← Ελλάδα

ΑΠ 117/2008 — Επανάληψη διαδικασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 117 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Απορρίπτεται η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, με την οποία η αιτούσα καταδικάστηκε για έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατ’ εξακολούθηση, διότι τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται η αιτούσα, πρωτότυπα επιταγών και ένορκες βεβαιώσεις, είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί στο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση της οποίας ζητείται η ακύρωση με την κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, δεν καθιστούν φανερό ότι η αιτούσα αποζημίωσε πλήρως τους κομιστές επιταγών πριν η καταδικαστική απόφαση καταστεί αμετάκλητη, ώστε να επέλθει εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης και ως εκ τούτου ότι είναι αθώα για την πράξη που καταδικάστηκε. Αριθμός 117/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιο Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αιτούσας χ1, δικηγόρου Αθηνών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Δημητρούκα για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 93-93α/2000 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αιτούσα ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιανουαρίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 626/2007 Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη με αριθμό 229/08.06.2007 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Eισάγω ενώπιον σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 § 3 και 528 § 1 Κ.Π.Δ., την από 3-4-2007 (ημερομηνία καταθέσεως) αίτηση της χ1, δικηγόρου, κατοίκου Αθηνών, με την οποία επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ'αριθμόν 93-93α/12-5-2000 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, δια της οποίας κατεδικάσθη η αιτούσα σε φυλάκιση 20 μηνών και χρηματική ποινή 1.000.000 δρχ., που μετετράπη προς 1.500 δρχ. ημερησίως και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Κατά το άρθρ. 525 § 1 περ. 2 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασθέντος για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται σ'αυτό και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, απεκαλύφθησαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που κατεδικάσθη είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά ετέλεσε. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα" ή "νέες αποδείξεις" είναι εκείνες οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υπεβλήθησαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και μπορεί να είναι οποιοδήποτε, ακόμη και καταθέσεις μαρτύρων, νέα έγγραφα, ή άλλα στοιχεία διευκρινίζοντα αμφίβολα σημεία, υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που τον κατεδίκασε, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή κατεδικάσθη άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Τη σχετική περί αυτού κρίση του, το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως αρμόδιο δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της δίκης που προηγήθηκε και από τα έγγραφα που υπάρχουν στην δικογραφία. Δεν είναι, πάντως, άγνωστα τα γεγονότα ή οι αποδείξεις που έχουν υποβληθεί αμέσως ή εμμέσως στους δικάσαντες δικαστές και δεν ελήφθησαν υπό όψιν από αυτούς ή εκτιμήθηκαν και αξιολογήθηκαν εσφαλμένα. Βαρύτερο δε έγκλημα, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως υφίσταται, όταν μεταβάλλεται το είδος της πράξεως και όχι όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχειρίσεως του υπαιτίου της ίδιας πράξεως με την επιβολή ενδεχομένως, κατά το μέτρο του άρθρ. 83 Π.