Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 118 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Πλαστογραφία. Περίληψη: Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για τις παραβάσεις των άρθρων 216 παρ. 1-3 και 386 παρ. 1 και 3α του Π.Κ. Αριθμός 118/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Ελευθέριο Μάλλιο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2325/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 566/
- Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 237/13-6-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ'αρθρ 485 &1 ΚΠΔ την με αριθμ. 30/29-2-2007, και όχι 2003 όπως αναγράφεται στην έκθεση αναίρεσης (του λάθους αυτού θεωρουμένου ως λάθους από παραδρομή του γραμματέα που συνέταξε την έκθεση αναίρεσης) αίτηση του Χ1 γενομένη δια πληρεξουσίου ο οποίος είχε την προς τούτο εξουσιοδότηση η οποία προσαρτάται στην έκθεση αναίρεσης , για αναίρεση του με αριθμ. 2325/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίπτεται κατ ουσία η με αριθμ. 167/29-5-2006 έφεση του κατά του με αριθμ. 595/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για α) πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος ποσού άνω των 15.000 ευρώ και β) απάτη στο δικαστήριο, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και με περιουσιακή ζημία άνω των 15.000 ευρώ και εκθέτω τα ακόλουθα. Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από κατηγορούμενο και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματικές πράξεις και περιέχει ως λόγο, την, έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (άρθρ. 484 & 1 α, και δ, ΚΠΔ) Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί προβαλλόμενος λόγος ο οποίος συνίσταται στο ότι α) στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ειδικά ότι δεν υπάρχουν πραγματικά περιστατικά προς υποστήριξη της υποκειμενικής υπόστασης των πράξεων για τις οποίες παραπέμπεται όπως επίσης απέρριψε τους ισχυρισμούς του οποίους υπέβαλλε αναιτιολόγητα και β) ότι αναιτιολόγητα τον παρέπεμψε με την επιβαρυντική περίπτωση ότι διαπράττει πλαστογραφίες και απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια γιατί δεν αναφέρει κανένα πραγματικό περιστατικό για να δικαιολογήσει την κρίση του αυτή . Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, όπως η διάταξη της τελευταίας παραγράφου ισχύει μετά το άρθρο 1 παρ. 7 εδ. α' του Ν.2408/1996 παρ. 1 "όποιος καταρτίζει πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση.... παρ.
- Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παρ. 1 και 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών". και η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1472α του Ν 2721/99 κατά την οποία '' εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δρχ (73.370 ευρώ) '' Με τις διατάξεις αυτές θεσμοθετείται το έγκλημα της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος χάριν της προστασίας των υπομνημάτων τα οποία αποτελούν διακινούμενα έγγραφα με ουσιώδες περιεχόμενο και από τα οποία πηγάζουν δικαιώματα και υποχρεώσεις. Για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται η κατάρτιση εξ υπαρχής εγγράφου από μη δικαιούμενο πρόσωπο ή νόθευση του περιεχομένου του καταρτισμένου ήδη γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος συνιστάμενος στη γνώση και θέληση παραγωγής των περιστατικών, τα οποία θεμελιώνουν την πράξη της πλαστογραφίας, συγχρόνως όμως και σκοπός του υπαιτίου όπως με τη χρήση του πλαστού εγγράφου ή του εγγράφου που νοθεύτηκε παραπλανηθεί άλλος για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες με στόχο να προσπορίσει στον εαυτό του ή άλλον, με βλάβη τρίτου, περιουσιακό όφελος ή να βλάψει τρίτον, χωρίς να ασκεί επιρροή ή επέλευση του περιουσιακού οφέλους ή βλάβη του τρίτου. Ως έγγραφο δε κατά την έννοια του νόμου είναι κατ' άρθρο 13 εδ. γ' του Π.Κ κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία και κάθε σημείο που προορίζεται ν' αποδείξει τέτοιο γεγονός για την στοιχειοθέτηση δε της κακουργηματικής μορφής της πλαστογραφίας απαιτείται και πρόσθετος σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του η σε άλλο περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλο εάν το ποσό υπερβαίνει το ποσό των 73,000 ευρώ ή να διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή ζημία άλλου υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ.( ΑΠ 858/2004 ΠΧ NE-322 AP 1505/2004 Π X NE 622 ΑΠ 814/2000 ,ΠΧ ΝΑ-130 ΑΠ 1167/2000 Πράξ.