Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1170 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Έγγραφα, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία. Περίληψη: Κακουργηματική απάτη κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό περιουσιακό όφελος που αποκόμισε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με αντίστοιχη συνολική ζημία των παθόντων πολιτικώς εναγόντων - που λαμβάνεται υπόψη κατ’ εφαρμογή του άρθρου 98§2 Π.Κ. και στις πράξεις που τελέσθηκαν προ της ισχύος του ν. 2721/99, αφού ο νέος αυτός νόμος είναι στο σύνολό του επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο - υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και για την κατηγορία και για τον αυτοτελή ισχυρισμό (ελαφρυντικών) του κατηγορουμένου και ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και να στερήσει την απόφαση από νόμιμη βάση. Απορρίπτονται οι περί του αντιθέτου λόγοι (510 § 1 στοιχ. Δ΄ & Ε΄ ΚΠοινΔ). Επαρκής προσδιορισμός ταυτότητας εγγράφων και φωτογραφιών. Απορρίπτεται ο αντίθετος λόγος 510 § 1 στοιχ. Α΄. Απορρίπτει. Αριθμός 1170/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 1944/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γεωργανά και 2) Ψ2 που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γεωργανά. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιανουαρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 300/
- Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος, και η οποία (βλάβη) υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Κατά την παράγραφο δε 3 του ίδιου πιοπάνω άρθρου 386 ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ). Η νεότερη αυτή διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999, ως αξιώνουσα πρόσθετα στοιχεία για την κακουργηματική μορφή του εγκλήματος της απάτης, είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο και επομένως πρέπει αυτή να εφαρμόζεται αναδρομικά και για πράξεις που είχαν τελεσθεί προηγουμένως (άρθρο 2 § 1 του Π.Κ.). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 § 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 98 ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με την υποπαρ. 1.
- της παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Στην περίπτωση της απάτης κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια εφαρμόζεται η παραπάνω διάταξη (του άρθρου 98 § 2 ΠΚ για το άθροισμα του ποσού) και για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από το Ν. 2721/1999, αφού ο νέος αυτός νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη, πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, ρύθμιση δεν προβλεπόταν καθόλου περιορισμός ποσού. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινή διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικώς της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1944/2005 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν (κατά την γνώμη που επικράτησε στο εν λόγω Δικαστήριο) τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από των αρχών του έτους 1996 έως τα τέλη του έτους 2000 με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένες περιουσίες, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος εμφανίζονταν συχνά σε συγκεκριμένο τηλεοπτικό σταθμό και στις συζητήσεις που ακολουθούσαν δήλωνε ότι ασχολούνταν συστηματικά με έρευνες σχετικές με τη θρησκεία, την ανθρώπινη ύπαρξη, την Ελληνοχριστιανική παιδεία και την αναζήτηση φιλοσοφικών εννοιών. Αφού δημιούργησε με τον τρόπο αυτό κύκλο οπαδών, διοργάνωνε κατά διαστήματα συγκεντρώσεις σε διάφορες αίθουσες (ξενοδοχείων κλπ) με δαπάνες των οπαδών του, τους οποίους προσπαθούσε να εντυπωσιάσει, αναπτύσσοντας τις άνω ιδέες του και δίνοντας σε εκείνους την εντύπωση ότι είναι ξεχωριστός και