Κ., ποινής. Περαιτέρω σε περίπτωση αμετάκλητης καταδίκης για παράβαση του άρθρ. 79 § 1 ν. 5960/33, επίκληση από τον καταδικασθέντα της κατά την παράγραφο 3 πλήρους αποζημιώσεως του παθόντος, που ίσχυε ως ελαφρυντική περίπτωση, μέχρι την κατά την 4-6-1996 αντικατάσταση της από το άρθρο 4 § ιβ ν.2408/96, δεν αποτελούσε νόμιμο λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, γιατί ήταν δυνατόν να έχει ως αποτέλεσμα μόνο την επιβολή στον υπαίτιο του εγκλήματος αυτού ποινής ελαττωμένης, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι αυτός είναι αθώος ή κατεδικάσθη για έγκλημα βαρύτερο εκείνου που πράγματι έχει κάνει. 'Ηδη όμως, μετά την αντικατάσταση της ως άνω παραγράφου ορίζεται ότι "το αξιόποινο της πράξης της παραγρ. 1 εξαλείφεται αν ο υπαίτιος απεζημίωσε πλήρως τον κομιστή μετά την νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής". Η νέα αυτή διάταξη, η οποία, σύμφωνα με το άρθρ. 7 του ιδίου ως άνω νόμου, ισχύει από τη δημοσίευση της στην εφημερίδα της κυβερνήσεως (4-6-1996) είναι προδήλως επιεικέστερη από την προϊσχύουσα, αφού, κατ'αυτή, η πλήρης αποζημίωση του κομιστή της επιταγής από τον εκδότη μετά την νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της, αποτελεί λόγο εξαλείψεως του αξιοποίνου της πράξης, ενώ κατά την αντικατασταθείσα διάταξη, αποτελούσε λόγο μειώσεως της ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 Π.Κ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 § 1 Π.Κ., αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ως όριο εφαρμογής του επιεικεστέρου νόμου τίθεται το αμετάκλητο της εκδικάσεως και συνεπώς ο νόμος αυτός έχει εφαρμογή όταν η υπόθεση είναι εκκρεμής ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ή του Αρείου Πάγου και ότι μετά την αμετάκλητη εκδίκαση δεν επιτρέπεται η εφαρμογή ηπιότερου ουσιαστικού νόμου που επακολούθησε, διότι η αναδρομική εφαρμογή του θα προσέκρουε στο δεδικασμένο που προκύπτει από την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι σε περίπτωση αμετάκλητης καταδίκης για παράβαση του άρθρ. 79 § 1 ν.5960/33, μετά την ισχύ του ν.2408/96, ο καταδικασθείς εκδότης της επιταγής πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι απεζημίωσε πλήρως τον κομιστή της επιταγής πριν καταστεί αμετάκλητη η απόφαση με την οποία κατεδικάσθη, για να αποτελέσει νόμιμο λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως με την καταδικαστική απόφαση. Για να εξαλειφθεί όμως το αξιόποινο και να ληφθεί υπό όψιν ως λόγος επαναλήψεως της διαδικασίας, δεν αρκεί η πληρωμή της επιταγής, διότι απαιτείται, κατά τον νόμο, πλήρης αποζημίωση, που είναι έννοια ευρύτερη και περιλαμβάνει την αποκατάσταση και κάθε άλλης ζημίας που τυχόν υπέστη ο κομιστής από την καθυστερημένη πληρωμή της επιταγής. ΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ'αριθ. 93-93α/12-5-2000 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς η αιτούσα κατεδικάσθη σε φυλάκιση 20 μηνών και χρηματική ποινή 1.000.000 δρχ, διότι εξεδόθησαν υπ'αυτής, με την ιδιότητά της ως αντιπροέδρου της εταιρίας με την επωνυμία "ΣΙ ΓΡΑΜΜΕΣ ΑΕ", αι υπ'αριθ. ....., ...... και ..... επιταγές, ποσού 1.500.000 δρχ, 2.500.000 δρχ, και 6.500.000 δρχ., αντιστοίχως, οι οποίες, λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων, δεν επληρώθηκαν από την πληρώτρια τράπεζα κατά την εμφάνιση των από τους νομίμους κομιστάς των και εγκαλούντας ψ1 (της υπ'αριθ. .....), ψ2 (της .....) και ψ3 (της .......), ο τελευταίος από τους οποίους παρέστη ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του Δικαστηρίου, εκπροσωπούμενος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Λιαπάκη. Κατά της απόφασης αυτής ησκήθη υπό της αιτούσης το ένδικο μέσο της αναίρεσης επί της οποίας εξεδόθη η υπ'αριθμ. 