και Λόγος -2000). Κατά δε το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών." Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και να πραγματοποιήσει το όφελος αυτό, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παράγωγο αίτιο, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις χωρίς να απαιτείται και ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος προσώπου. Ως γεγονότα δε νοούνται τα αναφερόμενα σε πραγματικά περιστατικά, παρελθόντα ή τουλάχιστον υπάρχοντα κατά το χρόνο της παράστασης από το δράστη αυτών ως αληθινών, όχι δε και τα δυνάμενα να συμβούν στο μέλλον, εκτός αν οι στο μέλλον αναφερόμενες διαβεβαιώσεις παρίστανται ως απλή συνέπεια μιας συγχρόνως παριστάμενης παρούσας ή παρελθούσας πραγματικής κατάστασης. Εξάλλου κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/96, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Όμως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/99, που άρχισε να ισχύει από 3 Ιουνίου 1999 ως εξής: "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών, ή β) το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών." Από τη διατύπωση της τελευταίας αυτής διάταξης προκύπτει ότι για να είναι πλέον η απάτη κακούργημα πρέπει ο υπαίτιος ή να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών, ή 15.000 ευρώ ή χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιπτώσεων κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, το όφελος που επιδιώκει ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών η 73.000 ευρώ. Για τον προσδιορισμό του ποσού στην κατ' εξακολούθηση απάτη για το χαρακτηρισμό αυτής ως κακουργήματος λαμβάνεται υπόψη, το συνολικό όφελος αυτού ή η συνολική ζημία των παθόντων αν ο δράστης με τις μερικότερες πράξεις απέβλεπε στο αποτέλεσμα αυτό. (ΑΠ 1913 /2000, ΑΠ 1820/2003, 1944/2003, ΑΠ 190/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δέχθηκε ανέλεγκτα όπως εκτίθενται στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία λεπτομερώς αναφέρει, προέκυψαν τα εξής: Ο αναιρεσείων έμπορος κρεάτων και προμηθευτής της μηνύτριας επέδωσε στην μηνύτρια την με ημερομηνία 18-3-2005 εξώδικη δήλωση πρόσκληση με την οποία την καλούσε να του καταβάλλει το ποσό των 196,44 ευρώ, το οποίο του όφειλε από αγορές κρεάτων για το διάστημα από 22-4-2003 έως 31-5-
- Η μηνύτρια με εξώδικη απάντηση τους του απάντησε ότι κατά το διάστημα αυτό δεν είχε κάνει αγορές από αυτόν και ότι η τελευταία αγορά που έκανε ήταν την 19-4-2003 και ότι δεν του όφειλε κανένα ποσό. Ο αναιρεσείων στην συνέχεια κατέθεσε αίτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο στο οποίο προσκόμισε τιμολόγια και δελτία αποστολής και ζήτησε την έκδοση διαταγής, και βάσει αυτών το παραπάνω δικαστήριο εξέδωσε την με αριθμ. 7964/2003 διαταγή πληρωμής την οποία κοινοποίησε στην εγκαλούσα η οποία και άσκησε κατ' αυτής ανακοπή η οποία απορρίφθηκε όπως απορρίφθηκε και σχετική έφεση της. Η μηνύτρια στην συνέχεια υπέβαλλε κατά του αναιρεσείοντα μήνυση για πλαστογραφία και απάτη στο δικαστήριο γιατί όπως εξέθετε στην μήνυση της δεν είχε κάνει αγορές κρεάτων από τον αναιρεσείοντα και ότι οι υπογραφές είχαν τεθεί από αυτόν. Ασκήθηκε κατ' αυτού η υπό κρίση ποινική δίωξη και διατάχθηκε τακτική ανάκριση στα πλαίσια της οποίας βάσει παραγγελίας του 22ου Ανακριτή Αθηνών διενεργήθηκε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη επί των τιμολογίων και των δελτίων αποστολής από την οποία προέκυψε ότι οι υπογραφές της μηνύτριας όπως και οι αναπτυγμένες μονογραφές επί των τιμολογίων δεν είχαν τεθεί από αυτήν αλλά από τον αναιρεσείοντα. Περαιτέρω από την σύγκριση των τιμολογίων και των δελτίων αποστολής κρεάτων από τον αναιρεσείοντα στην μηνύτρια κατά το πριν την 18-4-2003 χρονικό διάστημα προκύπτει ότι οι αγορές της μηνύτριας κατά το πριν την 18-4-2003 χρονικό διάστημα σε σχέση με τις μετά την ημερομηνία αυτή και συγκεκριμένα κατά το επίδικο διάστημα ποσότητες ήταν πολύ μικρότερες, και συγκεκριμένα ενώ οι αγορές πριν από τις 18-4-2003 ανέρχονταν σε ύψος όχι πάνω από 100 ευρώ κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ανέρχονταν σε ύψος από 352 έως και 1086 ευρώ. Για τα παραπάνω ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτιολογία ότι ο σύζυγος της μηνύτριας τροφοδοτούσε άλλα καταστήματα. Ο παραπάνω ισχυρισμός, δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό αλλά άρνηση της κατηγορίας