Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1164 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή. Περίληψη: Αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Ο χρόνος παραγραφής αρχίζει από τη θεώρηση του πορίσματος οικονομικού ελέγχου. Επαρκής προσδιορισμός της συνθέσεως του εφετείου, ως προς τους κωλυόμενους δικαστές. Για την υποβολή ερωτήσεων σε συγκατηγορούμενο απαιτείται αίτημα. Επαρκής προσδιορισμός αναγνωσθέντων εγγράφων. Επαρκής αιτιολογία. Απορρίπτει αίτηση. ΑΡΙΘΜΟΣ 1164/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 11η Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση αναιρέσεως της 1273/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων, του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Γεωργίου Σαμαρά (ΑΜ ΔΣΑ 20304). Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων, που δίκασε κατ' έφεση, με την ως άνω απόφαση, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή. Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12-2-2010 αίτηση αναιρέσεως και το από 23-4-2010 πρόσθετο δικόγραφο, που καταχωρήθηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 260/
- Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
- Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, που κατατέθηκε στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση την 12-2-2010, υποβάλλεται από τον κατηγορούμενο και στρέφεται κατά της 1273/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠοινΔ την 3-2-
- Επομένως, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (ΚΠοινΔ 465 παρ.1, 473 παρ.1 και 3, 474, 505 παρ.1, 509 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής. Μαζί με αυτή θα συνεξετασθούν και οι από 23-4-2010 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, που άσκησε παραδεκτά ο αναιρεσείων με ιδιαίτερο δικόγραφο.
- Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχεται, στη διάταξη που εφαρμόζει. Ακόμη, υπέρβαση εξουσίας, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία, που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη παραλείπει να αποφασίσει κάτι, για το οποίο έχει υποχρέωση στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του. Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 21 παρ.10 εδ.α' του ν. 2523/1997 "περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία", ορίζεται ότι η παραγραφή των αδικημάτων του νόμου αυτού αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Η διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 εδ.α' για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση, ισχύει και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του ίδιου νόμου [αποδοχή πλαστών ή εικονικών τιμολογίων κλπ], έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.2 εδ.γ' του ν. 2523/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν έχει ως προϋπόθεση, όπως συμβαίνει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής ή, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ.2 εδ.β' του ν. 2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ.10 εδ.α' ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής ή την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της και κατά τούτο εναρμονίζεται με την τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ.2 εδ.β' δικονομική προϋπόθεση της άσκησης ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19, ως προς το οποίο δεν ισχύει η εν λόγω προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης, ο νόμος με ηθελημένο κενό άφησε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής, ώστε επ' αυτού [του αδικήματος του άρθρου 19] να ισχύουν ως προς την έναρξη του χρόνου παραγραφής οι γενικές περί αυτής διατάξεις του ΠΚ. Με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 "περί φορολογικών ρυθμίσεων κλπ", στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997 προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία, "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η ρύθμιση αυτή, που δεν ήρθε να καλύψει, κατά τα προεκτεθέντα, νομικό κενό, είναι ευμενέστερη για το δράστη της αξιόποινης πράξης του άρθρου 19 από εκείνη του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά ή, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής. Ως εκ τούτου, θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του ΠΚ και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος της την 2α Νοεμβρίου 2001 (ΑΠ 2135/2009, 1587/2008, 1560/2007). Εξ άλλου, η παραγραφή του αξιοποίνου, η οποία είναι θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του ΠΚ, πενταετής, αρχίζει, κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του ΠΚ στη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβανόμενη υπ' όψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 1273/2009 απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων, που δίκασε ως εφετείο, απέρριψε ως αβάσιμη την, εκ μέρους του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, προταθείσα ένσταση παραγραφής μερικότερων πράξεων του εις αυτόν αποδιδόμενου εγκλήματος της αποδοχής εικονικών τιμολογίων κατ' εξακολούθηση, αφού δέχθηκε ότι οι πράξεις αυτές, αναφερόμενες στα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 31-8-2001, 30-9-2001 και 30-10-2001, διαπιστώθηκαν την 23-11-2005, ημέρα κατά την οποία θεωρήθηκε αρμοδίως η σχετική, από 13-10-2005 έκθεση ελέγχου και ότι από το εν λόγω χρονικό σημείο (23-11-2005), κατά το οποίο άρχισε να τρέχει ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής, μέχρι τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία διεξήχθη την 25-9-2009, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία (ούτε, πολύ περισσότερο, οκταετία, συνυπολογιζόμενης της αναστολής του χρόνου της παραγραφής). Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με τη χρονική αφετηρία της πενταετούς παραγραφής για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής εικονικών τιμολογίων, που είναι εκείνη της ημερομηνίας θεώρησης της εκθέσεως [πορίσματος] του φορολογικού ελέγχου και με την παραδοχή της ότι κατά την ενώπιον αυτού εκδίκαση της υποθέσεως δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής, ερμήνευσε και εφάρμοσε σωστά τις ως άνω διατάξεις και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας με το να μην παύσει οριστικά την ποινική δίωξη γι' αυτές. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και οι τρίτος και τέταρτος λόγοι του προσθέτου δικογράφου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' και Η' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι.
- Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1 περ. α' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η απόλυτη ακυρότητα που έλαβε χώρα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, ένεκα μη τηρήσεως των διατάξεων που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 4 παρ.1 περ. γ' του ν. 1756/1988 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάσταση Δικαστικών Λειτουργών" (στο εξής: ΚΟΔΚαΔΛ), όπως τροποποιηθείς ισχύει, το τριμελές πλημμελειοδικείο συγκροτείται από τον πρόεδρο πρωτοδικών και δύο πρωτοδίκες. Κατά την παρ.3 του ίδιου άρθρου, κατά τις συνεδριάσεις των πολυμελών δικαστηρίων προεδρεύει ο ανώτερος κατά βαθμό ή, αν δεν υπάρχει ή κωλύεται, ο αρχαιότερος δικαστής. Εξ άλλου, με το άρθρο 5 του ΚΟΔΚαΔΛ, προβλέπεται η αναπλήρωση των δικαστών, αν δεν υπάρχουν, απουσιάζουν ή κωλύονται, η οποία γίνεται με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά. Έτσι, αναπληρώνεται ο πρόεδρος πολυμελούς δικαστηρίου από άλλο δικαστή της ίδιας σύνθεσης ή του ιδίου δικαστηρίου (άρθρο 5 παρ.1 στοιχ. Α' περ. γ' του ΚΟΔΚαΔΛ). Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι κατά τις συνεδριάσεις των πολυμελών, πολιτικών και ποινικών, δικαστηρίων [εφ' όσον οι συνθέσεις αυτών δεν ορίζονται με κλήρωση, επί της οποίας έχει εφαρμογή το άρθρο 17 του ΚΟΔΚαΔΛ], ο πρόεδρος πρωτοδικών αναπληρώνεται από τον αρχαιότερο πρωτοδίκη και αυτός κωλυόμενος από τον αμέσως νεώτερο. Η αναπλήρωση αυτή είναι ζήτημα της εσωτερικής λειτουργίας του δικαστηρίου και γίνεται αμέσως μόλις εμφανισθεί το κώλυμα, χωρίς έκδοση σχετικής πράξεως και χωρίς να είναι αναγκαίο, για την εγκυρότητα των διαδικαστικών ενεργειών του αναπληρωτή, να μνημονεύεται σε αυτές ότι ενεργεί λόγω κωλύματος εκείνου, που διευθύνει το δικαστήριο ή των αρχαιοτέρων αυτού δικαστών, διότι ο νόμος δεν αξιώνει κάτι τέτοιο (ΑΠ 1689/2008). Τέλος, ένας μόνο πρωτοδίκης πολυμελούς πρωτοδικείου ή τριμελούς πλημμελειοδικείου μπορεί να αναπληρώνεται από πάρεδρο ή ειρηνοδίκη ή πταισματοδίκη της περιφέρειάς του (άρθρο 5 παρ.1 στοιχ. Α' περ. δ' του ΚΟΔΚαΔΛ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων, που την εξέδωσε, συγκροτήθηκε από τους δικαστές α) Σταματία Τρικκαλίδη, προεδρεύουσα πρωτοδίκη, λόγω κωλύματος του προέδρου και των αρχαιοτέρων δικαστών, β) Ουρανία - Αικατερίνη Κώτσιου, πρωτοδίκη και γ) Γεωργία Κωτούλα, πταισματοδίκη, λόγω κωλύματος των λοιπών δικαστών, όπως είχε ορισθεί με την 284/2009 πράξη του προέδρου πρωτοδικών. Κατά τα προεκτεθέντα, με την ως άνω σύνθεση και επεξηγήσεις το δικαστήριο είχε συγκροτηθεί νομίμως και ουδεμία περαιτέρω διευκρίνιση ήταν αναγκαία. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι στο Πρωτοδικείο Τρικάλων "υπηρετούσαν αρχαιότεροι πρωτοδίκες και δύο ακόμη πρόεδροι πρωτοδικών" και ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση "ουδόλως αναγράφεται ότι κωλύονται οι υπόλοιποι δύο πρόεδροι πρωτοδικών" και προσάπτεται η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος.
- Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 παρ.1 και 369 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας αποδεικτική αξιολόγηση εγγράφων, που δεν ανεγνώσθησαν, παραβιάζει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Ως εκ τούτου, στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης πρέπει να αναφέρονται τα έγγραφα, τα οποία ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο, με τρόπο που να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους σε βαθμό αποκλεισμού της αμφιβολίας ως προς το αν συγκεκριμένο έγγραφο αποτέλεσε αντικείμενο ανάγνωσης ή όχι. Προς το σκοπό αυτό αρκεί η αναγραφή του αριθμού ή της ημερομηνίας ή του εκδότη του εγγράφου, χωρίς να προσαπαιτείται η μνεία του περιεχομένου αυτού ή του προσώπου που το προσκόμισε στο δικαστήριο. Και όσο μεγαλύτερες πιθανότητες αμφιβολίας είναι δυνατό να ανακύψουν ως προς την ανάγνωση ή μη (διότι, ενδεχομένως, υφίστανται περισσότερα έγγραφα με κοινά στοιχεία), τόσο ειδικότερος πρέπει να είναι ο προσδιορισμός, με τη μνεία πλειόνων στοιχείων εξατομίκευσης (τα οποία, άλλως, είναι περιττά), προκειμένου με βεβαιότητα να συνάγεται ότι συγκεκριμένο έγγραφο ανεγνώσθη και ότι ο κατηγορούμενος είχε την ευχέρεια να διατυπώσει τις επ' αυτού παρατηρήσεις του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, στο ακροατήριο ανεγνώσθησαν το "από 31-8-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό" και η "από 15-3-2001 βεβαίωση μεταβολής εργασιών μη φυσικού προσώπου". Η περιγραφή των εγγράφων αυτών, εφ' όσον ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι στη δικογραφία υπήρχε και έτερο ιδιωτικό συμφωνητικό ή ετέρα βεβαίωση μεταβολής εργασιών με την ίδια ημερομηνία και ότι προκλήθηκε αμφιβολία ως προς το ποιο έγγραφο ανεγνώσθη, είναι επαρκής. Ως εκ τούτου, δεν ήταν απαραίτητη η μνεία των συμβληθέντων ή του αντικειμένου του συμφωνητικού ή του προσώπου, στο οποίο αφορούσε η βεβαίωση ή του είδους της μεταβολής. Ακόμη, προκύπτει ότι ανεγνώσθη η "25486/1-3-2001 πώληση εταιρικών μεριδίων ΕΠΕ του συμβολαιογράφου Τρικάλων Απ. Μάντζαρη". Ως εκ τούτου, η αναφορά του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης στην "από 1-3-2001 τροποποίηση καταστατικού της εταιρίας" αφορά προδήλως στο εν λόγω αναγνωσθέν έγγραφο, αφού η πώληση μεριδίων ΕΠΕ υποδηλώνει αντίστοιχη αγορά και συνακόλουθα μεταβολή του προσώπου των εταίρων, η οποία, υποκείμενη στις νόμιμες διατυπώσεις, συνιστά τροποποίηση του καταστατικού της εταιρίας. Επομένως, ο πρώτος λόγος του προσθέτου δικογράφου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος.