929/9-4-2002 απόφαση του Αρείου Πάγου δια της οποίας ανηρέθη η προσβαλλομένη ως άνω απόφαση μόνο κατά την διάταξη της που αφορούσε την μετατροπή της ποινής, που της επεβλήθη, παραπέμποντας για τον λόγο αυτό ως προς την αναιρούμενη διάταξη εις το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, το οποίο με την υπ'αριθ. 154-154α/2002 απόφαση του ανέστειλε επί τριετία την εκτέλεση της επιβληθείσης ως άνω ποινής. Μάλιστα προς απόδειξη του ισχυρισμού της περί πλήρους αποζημιώσεως των προαναφερθέντων κομιστών των επιταγών, η οποία έλαβε χώραν, όπως η ιδία η αιτούσα ισχυρίζεται, την 1-4-2002, δηλαδή πριν την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης του Αρείου Πάγου την 9-4-2002 και συνεπώς πριν καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση του εφετείου, η αιτούσα προσκομίζει και επικαλείται τα πρωτότυπα των παραπάνω επιταγών καθώς και τις με αριθ. 2122/20-5-2005 και 726/11-3-2007 ένορκες καταθέσεις, ενώπιον του Ειρηνοδίκου Πειραιώς και Καλλιθέας-Αττικής των Νικολάου Λιαπάκη, δικηγόρου, και Γ2, αντιστοίχως, από το περιεχόμενο των οποίων προκύπτει ότι αι προσδιαληφθείσες ως άνω επιταγές εξοφλήθησαν πλήρως και ολοσχερώς την 1-4-2002, καταβάλλοντας τα ποσά αυτά εις τον παραπάνω εξετασθέντα, ως μάρτυρα, Νικόλαο Λιαπάκη την προδιαληφθείσαν ημερομηνία (1-4-2002), ως πληρεξούσιον δικηγόρον των κομιστών των επιταγών και δεκτικόν καταβολής. Πρέπει να σημειωθεί δε ότι η αιτούσα, με προηγούμενη κατά το παρελθόν από 25-5-2005 αίτησιν της, εζήτησε την επανάληψη της περιγραφομένης ως άνω διαδικασίας, επικαλούμενη, ως νέα γεγονότα, τα παραπάνω έγγραφα, εκτός από την με αριθμ. 726/11-3-2007 ένορκον κατάθεσιν, πλην όμως με την υπ'αριθ. 1615/2006 απόφασιν του Αρείου Πάγου εκρίθη ότι "τα στοιχεία αυτά είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, δεν καθιστούν φανερό ότι η αιτούσα είναι αθώα....", καθ'όσον δεν προέκυπτε μετά βεβαιότητος ότι η ολοσχερής εξόφλησης των παραπάνω επιταγών έλαβε χώραν κατά την επικαλουμένην ημερομηνίαν της 1-4-2002, εν όψει μάλιστα και του ότι η αιτούσα επεδίωξε το πρώτον την επανάληψιν της διαδικασίας μετά την παρέλευσιν τριών περίπου ετών, αφότου, κατά τους ισχυρισμούς της, απεκατέστησε πλήρως του εγκαλούντες, δι'όν λόγoν και απερρίφθη η σχετική αίτησίς της. 'Ηδη δε, προς ενίσχυσιν των παραπάνω στοιχείων, η αιτούσα προσκομίζει και επικαλείται με την υπό κρίσιν αίτησίν της, ως νεώτερο στοιχείο, την με αριθμ. 726/11-3-2007 ένορκον κατάθεσιν της Γ1, πλην όμως, πέραν εκείνων των πραγματικών περιστατικών που ελήφθησαν υπ'όψιν κατά την κρίσιν της προηγούμενης ως άνω αιτήσεως της επί της οποίας εξεδόθη η προαναφερόμενη απόφασις του Αρείου Πάγου, ουδέν νεώτερον στοιχείον προκύπτει εκ της ως άνω ενόρκου καταθέσεως περί του αν πράγματι ή ολοσχερής εξόφλησις των ως άνω επιταγών έλαβε χώραν την παραπάνω ημερομηνίαν (1-4-2002) τοσούτω μάλλον καθ'όσον δι'αυτής επιβεβαιούνται μόνον τα περιστατικά που κατετέθησαν υπό του πληρεξουσίου δικηγόρου των κομιστών Νικολάου Λιαπάκη. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίσιν αίτησις, ως αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος της αιτούσης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να απορριφθεί , ως ουσιαστικώς αβάσιμη, η από 3-4-2007 αίτησις της χ1 για επανάληψη της διαδικασίας που επερατώθη με την υπ'αριθμ. 93-93α/12-5-2000 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιάς. Και Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος της αιτούσης. Αθήναι τη 30 Μαΐου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο της αιτούσας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παράγραφο 1 περ. 2 του άρθρου 525 ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους· ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό, ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Ως νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, μπορούν να θεωρηθούν οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως συμπληρωματικές, διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων, που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις μαρτύρων, νέα έγγραφα, διευκρινιστικά αμφίβολων σημείων της υπόθεσης, ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά, που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο, και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με τα ήδη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά στοιχεία καθιστούν πρόδηλο (αγγίζουν τη βεβαιότητα) και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πράγματι διέπραξε. Τη σχετική περί αυτού κρίση του, το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως αρμόδιο δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της δίκης που προηγήθηκε και από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία. Δεν είναι, πάντως άγνωστες η αποδείξεις που έχουν υποβληθεί αμέσως ή εμμέσως στους δικάσαντες δικαστές και δεν ελήφθησαν υπόψη από αυτούς ή εκτιμήθηκαν και αξιολογήθηκαν εσφαλμένα. Βαρύτερο δε έγκλημα, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως υφίσταται, όταν μεταβάλλεται επί το ελαφρότερον ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως και όχι όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχείρισης του υπαιτίου της ίδιας πράξεως με την επιβολή ενδεχομένως, κατά το μέτρο του άρθρου 83 ΠΚ ποινής. Περαιτέρω, σε περίπτωση αμετάκλητης καταδίκης για παράβαση του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", επίκληση από τον καταδικασθέντα της κατά την παράγραφο 3 πλήρους αποζημιώσεως του παθόντος, που ίσχυε ως ελαφρυντική περίπτωση, μέχρι την κατά την 4-6-1996 αντικατάστασή της από το άρθρο 4 παρ. 1 β του ν. 2408/1996, δεν αποτελούσε νόμιμο λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, γιατί ήταν δυνατόν να έχει ως αποτέλεσμα μόνο την επιβολή στον υπαίτιο του εγκλήματος αυτού ποινής ελαττωμένης, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι αυτός είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο εκείνου που πράγματι έχει κάνει. Ήδη όμως, μετά την αντικατάσταση της άνω παραγράφου ορίζεται ότι "το αξιόποινο της πράξης της παραγράφου 1 εξαλείφεται αν ο υπαίτιος αποζημίωσε πλήρως τον κομιστή μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής". Η νέα αυτή διάταξη, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 7 του ως άνω νόμου, ισχύει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (4-6-1996) είναι προδήλως επιεικέστερη από την προϊσχύουσα, αφού, κατ' αυτή, η πλήρης αποζημίωση του κομιστή της επιταγής από τον εκδότη, μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της, αποτελεί λόγο εξαλείψεως του αξιοποίνου της πράξης, ενώ κατά την αντικατασταθείσα διάταξη, αποτελούσε λόγω μειώσεως της ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ΠΚ. Περαιτέρω κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει της ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ως απώτερο όριο εφαρμογής του επιεικέστερου νόμου τίθεται το αμετάκλητο της εκδικάσεως και συνεπώς ο νόμος αυτός έχει εφαρμογή όταν η υπόθεση είναι εκκρεμής ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ή του Αρείου Πάγου και ότι μετά την αμετάκλητη εκδίκαση δεν επιτρέπεται η εφαρμογή ηπιότερου ουσιαστικού νόμου που επακολούθησε, διότι η αναδρομική εφαρμογή του θα προσέκρουε στο δεδικασμένο που προκύπτει από την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι σε περίπτωση αμετάκλητης καταδίκης για παράβαση του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 (έκδοση ακάλυπτης επιταγής) μετά την ισχύ του ν. 2408/1996, ο καταδικασθείς εκδότης της επιταγής πρέπει να επικαλεστεί και αποδείξει ότι αποζημίωσε πλήρως τον κομιστή της επιταγής πριν καταστεί αμετάκλητη η απόφαση με την οποία καταδικάστηκε, για να αποτελέσει η καταβολή της αποζημιώσεως αυτής νόμιμο λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως με την καταδικαστική απόφαση. Για να εξαλειφθεί όμως το αξιόποινο και να ληφθεί υπόψη ως λόγος επαναλήψεως της διαδικασίας, δεν αρκεί η πληρωμή της επιταγής, διότι απαιτείται κατά το νόμο, πλήρης αποζημίωσης, που είναι έννοια ευρύτερη και περιλαμβάνει την αποκατάσταση και κάθε άλλης ζημίας που τυχόν υπέστη ο κομιστής από την καθυστερημένη πληρωμή της επιταγής. ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση η χ1, δικηγόρος Αθηνών, με την κρινόμενη από 22-1-2007 αίτησή της ζητεί την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την 94-94α-94β/12-5-2000 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, με την οποία καταδικάστηκε για έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση, γιατί από τις επικαλούμενες νέες αποδείξεις, άγνωστες στους δικαστές, που τον καταδίκασαν, καθίσταται φανερό ότι είναι αθώα της ως άνω πράξης, και συγκεκριμένα διότι, πριν καταστεί αμετάκλητη η άνω καταδικαστική απόφαση, αποζημίωσε πλήρως τους κομιστές, και συνεπώς το αξιόποινο της πράξης της εξαλείφθηκε. Η αίτηση αυτή παραδεκτά εισάγεται, σύμφωνα με τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 ΚΠοινΔ ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου σε συμβούλιο και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω. ΙΙΙ. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την προαναφερόμενη 94-94α-94β/12-5-2000 απόφασή του καταδίκασε σε φυλάκιση τριών ετών και χρηματική ποινή 1.000.000 δραχμών, την ήδη αιτούσα χ1, δικηγόρο Αθηνών, για την έκδοση των ......, ..... και ...... επιταγών, ποσού δραχμών 1.500.000, 2.500.000 και 6.500.000 αντιστοίχως, οι οποίες, λόγω ελλείψεως αντικρύσματος στην πληρώτρια Ιονική Τράπεζα, δεν πληρώθηκαν κατά την εμφάνισή τους από τους τελευταίους νόμιμους κομιστές και εγκαλούντες,ψ1 (της .....), ψ2 (της .....) και ψ3 (της .......), ο τελευταίος από τους οποίους παραστάθηκε στη δίκη εκείνη ως πολιτικώς ενάγων, εκπροσωπούμενος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Λιαπάκη. Κατά της αποφάσεως αυτής η ήδη αιτούσα άσκησε την από 27-10-2000 αίτηση αναίρεσης επί της οποίας εκδόθηκε η 929/9-4-2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά τη διάταξή της που αφορούσε την μετατροπή της ποινής που της επιβλήθηκε, παραπέμποντας για το λόγο αυτό ως προς την αναιρούμενη διάταξη στο Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, το οποίο με την 154-154α/2002 απόφασή του ανέστειλε επί τριετία την άνω ποινή που της επιβλήθηκε. Η αιτούσα, για την απόδειξη του ισχυρισμού της περί πλήρους αποζημιώσεως των άνω κομιστών, η οποία έλαβε χώρα (κατ' αυτήν) την 1-4-2002, δηλαδή πριν την έκδοση (στις 9-4-2002) της προαναφερόμενης απόφασης του Αρείου Πάγου και συνεπώς πριν καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση του Εφετείου, προσκομίζει τα πρωτότυπα των άνω επιταγών, την υπ' αριθμ. 2122/20-5-2005 ένορκη βεβαίωση του προαναφερόμενου δικηγόρου Νικολάου Λιαπάκη, η οποία δόθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιώς, κατόπιν αιτήσεώς της (αιτούσας), ο οποίος αναφέρει σχετικά με τις άνω επιταγές, "... είχα διοριστεί και παριστάμην πληρεξούσιος δικηγόρος των κ.κ. μηνυτών, οι οποίοι παρίσταντο ως πολιτικώς ενάγοντες, ενώ γενικότερα με είχαν διορίσει αυτοί πληρεξούσιο δικηγόρο τους, αντίκλητο και δεκτικό καταβολής, για την περίπτωση που εξοφλούντο οι επιταγές...", "... την 1-4-2002 η εκδότρια των επιταγών χ1 εξόφλησε εμένα ως δεκτικό καταβολής, και για λογαριασμό των κ.κ. ψ2, ψ3 και ψ1, τις ως άνω επιταγές, εξόφληση την οποία αποδείχθηκαν οι τελευταίοι ως πλήρη και ολοσχερή, έτσι ώστε ουδέν να οφείλεται πλέον σε αυτούς, εκ του λόγου τούτου...", καθώς και την υπ' αριθμ. 