και απορρίφθηκε από το προσβαλλόμενο σαν αβάσιμος, καθ' όσον οι αναφερόμενες ως από τον σύζυγο της μηνύτριας γενόμενες πωλήσεις γινόταν όχι με τιμολόγια της μηνύτριας άλλα με τιμολόγια του αναιρεσείοντα. Με τις παραδοχές αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα έχει πλήρη σαφή και συγκεκριμένη αιτιολογία και ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις παρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 98, 216 & 1-3 και 386 & 1-3β με τις οποίες κατηγορήθηκε και ότι δεν παρατηρούνται ούτε και υπάρχουν αντιφάσεις στην αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος, περιλαμβάνει δε πλήρη και σαφή περιστατικά της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται. Κατ' ακολουθία των παραπάνω η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου πρέπει ν' απορριφθεί. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί η με αριθμ. 21/2-2-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του με αριθμ. 2325/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντα. Αθήνα την 21-5-2007 Ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 216 παρ.1,2 και3 του ΠΚ, όπως ισχύει "
- όποιος καταρτίζει πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση...., παρ.
- Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο, παρ.
- Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παρ 1 και 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ". Από τις διατάξεις αυτές, που αποβλέπουν στην προστασία της ασφάλειας και της ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται η εξ υπαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατασκευή) από τον αυτουργό, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση παραγωγής των περιστατικών, τα οποία θεμελιώνουν την πράξη της πλαστογραφίας, συγχρόνως όμως και σκοπός του υπαιτίου όπως με τη χρήση του πλαστού εγγράφου ή του εγγράφου που νοθεύτηκε παραπλανηθεί άλλος για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, μεταβολή, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, αδιαφόρου όντος αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Ως έγγραφο δε κατά την έννοια του νόμου είναι κατ' άρθρο 13 εδ. γ' του ΠΚ κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία και κάθε σημείο που προορίζεται ν' αποδείξει τέτοιο γεγονός. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται : α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όντος αδιαφόρου, αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός και β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ενώ, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως του δευτέρου εδαφίου της εν λόγω παραγράφου, απαιτείται η προξενηθείσα ζημία να είναι ιδιαίτερα μεγάλη, πράγμα το οποίο κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας ανελέγκτως, πλην όμως, η κρίση του αυτή πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν η στο παρόν και όχι εκείνα, που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή ανάγονται στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις, εκτός αν οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα από ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν κατά τέτοιο τρόποι ώστε να δημιουργείται η εντύπωση, βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς πραγματικής καταστάσεως, μέλλοντας εκπληρώσεως από το δράστη, που έχει ειλημμένη εξ υπαρχής την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, οπότε αυτές, κατά την αληθινή έννοια της ανωτέρω διατάξεως, αποτελούν γεγονός και θεμελιώνουν, συντρεχόντων και των λοιπών απαιτούμενων συστατικών όρων, την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης. Από δε την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου προκύπτει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ.... Απάτη μπορεί να τελεσθεί και με παραπλάνηση του δικαστή, όταν υποβάλλεται ψευδής ισχυρισμός, ο οποίος υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσαγωγή και επίκληση πλαστών εγγράφων, από τα οποία παραπλανήθηκε ο δικαστής και εξέδωσε απόφαση, συνεπεία της οποίας επέρχεται βλάβη στην περιουσία του αντιδίκου του. Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδάφ. στ' του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από το πρώτο εδάφιο της διατάξεως αυτής (13 στ' ΠΚ) προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής αυτής περιπτώσεως, απαιτείται, αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής. Από το δεύτερο εδάφιο της ιδίας παραγράφου προκύπτει ότι κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, Γ' Τμήμα Διακοπών, με αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, δέχτηκε ανέλεγκτα ότι από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος, προέκυψαν τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ο αναιρεσείων, έμπορος κρεάτων και προμηθευτής της εγκαλούσας, επέδωσε σ' αυτήν τη με ημερομηνία 18-3-2005 εξώδικη δήλωση- πρόσκληση, με την οποία την καλούσε να του καταβάλει το ποσό των 19.644,66 ευρώ, ως οφειλόμενο από αγορές κρεάτων, για το διάστημα από 22-4-2003 έως 31-5-