- Κατά τις διατάξεις του άρθρου 366 παρ.1 εδ. γ' και δ' του ΚΠοινΔ, αφού τελειώσει η απολογία, μπορούν να γίνουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση, τον εισαγγελέα και τους δικαστές. Οι υπόλοιποι διάδικοι, καθώς και οι συνήγοροί τους, επιτρέπεται να υποβάλλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μόνο με τη μεσολάβηση εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτουν τα εξής: α) Ο συνήγορος του κατηγορουμένου δεν έχει δικαίωμα να απευθύνει ερωτήσεις προς τον πελάτη του μετά την απολογία αυτού, ούτε με τη μεσολάβηση του διευθύνοντος τη συζήτηση. β) Ο συγκατηγορούμενος του απολογουμένου, είτε ο ίδιος είτε ο συνήγορός του, επιτρέπεται να υποβάλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μόνο με την μεσολάβηση του διευθύνοντος τη συζήτηση, πλην όμως, για να ασκηθεί το δικαίωμα αυτό, πρέπει να υποβληθεί από τον ενδιαφερόμενο σχετικό αίτημα. Και γ) αν παρά την υποβολή του σχετικού αιτήματος, δεν επιτραπεί στον συγκατηγορούμενο του απολογουμένου ή στο συνήγορό του να υποβάλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μετά την απολογία του τελευταίου, παραβιάζονται οι διατάξεις που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ και προκαλείται απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ (ΑΠ 821/2008). Το περιεχόμενο της απολογίας του κατηγορουμένου καταχωρείται από το γραμματέα της έδρας στα πρακτικά της συνεδρίασης του δικαστηρίου (ΚΠοινΔ 140 επ. και 331). Δεν υπάρχει διάταξη, όμως, που να επιβάλλει με ποινή ακυρότητας την αυτούσια καταχώρηση των ερωτήσεων, οι οποίες γίνονται προς τον απολογούμενο κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία (πρβλ. ΚΠοινΔ 273 παρ.2). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά, δεν υποβλήθηκε από το συνήγορο, που άσκησε την υπεράσπιση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου στο ακροατήριο, αίτημα για υποβολή ερωτήσεων στο συγκατηγορούμενό του μετά την απολογία εκείνου. Ως εκ τούτου, ο διευθύνων τη συζήτηση δεν είχε την υποχρέωση να δώσει οίκοθεν το λόγο στο συνήγορο του αναιρεσείοντος για να υποβάλλει ερωτήσεις στο συγκατηγορούμενό του και ουδεμία ακυρότητα δημιουργήθηκε. Ακόμη, είναι αξιοσημείωτο το ότι, αμέσως μετά, όταν ο διευθύνων τη συζήτηση ρώτησε το συνήγορο του αναιρεσείοντος αν έχει ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση, εκείνος απάντησε αρνητικά. Ανεξάρτητα από αυτά, δεν δημιουργήθηκε ακυρότητα από τη μη ρητή αναγραφή στα πρακτικά, των ερωτήσεων που έγιναν προς τους κατηγορουμένους. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και ο δεύτερος λόγος του προσθέτου δικογράφου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι.
- Από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά α) τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και στηρίζουν την κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, β) τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα εν λόγω περιστατικά και γ) οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, δέχθηκε μεταξύ άλλων και τα εξής ουσιώδη: Ότι ο αναιρεσείων, κατά τα έτη 2001 - 2002, είχε την ιδιότητα του διαχειριστή της εταιρίας "Λατομεία Τρικάλων ΕΠΕ" και ασκούσε πραγματικά την εξουσία αυτή. Ότι, κατά τις χρήσεις των ετών 2001 και 2002, ο αναιρεσείων, με την ως άνω ιδιότητα, δέχθηκε και καταχώρησε στα βιβλία της εταιρίας τιμολόγια παροχής υπηρεσιών συνολικού ύψους περίπου 380.000 ευρώ, τα οποία είχαν εκδοθεί από την εταιρία "..., Μονοπρόσωπη ΕΠΕ". Ότι τα τιμολόγια αυτά φέρεται ότι αφορούσαν "διάτρηση εδάφους, γέμισμα των οπών και ανατίναξη του βουνού, φόρτωση των ανατιναγμένων υλικών", δηλαδή έργο που φέρεται ότι είχε αναλάβει να εκτελέσει η "..., Μονοπρόσωπη ΕΠΕ" για λογαριασμό της "Λατομεία Τρικάλων ΕΠΕ". Ότι η εργολάβος εταιρία, κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο, δεν είχε τη δυνατότητα να εκτελέσει το φερόμενο ως αναληφθέν έργο, διότι είχε καταστεί αδρανής, χωρίς μηχανήματα και εργατοτεχνικό προσωπικό. Ότι ως εκ τούτου, η ανάληψη του έργου και η έκδοση των τιμολογίων, που φέρονται ότι αφορούσαν στην αμοιβή του εργολάβου, ήταν εικονική, αφού δεν είναι δυνατό ούτε να οφειλόταν ούτε να καταβλήθηκε αμοιβή για μη εκτελεσθέν έργο. Ότι ο αναιρεσείων, ως εκ της πραγματικής διαχείρισης που ασκούσε, γνώριζε την εκ του λόγου αυτού εικονικότητα των τιμολογίων και παρά ταύτα τα δέχθηκε και τα καταχώρησε στα βιβλία της "Λατομεία Τρικάλων ΕΠΕ". Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, αναγνώρισε υπέρ αυτού την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 περ. α' ΠΚ και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως 18 μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με τα όσα δέχθηκε, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση και οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι.
- Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-2-2010 αίτηση και τους πρόσθετους λόγους του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως της 1273/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων.- Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα να πληρώσει διακόσια είκοσι
(220)ευρώ για τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου
- -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 4η Ιουνίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