θεόσταλτος. Επεδίωκε, επίσης, να έχει μεμονωμένες συναντήσεις και επαφές στην οικία του με ορισμένους από τους "θαυμαστές του" (τους πλέον αφελείς) και εκμεταλλευόμενος την αφέλεια, έλλειψη παιδείας και πείρας και κυρίως το θρησκευτικό φανατισμό τούτων, παρίστανε ψευδώς σ' αυτούς ότι είναι η συνεχής μετενσάρκωση διαφόρων προσωπικοτήτων της αρχαιότητας, όπως του Οδυσσέα, του Μεγάλου Αλεξάνδρου, θεών της αρχαίας Αιγύπτου και τελευταία του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου. Προκειμένου να εντυπωσιάσει τους εκάστοτε καλεσμένους του και να γίνει πιο πιστευτός, εμφανίζονταν στην οικία του, όπου επικρατούσε μισοσκόταδο, έκαιγαν λιβάνια και αρώματα και η διακόσμηση της αποτελούνταν κυρίως από αγάλματα θεών της αρχαιότητας, με χλαμύδες και κελεμπίες, βαμμένος, άλλοτε όρθιος και άλλοτε καθισμένος σε αυτοσχέδιους "θρόνους", κάτω από ευμεγέθεις εικόνες του Χριστού, που διακοσμούσαν τους τοίχους του δωματίου του. Όπως κατέθεσαν μάρτυρες που είχαν επισκεφθεί την οικία του, "το θέαμα ήταν φοβερό και υποβλητικό". Προξενούσε φόβο στους μεμονωμένους οπαδούς του, με τους οποίους είχε συχνά συναντήσεις στην οικία του και αλλού, "για τους έσχατους καιρούς που πλησιάζουν" και! διέδιδε ότι ο "Αντίχριστος", που σύντομα θα εμφανίζονταν, θα έσπερνε τον όλεθρο και την καταστροφή, ότι ο ίδιος είχε τη δυνατότητα να τους σώσει και ότι η μόνη ελπίδα σωτηρίας τους ήταν να καταφύγουν στα βουνά και στις έρημους, αλλά κυρίως να ιδρύσουν ένα κοινόβιο, όπου θα συγκεντρωθούν όλοι για να προστατευθούν και θα τρέφονταν με σπόρους και είδη που θα καλλιεργούσαν οι ίδιοι. Καθιστούσε όμως σε όλους γνωστό, ότι προκειμένου να πραγματοποιήσουν τον στόχο αυτό έπρεπε να συγκεντρώσουν χρήματα. Ο κατηγορούμενος, με τις εν λόγω ψευδείς παραστάσεις του, έπεισε τους εγκαλούντες και του κατέβαλαν σταδιακά, υπό μορφή δανείου, όπως τους διαβεβαίωνε, α) η Ψ1, από τον Ιούλιο 1996 έως το Σεπτέμβριο 1999, δραχμές 9.830.000, που αντιστοιχούν σε 28.847,61 ευρώ, ποσό που ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε να της καταβάλει δυνάμει της 3362/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (κατά της οποίας ο κατηγορούμενος άσκησε την από 2.11.2004 έφεση, που εκκρεμεί), β) ο Γ1 (ο οποίος αργότερα χειροτονήθηκε ιερέας), κατά το έτος 1996, δραχμές 5.000.000 και γ) ο Ψ2, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1998 έως το έτος 2.000, δραχμές 3.900.000, που αντιστοιχούν σε 11.445,33 ευρώ, ποσό που ο κατηγορούμενος υποχρεώθηκε να του καταβάλει δυνάμει της 1594/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, αν και (η απόφαση αυτή) κατέστη τελεσίδικη, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 3937/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, δεν κατέβαλε ακόμη, εκκρεμεί όμως κατά της απόφασης αυτής η από 14.10.2005 αναίρεση του κατηγορουμένου. Η αδελφή του Ψ2 έπασχε κατά την άνω περίοδο από καρκίνο (απεβίωσε τελικά), ο δε κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος και την άσχημη ψυχολογική κατάσταση του εγκαλούντος, βεβαίωνε προσέτι σ' αυτόν ότι μπορούσε με τις προσευχές του να σώσει την αδελφή του. Ο Γ1 είχε καταβάλει επιπλέον και το ποσό δραχμών 1.000.000, για άλλη όμως αιτία, προς διευκόλυνση του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα για εξόφληση δανείου εκείνου προς τρίτον και, όπως αμφότερα τα μέρη αναγνωρίζουν, τα χρήματα αυτά καταβλήθηκαν απευθείας στον δανειστή του κατηγορουμένου, χωρίς καμία ανάμειξη του τελευταίου. Ο κατηγορούμενος την 8.3.2002, δηλαδή πριν ακόμη εξεταστεί με οποιονδήποτε τρόπο (απολογήθηκε το πρώτον ενώπιον του Ανακριτή του 19ου τακτικού τμήματος Αθηνών πολύ αργότερα, την 14.3.2003), μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον Γ1 την Νο ....... επιταγή της ΑΒΝ AMRO, ποσού 14.673,51 