- Η εγκαλούσα με εξώδικη απάντηση του δήλωσε ότι κατά το διάστημα αυτό δεν είχε κάνει αγορές από αυτόν και ότι η τελευταία αγορά που έκανε ήταν στις 19-4-2003 και ότι δεν του όφειλε κανένα ποσό. Ο αναιρεσείων όμως, με την από 1-7-2003 αίτηση του, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά της εγκαλούσας με βάση τα τιμολόγια-δελτία αποστολής, που αναφέρονται λεπτομερώς στο προσβαλλόμενο βούλευμα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε. Με βάση αυτά το παραπάνω δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμό 7964/2003 διαταγή πληρωμής, με την οποία διατασσόταν η εγκαλούσα να καταβάλλει στον αιτούντα το ως άνω ποσό, νομιμοτόκως, την οποία κοινοποίησε στην εγκαλούσα. Κατ' αυτής η τελευταία άσκησε ανακοπή, η οποία απορρίφθηκε με την115/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως απορρίφθηκε και η από 24-2-2005 έφεση αυτής- ανακόπτουσας με τη 1317/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Η εγκαλούσα υπέβαλε στην Εισαγγελία Πλημ/κών Αθηνών την από 24-11-2003 έγκληση της, κατά του κατηγορούμενου και έτσι ασκήθηκε κατ' αυτού η υπό κρίση ποινική δίωξη και διατάχτηκε τακτική ανάκριση, στα πλαίσια της οποίας διενεργήθηκε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη επί των τιμολογίων-δελτίων αποστολής. Με την από 2-6-2005 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης ο δικαστικός γραφολόγος ...... αποφαίνεται ότι "οι υπό έλεγχο υπογραφές δεν τέθηκαν από τη ...... Όσο και με τις (σχετικά ανεπτυγμένες) μονογραφές στη θέση Ο ΕΚΔΟΤΗΣ.....προέρχονται από αυτόν (Χ1)......". Εξάλλου, με προγενέστερα τιμολόγια, ήτοι του έτους 2002 μέχρι και18-4-2003,πουηεγκαλούσα προμηθευόταν από τον αναιρεσείοντα προϊόντα κρέατος, η αξία των παραγγελιών κυμαίνονταν μεταξύ των 60-100 ευρώ, ενώ τα επίδικα τιμολόγια περιλαμβάνουν αυξημένες ποσότητες κρεάτων, που κυμαίνονται από 352-1086 ευρώ. Για τα παραπάνω ο αναιρεσείων προβάλει την αιτιολογία ότι ο σύζυγος της εγκαλούσας τροφοδοτούσε και άλλα ψητοπωλεία με τα εμπορεύματα του. Ο παραπάνω ισχυρισμός δεν αποτελεί αυτοτελή τοιούτο, αλλά άρνηση της κατηγορίας, απορρίφτηκε δε με το προσβαλλόμενο βούλευμα σαν αβάσιμος, με την αιτιολογία ότι οι τελευταίες αυτές πωλήσεις γίνονταν με τιμολόγια του κατηγορουμένου.....απ' ευθείας προς τους τρίτους προς τους οποίους ο ...... (σύζυγος της εγκαλούσας) προωθούσε τα προϊόντα κρέατος, κατά τη συμφωνία του μετά του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, δέχτηκε ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε επανειλημμένως με σχέδιο και μεθοδευμένα, με σκοπό το όφελος και πορισμό εισοδήματος για τον εαυτό του, έχοντας εξασφαλίσει την απαιτούμενη για την παράνομη συμπεριφορά του υποδομή και τις αναγκαίες για την επίτευξη του σκοπού του γνώσεις και με σταθερή ροπή στη διάπραξη των αδικημάτων αυτών. Έτσι που έκρινε το Συμβούλιο Εφετών και κατ' ακολουθίαν της κρίσης του αυτής απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του κατηγορουμένου κατά του βουλεύματος του πρωτοβάθμιου Συμβουλίου, που και αυτό τα ίδια είχε δεχθεί, περιέλαβε στο βούλευμα του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 98, 216 παρ. 1-3β και 386 παρ. 1 και 3α και 13 εδ. στ' του ΠΚ, είναι δε βάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί ο από το άρθρο 484 παρ. 1δ' του ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα. Κατά το μέρος δε που με αυτόν με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμηση τους, είναι απαράδεκτος. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθμό 30/29-2-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του 2325/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι
(220)ευρώ Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιανουαρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