Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1162 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Αίτηση επαναλήψεως ποινικής διαδικασίας με την επίκληση ότι η αιτούσα είναι αθώα για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης για την οποία καταδικάστηκε αμετακλήτως. Έννοια νέων γεγονότων ή αποδείξεων. Δεν συνιστούν λόγο επαναλήψεως διαδικασίας γεγονότα ή αποδείξεις που ήταν γνωστά στον αιτούντα, αλλά δεν τα πρόβαλε. Απορρίπτεται η αίτηση επαναλήψεως, γιατί οι ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίστηκαν ως νέες αποδείξεις, δεν κάνουν φανερό ότι η αιτούσα είναι αθώα. Αριθμός 1162/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αιτούσας Χ συζ.Ζ, κατοίκου ..., η οποία παρέστη στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μόσχο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 998/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αιτούσα ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1354/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη, με αριθμό 134/14-4-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι. Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1 + 4, 138 παρ. 2β, 525 παρ. 1, 527 παρ. 1 + 3, 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 22-9-2009 αίτηση της Χ συζ. Ζ, κατοίκου ..., υποβληθείσα (δυνάμει της από 3-8-2009 εξουσιοδοτήσεως) από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μόσχο, περί επαναλήψεως υπέρ αυτής της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ'αρ. 998/2009 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία κατεδικάσθη για συκοφαντική δυσφήμηση (αρ. 363-362 Π.Κ.) σε ποινή φυλακίσεως 3 μηνών με 3ετή αναστολή, και εκθέτω τ'ακόλουθα: ΙΙ) Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2η του Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, ως νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες που δεν υποβλήθηκαν έστω κι αν προϋπήρχαν, στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και για τον λόγο αυτόν ήταν άγνωστες στους δικαστές που τον δίκασαν κατ'εκείνο τον χρόνο, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το εκλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο από την έρευνα των πρακτικών της προαναφερόμενης δίκης και από τα έγγραφα της σχετικής ποινικής δικογραφίας. Τέτοιες νέες, αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, καταθέσεις παλαιών μαρτύρων με τις οποίες ανακαλούνται ή τροποποιούνται ή συμπληρώνονται οι προηγούμενες καταθέσεις τους, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί ήδη στο εκδώσαν την καταδικαστική απόφαση δικαστήριο καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε (Α.Π. 1708/2004 σε Συμβ. Π.Χρ. ΝΕ/698, Α.Π. 1612/2002 σε Συμβ. Π.Χρ. ΝΓ/597, Θ. Δαλακούρα "Επανάληψη της διαδικασίας" σελ. 177 επ.). Αντιθέτως δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση και τα οποία ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ'εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, καθ'όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ'έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 137/2004 σε Συμβ. Π.Χρ. ΝΔ/1070, Α.Π. 557/2002 σε Συμβ. Π.Χρ. ΝΓ/37, Θ. Δαλακούρα "Επανάληψη της διαδικασίας" σελ. 233-234). Εξ άλλου κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 527 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή την σύζυγό του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δευτέρου βαθμού ή από τον συνήγορό του που παρέστη στην συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η αμετακλήτως περατώσασα την διαδικασία καταδικαστική απόφαση ή από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον κατεδίκασε. Όπως δε αναφέρεται στην επί του αντίστοιχου άρθρου 427 του Σχεδίου Κ.Π.