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο καταβληθέν ποσό των 5.000.000 δραχμών, επέστρεψε δηλαδή σε εκείνον το εν λόγω ποσό και, όπως ο ίδιος ο παθών αναγνωρίζει και δηλώνει εγγράφως στην ταυτόχρονη (από 8.3.2002) απόδειξη παραλαβής - δήλωση, έλαβε την άνω επιταγή "σε εξόφληση αντίστοιχου χρηματικού ποσού που είχε δανείσει στον Χ1 και ότι δεν έχει καμία άλλη απαίτηση ή αξίωση από την προαναφερθείσα αιτία, ούτε από οποιαδήποτε άλλη αιτία...", δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, το επιπλέον ποσό των 1.000.000 δραχμών είχε καταβληθεί για άλλη αιτία. Όλες οι αναφερόμενες βεβαιώσεις και παραστάσεις του κατηγορουμένου ήταν ψευδείς και ο ίδιος τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους, αφού ήξερε ότι δεν αποτελούσε μετενσάρκωση κανενός προσώπου και κυρίως του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, ούτε είχε την ικανότητα ή δυνατότητα να σώσει τους οπαδούς του από τους "έσχατους καιρούς" και τον "Αντίχριστο". Προέβη όμως ο κατηγορούμενος στις εν λόγω ψευδείς παραστάσεις προκειμένου, επί ζημία έστω των δύο εγκαλούντων Ψ1 και Ψ2, που είναι ιδιαίτερα μεγάλη, να ωφεληθεί ο ίδιος αντίστοιχα το συνολικό ποσό των 40.292,44 (28.847,61 + 11.445,33) ευρώ που υπερβαίνει το τοιούτο των 15.000 ευρώ. Η Ψ1, με την οποία στο μεταξύ ο κατηγορούμενος είχε συνάψει και ερωτικό δεσμό, προκειμένου να εξοικονομήσει τα χρήματα που κατέβαλε σ' αυτόν, προσέφυγε σε δανεισμό από Τράπεζες, το δε ποσό των 5.000.000 δραχμών που πρόσφερε ο Γ1 αποτελούσε μέρος τιμήματος από την πώληση οικίας του. Αποδείχτηκε, επίσης, ότι, εκτός των πιο πάνω παθόντων, έπεισε και άλλους ο κατηγορούμενος με τις ίδιες ψευδείς βεβαιώσεις και του κατέβαλαν, για την αναφερόμενη αιτία, διάφορα ποσά, όπως οι ..... και ..... (οι τελευταίοι, για προσωπικούς τους λόγους, δεν προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη). Περί των ανωτέρω, πειστικές τυγχάνουν οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίοι μετά λόγου γνώσεως βεβαιώνουν ότι ο κατηγορούμενος εμφανίζονταν ως μετενσάρκωση διαφόρων προσωπικοτήτων, κυρίως του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου (επισκέπτονταν μάλιστα τακτικά με οπαδούς του τη νήσο Πάτμο και κατά την εορτή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου τους κερνούσε λέγοντας ότι γιορτάζει ο ίδιος), έσπερνε το φόβο στους συνομιλητές του για τους "έσχατους καιρούς" που πλησιάζουν και τον "Αντίχριστο", που σύντομα θα εμφανίζονταν, και δημιουργούσε σε εκείνους την ελπίδα της σωτηρίας με την ίδρυση βασικά του κοινοβίου. Την προκειμένη κατ' εξακολούθηση πράξη της απάτης, με συνολική ζημία τουλάχιστον των δύο άνω παθόντων και αντίστοιχο δικό του οικονομικό όφελος, που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, τέλεσε ο κατηγορούμενος κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεσή της και την ιστορηθείσα υποδομή, που είχε διαμορφώσει, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος, αλλά και κατά συνήθεια, αφού από την κατ' επανάληψη τέλεσή της προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξή της ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Και είναι γεγονός ότι ορισμένες από τις άνω ψευδείς παραστάσεις και βεβαιώσεις του κατηγορουμένου αναφέρονται στο μέλλον, όπως "πλησιάζουν οι έσχατοι καιροί... θα εμφανίζονταν ο Αντίχριστος... για να σωθούν έπρεπε να ιδρύσουν κοινόβιο". Οι εν λόγω, όμως, αναληθείς παραστάσεις συνοδεύονταν ταυτόχρονα με άλλες ψευδείς βεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων αναληθών γεγονότων που ανάγονταν στο παρόν, όπως ότι είναι η μετενσάρκωση προσωπικοτήτων της αρχαιότητας, κυρίως δε του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, ότι πρέπει να συγκεντρώσουν χρήματα για την ίδρυση του κοινοβίου και ότι έχει την ικανότητα και δυνατότητα να τους σώσει, οι οποίες ψευδείς παραστάσεις δημιούργησαν στους παθόντες την εσφαλμένη εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη άνω ψευδή κατάσταση του δράστη, ο οποίος γνώριζε ότι ήταν αδύνατο να εκπληρώσει. Ως εκ τούτου, στοιχειοθετείται το έγκλημα της απάτης. Ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι έλαβε τα πιο πάνω ποσά από τους παθόντες εξαιτίας σύμβασης δανείου που συνήψε με εκείνους, για τούτο και οι Ψ1 και Ψ2 στηρίζουν τις από 30.9.2002 και 7.10.2002 αγωγές τους, αντίστοιχα, που άσκησαν εναντίον του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στην προκειμένη σύμβαση. Αποδείχθηκε, όμως, ότι οι επικαλούμενες συμβάσεις δανείου ήταν απότοκες των αναληθών βεβαιώσεων και παραστάσεων του κατηγορουμένου που περιγράφηκαν, συνεπεία των οποίων και αποκλειστικά οι εγκαλούντες προέβησαν στη κατάρτισή τους, γεγονός που μνημονεύουν και στις άνω αγωγές τους που αναγνώθηκαν, όπως δε μετά λόγου γνώσεως κατατέθηκε τόσο από τους ίδιους, όσο και από όλους τους μάρτυρες κατηγορίας, από τις αναφερόμενες ψευδείς παραστάσεις του κατηγορουμένου πείστηκαν και κατέβαλαν στον τελευταίο (έστω και υπό μορφή δανείου) τα αναφερόμενα ποσά, ενέργεια στην οποία δεν θα προέβαιναν αν γνώριζαν την πραγματική κατάσταση, ότι δηλαδή τα ανωτέρω τυγχάνουν ψευδή. Συνεπώς, πρέπει, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος κακουργηματικής απάτης σε βάρος των εγκαλούντων Ψ1 και Ψ2, κηρυχθεί δε αθώος της αποδιδόμενης σ' αυτόν ίδιας πράξης σε βάρος του εγκαλούντος Γ1, λόγω εξάλειψης του αξιόποινου, κατ' άρθρα 379 παρ. 1α και 393 παρ. 1 ΠΚ, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ο κατηγορούμενος με δική του θέληση και πριν ακόμη εξεταστεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του, ικανοποίησε εντελώς τον παραπάνω παθόντα. Πρέπει, επίσης, να αναγνωριστεί στον κατηγορούμενο το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2ε του ΠΚ, απορριπτόμενου του αιτήματος αυτού για την αναγνώριση επιπροσθέτως και του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ, καθόσον, ανεξαρτήτως του ποινικού του μητρώου, δεν προέκυψε από την όλη διαδικασία ότι ο κατηγορούμενος ως το χρόνο που έγινε το άνω έγκλημα έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, Χ1 για την αποδιδόμενη σ'αυτόν πιο πάνω αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης κατ'εξακολούθηση εις βάρος των άνω εγκαλούντων Ψ1 και Ψ2 και, αφού αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' του ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών ετών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία έτη, ενώ κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο για την αποδιδόμενη σ'αυτόν ίδια πιο πάνω πράξη εις βάρος του εγκαλούντος Γ
- Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. στ', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98, 386 παρ. 1β και 3α του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Δεν αποτελούν δε λόγο αναιρέσεως, όπως προεκτέθηκε στη νομική σκέψη, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, εντεύθεν δε είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Περαιτέρω, εκτίθεται στην αιτιολογία, - η οποία δεν περιέχει αποκλειστικά και μόνο τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και ταυτίζονται με εκείνα του διατακτικού της αποφάσεως, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται -, ότι οι αναφερόμενες βεβαιώσεις και παραστάσεις του κατηγορουμένου προς τους παθόντες πολιτικώς ενάγοντες Ψ1 και Ψ2, με τις οποίες τους έπεισε και του κατέβαλαν σταδιακά, υπό μορφή δανείου, όπως τους διαβεβαίωνε, τα προμνημονευθέντα χρηματικά ποσά, ήταν ψευδείς και ο ίδιος ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς τους, αφού ήξερε ότι δεν