726/11-3-2007 ένορκη βεβαίωση της Γ1, που δόθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιώς, η οποία αναφέρει σχετικά με τις άνω επιταγές, "... τις παραπάνω επιταγές γνωρίζω ότι εξόφλησε πλήρως και ολοσχερώς την 1η Απριλίου 2002, καταβάλλοντας το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000,00) ευρώ περίπου για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, αποκλειστικά εξ ιδίων, στον πληρεξούσιο και δεκτικό καταβολής των τελευταίων κομιστών, κ. Λιαπάκη, δικηγόρο Πειραιά. Θυμάμαι μάλιστα, μετά βεβαιότητας την ημέρα καταβολής του παραπάνω ποσού, δεδομένου ότι η εξόφληση των παραπάνω επιταγών αποτελούσε την πρώτη καταβολή εκ μέρους της χ1 για το σύνολο των επιταγών που είχε εκδώσει εκπροσωπώντας τη "ΣΙ ΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε.", και η ίδια μου εκμυστηρεύθηκε ότι της φαινόταν σαν πρωταπριλιάτικο ψέμα ότι κατόρθωσε επιτέλους να συγκεντρώσει κάποια χρήματα και να εξοφλήσει τις παραπάνω επιταγές...". Σημειώνεται ότι η αιτούσα χ1 με προηγούμενη κατά το παρελθόν 25-5-2005 αίτησή της ζήτησε την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την προαναφερόμενη αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, για τον ίδιο λόγο που αναφέρει στην ένδικη αίτηση, επικαλούμενη, ως νέες αποδείξεις, τα παραπάνω έγγραφα, εκτός από την υπ' αριθμ. 726/11-3-2007 ένορκη βεβαίωση, πλην όμως με την υπ' αριθμ. 1615/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι "... τα στοιχεία αυτά είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό μ' εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, δεν καθιστούν φανερό ότι η αιτούσα είναι αθώα..." καθόσον δεν προέκυπτε μετά βεβαιότητος ότι η ολοσχερής εξόφληση των παραπάνω επιταγών μετά των τόκων και εξόδων έλαβε χώρα κατά την επικαλούμενη ημερομηνία την 1-4-2002 και πάντως πριν η άνω καταδικαστική απόφαση καταστεί αμετάκλητη, ενόψει μάλιστα και του ότι η αιτούσα, δικηγόρος, επιδίωξε το πρώτον την επανάληψη της διαδικασίας μετά την παρέλευση τριών περίπου ετών, αφότου κατά τους ισχυρισμούς της, αποκατέστησε πλήρως τους εγκαλούντες, γι'αυτό και απορρίφθηκε ως αβάσιμη, η σχετική αίτησή της. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα τα ανωτέρω νέα στοιχεία και ειδικότερα η υπ' αριθμ. 726/11-3-2007 ένορκη βεβαίωση της Γ1 τα οποία επικαλείται η αιτούσα για την ευδοκίμηση της κρινόμενης αιτήσεώς της, τόσο από μόνα τους, όσο και σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί και ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω υπ' αριθμ. 93-93α/12-5-2000 σε βάρος της καταδικαστική απόφαση, δεν καθιστούν φανερό ότι η αιτούσα είναι αθώα, διότι κρίνονται εξαιρετικά αδύναμα ως προς την απόδειξη των κρίσιμων εν προκειμένω περιστατικών, δηλαδή: 1) της πλήρους αποζημίωσης των κομιστών, 2) της καταβολής της αποζημίωσης κατά την επικαλούμενη ημερομηνία (1-4-2002) και πάντως πριν η άνω καταδικαστική απόφαση καταστεί αμετάκλητη, ενόψει μάλιστα και του ότι η αιτούσα, δικηγόρος, επιδίωξε, όπως προαναφέρθηκε, την επανάληψη της διαδικασίας, το πρώτον μετά την παρέλευση τριών ετών, αφότου κατά τους ισχυρισμούς της, αποζημίωσε πλήρως τους εγκαλούντες. Συνεπώς, ο επικαλούμενος λόγος από την αιτούσα για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας είναι αβάσιμος και θα πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν η κρινόμενη αίτηση και να καταδικαστεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21 Ιανουαρίου 2007 (ημερομ. κατάθ. 3 Απριλίου 2007) αίτηση της χ1, για επανάληψη προς το συμφέρον της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 93-93α/12-5-2000 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Και Καταδικάζει την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιανουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.