Δ. του έτους 1934 αιτιολογική έκθεση, είναι το δικαίωμα εκάστου εκ των αναφερόμενων στην ως άνω διάταξη προσώπων και αυτοτελές και δεν αναιρείται ούτε από την αντίθετη δήλωση του καταδικασμένου (Μπουροπούλου Ερμ. Κ.Π.Δ. τομ. Β σελ. 318). Επιπροσθέτως, μπορεί να ασκηθεί η πιο πάνω αίτηση σύμφωνα με την κρατούσα θεωρία και την νομολογία άποψη, και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του δικαιούχου που έχει ειδική εντολή τούτου, κατ'ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 465 παρ. 2 ΚΠΔ (Α.Π. 428/1993 σε Συμβ. Π.Χρ. ΜΓ/266, ΑΠ 117/1982 σε Συμβ. Π.Χρ. ΛΒ/799, Θ. Δαλακούρα, "Επανάληψη της διαδικασίας" σελ. 337, Ζησιάδη Ποιν.Δικον. Τομ. Β/384). Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 527 ΚΠΔ η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη, υποβάλλεται δε στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από Πλημμελειοδικείο και στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση. Ο Εισαγγελέας στον οποίο παραδόθηκε η αίτηση οφείλει σε ένα μήνα να ελέγξει με κάθε αποδεικτικό μέσο την βασιμότητά της, είτε ο ίδιος είτε μέσω κάποιου ανακριτή ή εισαγγελέα και κατόπιν την εισάγει στο αρμόδιο κατά το άρθρο 528 του ίδιου Κώδικα Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο, όπου υπηρετεί. Τέλος, αρμόδιο (αρ. 528 παρ. 1 ΚΠΔ) να αποφασίσει για την αίτηση της επαναλήψεως της διαδικασίας είναι, κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 3 του άρ. 527, το Συμβούλιο Εφετών ή Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Το Συμβούλιο μπορεί να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αιτήσεως. Αν δεχθεί την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση και αν κρίνει ότι η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με το ανώτερο από αυτά που δίκασαν αρχικά την υπόθεση. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις δεν είναι όσες ερευνήθηκαν ευθέως ή εμμέσως από τους δικάσαντες δικαστές και απερρίφθησαν, έστω και με εσφαλμένη εκτίμηση ή δεν άσκησαν επιρροή στον σχηματισμό δικαστικής κρίσεως. Λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας δεν θεμελιώνουν παραλείψεις ή πλημμέλειες του Δικαστηρίου, όπως η μη λήψη υπόψη προταθέντων πραγματικών περιστατικών, η μη απάντηση σε ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, η απόρριψη αιτημάτων του για ευρύτερη έρευνα και για χρήση και άλλων αποδεικτικών μέσων (Συμβ. ΑΠ 964/2006 Π.Δ/σύνη σελ. 1347). IV) Στην υπό κρίση περίπτωση η αιτούσα κατεδικάσθη αμετάκλητα με την υπ'αρ. 998/6-2-2009 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών σε φυλάκιση 3 μηνών με 3ετή αναστολή για συκοφαντική δυσφήμηση (αρ. 363-362 ΠΚ) η οποία συνίσταται εις το ότι: Στην ... στις 18-1-2003 ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για κάποιο άλλο ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του εν γνώσει της ότι τα γεγονότα αυτά ήταν ψευδή και ειδικότερα μετέβη στην επί της οδού ... οικία της εγκαλούσας Ξ και φωνασκούσε σε επήκοο των γειτόνων της τελευταίας συκοφάντησε αυτήν με τις εξής φράσεις "Μην κρύβεσαι μέσα στο σπίτι", "Δεν βγαίνεις έξω γιατί δεν έχεις το θάρρος να με αντιμετωπίσεις", "Είσαι κλέφτρα και δεν ντρέπεσαι", "Δεν πρόκειται να φύγω από εδώ μέχρι το βράδυ και θα τα φωνάζω όλα για να τα ακούει ο κόσμος", "'Επεσες σ'αυτό το ευτελές επίπεδο και δεν του δίνεις τα πράγματα που σου έχει αγοράσει με τα λεπτά του πατέρα του", "Τέτοια είσαι που του έκλεψες τα πράγματα", "Τόσα χρόνια του έτρωγες τα λεπτά του", "Του κρατάς τα κουστούμια του και τον υπολογιστή του", "Τον εκμεταλλευόσαστε τόσα χρόνια", "Σου έδινε λεπτά χρόνια ο ... και ζούσες καλά", γεγονότα που ήταν ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας η δε κατηγορουμένη προέβη στους ισχυρισμούς αυτούς παρόλο που γνώριζε την αναλήθειά τους". Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι ο υιός της αιτούσας Φ είχε συνάψει μνηστεία με την Ξ και διέμεναν στην οικία της τελευταίας επί της οδού .... Περί το τέλος του 2002 διελύθη η μνηστεία λόγω προβλημάτων που ανεφύησαν στην σχέση τους, όταν δε ο Φαπεχώρησε από την οικία δεν παρέλαβε όλα τα κινητά πράγματα που του ανήκαν, γι'αυτό έπειτα από συνεννόηση μεταξύ τους ο Φ μετέβη την 4-1-2003 για να παραλάβει τα πράγματά του χωρίς όμως να παραλάβει τίποτα επειδή η Ξ είχε αντιρρήσεις ως προς τα έπιπλα. Τελικά έπειτα από νέα συνεννόηση ο Φ μετέβη για να παραλάβει τα πράγματά του την 18-1-2003 η δε Ξ του παρέδωσε αυτά που αναφέρονται στο σχετικό πρακτικό, είχε όμως αντιρρήσεις ως προς την κυριότητα κάποιων επίπλων τα οποία και δεν παρέδωσε. Τελικά η διαφορά ως προς την απόδοση των πραγμάτων επελύθη από το πολιτικό δικαστήριο και συγκεκριμένα το Εφετείο Αθηνών με την υπ'αρ. 7434/2007 απόφασή του έπειτα από εφέσεις που είχαν ασκήσει κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως αμφότεροι οι διάδικοι (τέως μνηστευμένοι) το οποίο εξαφάνισε την πρωτόδικο, εδέχθη εν μέρει την αγωγή του Φ και υποχρέωσε την αντίδικό του να του αποδώσει τα αναφερόμενα σ'αυτήν κινητά ενώ κατά το απορριπτικό μέρος έκρινε ότι τα αφορώντα αυτό κινητά που αναφέρονται στο σκεπτικό ανήκαν στην Ξ και με την υπ'αρ. 1952/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου απερρίφθη η αναίρεση της τελευταίας. Κατά την 18-1-2003 ημέρα παραλαβής των πραγμάτων του Φ μετέβη έξωθι της οικίας της Ξ η αιτούσα, μητέρα του τέως μνηστήρα της, λόγω επεισοδίου η Ξ εκάλεσε την αστυνομία ακολούθησαν δε εκατέρωθεν μηνύσεις και βάσει της εγκλήσεως της Ξ η αιτούσα Χ κατεδικάσθη για την προαναφερθείσα πράξη. Εις την αντίθετο έγκληση κατηγορούμενοι ήταν η Ξ και οι μάρτυρες που είχαν εξετασθεί υπέρ αυτής Ε1, Ε2, Ξ2, οι δε πράξεις που τους απεδόθησαν ήταν της ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας, συκοφαντικής δυσφημήσεως, ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία κατά συρροή, υπεξαίρεση. Επί της τελευταίας αυτής υποθέσεως εξεδόθη η υπ'αρ. 64272/13-10-09 απόφαση του Θ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (ήτοι μεταγενεστέρως της καταδίκης της αιτούσας) με την οποία η πράξη της υπεξαιρέσεως εχαρακτηρίσθη ως υφαίρεση και έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω εκπροθέσμου υποβολής της εγκλήσεως (ήτοι μετά από 7 μήνες) και απηλλάγησαν άπαντες των κατηγοριών (βλ. απόφαση). V) Ήδη η αιτούσα προς στήριξη των ισχυρισμών της προσκομίζει και επικαλείται την υπ'αρ. 1403/2009 ένορκη βεβαίωση (με α.α. προσκομισθέντος σχετικού 23) που έδωσε η Δ ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Δημ. Ανδριανοπούλου, β) την υπ'αρ. 1952/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου έπειτα από αναίρεση κατά της υπ'αρ. 7424/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (Πολ.Τμήμα, ως αναλυτικώς εξετέθη στην προηγουμένη παράγραφο IV) Η ανωτέρω μάρτυς Δ υποστηρίζει στην ένορκο βεβαίωση ότι γνωρίζει την αιτούσα και τον υιό της Φ οικογενειακώς από ετών, εξηγεί τους λόγους για τους οποίους κατά την ημέρα του συμβάντος 18-1-2003 ευρέθη σε παρακείμενο της οδού ... οικόπεδο για να το μετρήσει για πιθανή εκμετάλλευση επειδή ο πατέρας της είναι πολιτικός μηχανικός και κατασκευάζει κατοικίες, είδε στον χώρο εκείνο την αιτούσα η οποία της εξήγησε πως ο λόγος της παρουσίας της ήταν να ερωτήσει την αντίδικό της γιατί δεν παρέδωσε όλα τα πράγματα ως ώφειλε, επειδή ήθελε να είναι διακριτική επέστρεψε στο οικόπεδο που καταμετρούσε. Κατά το διάστημα που συνέβαιναν τα περιστατικά δεν υπήρχε άλλος στην περιοχή. Είδε την αιτούσα να κάθεται στο αυτοκίνητό της και να καταφθάνει ένα περιπολικό, κάτι που της προξένησε εντύπωση. Αναφέρει ότι στο σύντομο διάστημα που συνέβησαν τα