και πραγματικά ένιωσα ότι πρόκειται για πολύ μεγάλη αδικία και προσφέρθηκα να την βοηθήσω με όποιο τρόπο θα μπορούσα προκειμένου να αποκατασταθεί η αλήθεια. Το παρόν και πράττω αφού εξέλιπαν και οι λόγοι που εμπόδιζαν να αφιερώσω χρόνο στη υπόθεση αυτή. Με την ευκαιρία θα ήθελα να δηλώσω ότι τόσο η Χ και ο σύζυγός της Ζ (Ταξίαρχος ε.α. Κτηνίατρος του Υγιειονομικού), όσο και τα τέκνα τους Φ (δικαστικός υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου -οικονομολόγος, Μέλος του Σώματος Ελεγκτών του Μηχανισμού ΑΘΗΝΑ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και ...η (καθηγήτρια Αγγλικής φιλολογίας) είναι εξαίρετου ήθους, ήπιων τόνων, εξαιρετικά κόσμιοι και ποτέ δεν έχουν απασχολήσει τη δικαιοσύνη". Από την ένορκη βεβαίωση του Φ, προκύπτει ότι αυτός δεν ήταν παρών όταν η κατηγορουμένη μητέρα του μετέβη στην οικία της εγκαλούσης για να διευκρινιστεί γιατί δεν παρέδωσε η τελευταία όλα τα κινητά πράγματα σ' αυτόν μετά τη διάλυση της σχέσης τους και αποκλείει να είπε η μητέρα του τα όσα της αποδίδονται, γιατί αυτό απάδει στο χαρακτήρα και το ήθος της. περαιτέρω στην ένορκη βεβαίωσή της, η Δ κατέθεσε ότι είδε την κατηγορουμένη να βρίσκεται έξω από την οικία της εγκαλούσης και αργότερα την είδε στο αυτοκίνητό της να περιμένει, ενώ σε λίγα λεπτά είδε να έρχεται περιπολικό με αστυνομικούς και να συνομιλούν αυτοί με την κατηγορουμένη και ότι δεν άκουσε φωνές ή φασαρία αν και βρισκόταν σε διπλανό ακίνητο. Οι ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, συνδυαζόμενες με τις καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, δεν κάνουν φανερό ότι η αιτούσα κατηγορουμένη είναι αθώα της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε αμετακλήτως και έτσι δεν συντρέχει ο επικαλούμενος με την αίτηση λόγος για επανάληψη προς το συμφέρον της ποινικής διαδικασίας. Επομένως η κρινόμενη αίτηση είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στην αιτούσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 §1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-9-2009 αίτηση της Χ συζ. Ζ, περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ' αριθμ. 998/2009 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει στην αιτούσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου
  1. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου
  2. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.