αποτελούσε μετενσάρκωση κανενός προσώπου και κυρίως του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, ούτε είχε την ικανότητα ή δυνατότητα να σώσει τους οπαδούς του από τους "έσχατους καιρούς" και τον "Αντίχριστο" και ότι προέβη αυτός στις εν λόγω ψευδείς παραστάσεις προκειμένου, επί ζημία των άνω πολ. εναγόντων, που είναι ιδιαίτερα μεγάλη, να ωφεληθεί ο ίδιος αντίστοιχα το συνολικό ποσό των 40.292,44 ευρώ. Επίσης, εκτίθεται στην αιτιολογία της αποφάσεως ότι ναι μεν ορισμένες από τις άνω ψευδείς παραστάσεις και βεβαιώσεις του κατηγορουμένου αναφέρονταν στο μέλλον, όπως "πλησιάζουν οι έσχατοι καιροί... θα εμφανίζονταν ο Αντίχριστος... για να σωθούν έπρεπε να ιδρύσουν κοινόβιο", πλην όμως οι παραστάσεις αυτές συνοδεύονταν ταυτόχρονα από άλλες ψευδείς βεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων αναληθών γεγονότων, που ανάγονταν στο παρόν, όπως ότι είναι η μετενσάρκωση προσωπικοτήτων της αρχαιότητας, κυρίως δε του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, ότι πρέπει να συγκεντρώσουν χρήματα για την ίδρυση του κοινοβίου και ότι έχει την ικανότητα και δυνατότητα να τους σώσει, οι οποίες ψευδείς παραστάσεις δημιούργησαν στους παθόντες την εσφαλμένη εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη πιο πάνω ψευδή κατάσταση του δράστη, ο οποίος γνώριζε ότι ήταν αδύνατο να εκπληρώσει. Προς τούτοις, ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της άνω πράξεως της απάτης, το Πενταμελές Εφετείο με πλήρη αιτιολογία στήριξε την κρίση του τόσο στην επανειλημμένη τέλεση της παραπάνω πράξεως, η οποία συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ'εξακολούθηση, όσο και στην ειρημένη υποδομή που είχε διαμορφώσει αυτός με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως αυτής, από τις οποίες προκύπτει ο σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Επίσης, αιτιολογημένα δέχθηκε το άνω Δικαστήριο ότι η επίμαχη εξακολουθητική πράξη της απάτης φέρει το χαρακτήρα κακουργήματος, αφού τέλεσε αυτήν ο αναιρεσείων κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος που αποκόμισε αυτός με αντίστοιχη συνολική ζημία των παθόντων - που λαμβάνεται εν προκειμένω υπόψη, κατ'εφαρμογή του άρθρου 98 παρ. 2 του ΠΚ, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας - υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, εντεύθεν δε δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη ακριβούς προσδιορισμού του χρόνου τελέσεως καθεμιάς από τις άνω μερικότερες πράξεις του ενλόγω εγκλήματος, αφού δεν τίθετο για καμιά απ'αυτές θέμα παραγραφής. Περαιτέρω, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η παραδοχή του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι έπεισε αυτός με τις αναφερόμενες ψευδείς παραστάσεις του τους άνω εγκαλούντες και του κατέβαλαν "υπό μορφή δανείου" τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά αντιφάσκει προς την επόμενη παραδοχή του αυτού σκεπτικού, κατά την οποία οι εγκαλούντες από τις αναφερόμενες ψευδείς παραστάσεις του κατηγορουμένου πείστηκαν και κατέβαλαν σ'αυτόν, "έστω και υπό μορφή δανείου" τα εν λόγω ποσά, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού πρόκειται εν προκειμένω για σχεδόν ταυτόσημη (παρεμφερή) φραστική διατύπωση, που δεν θίγει καθόλου τη σαφήνεια και πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως. Τέλος, σε σχέση με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο αυτού της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' του ΠΚ, ο ισχυρισμός αυτός, έτσι όπως είχε προβληθεί με μόνη την αναφορά της σχετικής αυτής διατάξεως και χωρίς τη μνεία οιουδήποτε περιστατικού, από το οποίο να προκύπτει ο πρότερος έντιμος βίος του κατηγορουμένου, ήταν αόριστος και απαράδεκτος, εντεύθεν δε το Δικαστήριο δεν υποχρεούτο να απαντήσει, μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, στον εν λόγω ισχυρισμό του και εκ περισσού προέβη στην απόρριψή του με ιδιαίτερη αιτιολογία. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση τόσο με την κατηγορία, όσο και με τον άνω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, και β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο ως αποδεικτικού μέσου, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής, του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται, έτσι, ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του. έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν, δηλαδή, η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Περαιτέρω, φωτογραφίες ή άλλες απεικονίσεις δεν "αναγιγνώσκονται" κατά κυριολεξία, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, στους οποίους επιδεικνύονται για το σκοπό αυτό από τον διευθύνοντα τη συζήτηση. Συνεπώς, όταν στα πρακτικά αναγράφεται ότι αναγνώσθηκαν και τέτοια έγγραφα, είναι προφανές ότι η αναγραφή αυτή τίθεται με την πρόδηλη έννοια ότι επισκοπήθηκαν από τους διαδίκους, οι οποίοι έτσι έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους και τους παρασχέθηκε η δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το περιεχόμενό τους. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα: α) έγγραφο, άνευ ημερομηνίας, της Ιεράς Μητροπόλεως Ολύμπου, (υπ' αριθ. ...), β) η από ..... απόδειξη παραλαβής - δήλωση (υπ' αριθ. 11), γ) το από ..... έγγραφο της Κρατικής Εφορίας (υπ' αριθ. ...), δ) η από 19-6-02 εξώδικος διαμαρτυρία, πρόσκληση και δήλωση ενώπιον παντός αρμοδίου Δικαστηρίου (υπ'αριθ. 22), ε) η από 10-8-02 εξώδικος απάντηση - πρόσκληση και δήλωση ενώπιον παντός αρμοδίου Δικαστηρίου (υπ'αριθ. 24), στ) απόσπασμα χειρόγραφης επιστολής (υπ'αριθ. 25) και ζ)
(10)φωτογραφίες που επεδείχθησαν (υπ'αριθ. 38). Η κατά τον άνω τρόπο καταχώριση στα πρακτικά των πιο πάνω (υπό στοιχ. α' έως και στ') εγγράφων δεν δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους, ενόψει του ότι άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν, με την ανάγνωση δε αυτών κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, ο οποίος είχε έτσι τη δυνατότητα να υποβάλλει τις παρατηρήσεις του επ'αυτών, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αυτά αναφέρονται στα πρακτικά. Επίσης, υπό την προεκτεθείσα διατύπωση επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητα των ανωτέρω φωτογραφιών και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους και δη του χρόνου λήψεως αυτών και του τι απεικονίζουν, αναφέρεται δε στην απόφαση η επίδειξη και επισκόπηση των εν λόγω φωτογραφιών από τους παράγοντες της δίκης, άρα και από τον αναιρεσείοντα, ο οποίος έτσι έλαβε γνώση των σ'αυτές απεικονίσεων και είχε εντεύθεν τη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους. Επομένως, ο εκ του άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, γιατί το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσεώς του τα ανωτέρω έγγραφα (μεταξύ των οποίων είναι και οι πιο πάνω φωτογραφίες), ως προς τα οποία, όμως, όπως ισχυρίζεται, δεν προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων και δη μόνο των εξ αυτών Ψ1 και Ψ2 οι οποίοι και παραστάθηκαν στη δίκη ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26 Ιανουαρίου 2006 (υπ'αριθ. πρωτ. 964/30-1-2006) αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 1944/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα α) στα δικαστικά έξοδα, που ανέχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ, και β) στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων Ψ1 και Ψ2 εκ πεντακοσίων
(500)ευρώ για καθένα απ' αυτούς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Οκτωβρίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