παραπάνω δεν παρετήρησε φωνές ούτε φασαρία που να δηλώνει ότι κάποιου είδους καβγάς ήταν σε εξέλιξη. Η ίδια δεν κατέστη εφικτό να παραστεί ως μάρτυρας στο δικαστήριο λόγω οικογενειακών προβλημάτων (θάνατος της μητέρας της από καρκίνο, και πολυετής μάχη με τον καρκίνο του αδελφού της που τελικώς απεβίωσε πρόσφατα). Η ένορκη βεβαίωση όμως της ανωτέρω μάρτυρος δεν είναι ικανή, κατά την ημέτερη άποψη, να θεωρηθεί ότι καθιστά φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι η καταδικασθείσα είναι αθώα ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που έγινε δεκτό ότι τέλεσε ενόψει: α) των καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν στην έγκληση της Ξ κατά της αιτούσας, β) της υπ'αρ. 64272/13-10-2009 αποφάσεως του Θ. Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία απηλλάγησαν η Ξ κ.λ.π. ως ήδη εξετέθη στην παρ. IV, στο σκεπτικό της οποίας γίνεται αναφορά ότι όσα αναφέρονται στην έγκληση της Ξ και αφορούν την συκοφαντική δυσφήμηση είναι αληθή. Περαιτέρω η υπ'αρ. 7434/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Πολ.Τμήμα) και η υπ'αρ. 1952/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου δεν αφορά το γεγονός της συκοφαντικής δυσφημήσεως και συνεπώς δεν μπορούν να θεωρηθούν ως νέο στοιχείο που να καθιστά φανερό ότι η αιτούσα είναι αθώα. Θα πρέπει επίσης να παρατηρηθεί ότι η υπό κρίση αίτηση κατά τα λοιπά σημεία της συνιστά κρίση, αξιολόγηση, αντίκρουση, συσχετισμό καταθέσεων μαρτύρων για γεγονότα που δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση και τα οποία ερευνήθηκαν είτε αμέσως είτε εμμέσως για τον σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως, επιδιώκεται δε ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές, αλλά αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο επαναλήψεως διαδικασίας (Α.Π. 137/2004 σε Συμβ. Π.Χρ. ΝΔ/1070, Α.Π. 557/2002 σε Συμβ. Π.Χρ. ΝΓ/37) επειδή αυτή δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ'έκτακτη διαδικασία. Τέλος επί της αιτήματος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση της αιτούσας ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, τούτο είναι υποχρεωτικό βάσει της διατάξεως του αρ. 528 παρ. 1 ΚΠΔ και παρείλκε η υποβολή του. Κατά συνέπεια θα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αιτούσας. VII) Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω α) Να απορριφθεί, κατόπιν ακροάσεως της αιτούσας, η από 22-9-2009 αίτησή της για επανάληψη υπέρ αυτής της ποινικής διαδικασίας υπέρ αυτής της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ'αρ. 998/2009 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών με την οποία κατεδικάσθη σε ποινή φυλακίσεως 3 μηνών με 3ετή αναστολή για συκοφαντική δυσφήμηση. β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αιτούσας. Αθήνα 30 Μαρτίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης " Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πράκτικά.. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ.1 περίπ. 2 ΚΠοινΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Τα νέα ως άνω γεγονότα ή αποδείξεις πρέπει να ήταν άγνωστα και στον αιτούντα, ώστε να μη μπορεί να τα προβάλει, γιατί αν ήταν γνωστά σ' αυτόν έπρεπε να έχουν προβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας και η μη προβολή τους δεν θεμελιώνει λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας. Εξάλλου σύμφωνα με τα άρθρα 528 §1 εδ.α' και 527 §3 του ΚΠΔ, αρμόδιο ν' αποφασίσει επί της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση, η αιτούσα επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ' αριθμ. 998/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία την καταδίκασε για συκοφαντική δυσφήμιση σε ποινή φυλακίσεως τριών
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.