← Ελλάδα

ΑΠ 1182/2010 — Επανάληψη διαδικασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1182 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Επανάληψη της διαδικασίας (τρίτη κατά σειρά). Καταδικαστική απόφαση για δωροδοκία (δωροληψία). Ο λόγος επανάληψης που στηρίζεται στο άρθρο 525 § 1 περ. 3 του ΚΠΔ (ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων, πλαστά αποδεικτικά έγγραφα και παράβαση καθήκοντος δικαστών), απορρίπτονται ως αβάσιμοι (και τούτο διότι ορισμένα εκ των επικαλουμένων ως πλαστών εγγράφων δεν αναγνώσθηκαν, και συνεπώς δεν άσκησαν επιρροή στην καταδίκη του, άλλα διότι, καίτοι αναγνώσθηκαν, δεν άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του αιτούντα, ενώ ως προς τις φερόμενες ως ψευδείς καταθέσεις των μαρτύρων, που άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του αιτούντα, διότι δεν αποδεικνύεται ότι αυτοί καταδικάσθηκαν με αμετάκλητη απόφαση (ούτε και ο ίδιος αναφέρει κάτι τέτοιο ή ότι δεν συνέβη αυτό λόγω των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 525 § 2 του ΚΠΔ λόγων) -. Αριθμός 1182/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 30 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε στο Συμβούλιο αυτοπροσώπως για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 10162/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό1519/09 Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή με αριθμό 39/27-1-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Συμβούλιό Σας σύμφωνα με την διάταξη του αρ. 527 παρ. 3 Κ.Π.Δ. την από 29-9-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 10.162/2001 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, εκθέτω τα εξής: Κατά το άρθρο 525 παρ.1 του Κ.Π.Δ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον εκείνου που καταδικάστηκε για κακούργημα ή πλημμέλημα, μόνο στις τέσσερις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό. Μεταξύ αυτών είναι και η με την περίπτωση 2 της παρ. 1 του άνω άρθρου, κατά την οποία η διαδικασία επαναλαμβάνεται, αν μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νέα γεγονότα ή νέες αποδείξεις, θεωρούνται εκείνες που δεν είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που δίκασε και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που δίκασαν προηγουμένως. Νέες αποδείξεις ή γεγονότα μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, σε βαθμό που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, έστω και μετά από εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που τέθηκαν υπόψη τους , καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που την εξέδωσαν, εφόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Τη σχετική περί αυτού κρίση του σχηματίζει το επιλαμβανόμενο της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας αρμόδιο δικαστήριο από την έρευνα των πρακτικών της δίκης που προηγήθηκε και από τα έγγραφα που υπάρχουν στην δικογραφία. Εξάλλου, σύμφωνα με την περίπτωση 3 της παρ. 1 του αυτού ως άνω άρθρου, η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται επίσης προς το συμφέρον του καταδικασθέντος, αν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων η πραγματογνωμόνων ή πλαστά αποδεικτικά έγγραφα ή πειστήρια, τα οποία είχαν προσαχθεί και ληφθεί υπόψη στη διαδικασία του ακροατηρίου, ή δωροληψία ή άλλη από πρόθεση παράβαση καθήκοντος του δικαστή(όχι του εισαγγελέα Α.Π 263/1997) που μετείχε στο δικαστήριο που απάγγειλε την καταδίκη . Για να θεμελιωθεί όμως ο λόγος αυτός επανάληψης της διαδικασίας, πρέπει, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 2 του αυτού άρθρου, οι αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας , της πλαστογραφίας, της δωροληψίας ή της παράβασης καθήκοντος, να αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση , εκτός αν δεν εκδόθηκε τέτοια απόφαση, επειδή υπήρχαν νόμιμοι λόγοι που εμπόδιζαν την εκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της(όπως θάνατος του υπαιτίου, παραγραφή , οριστική αποχή από την δίωξη ή αναστολή της διαδικασίας λόγω ψυχικής νόσου του κατηγορούμενου) βεβαιούμενοι στην περίπτωση αυτή κατά την διαδικασία των άρθρων 528 παρ. 2 έως 4 του Κ.Π.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, με τη από 29-9-2009 τρίτη κατά σειρά αίτησή του, ο αιτών ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση σε βάρος του της υπ' αριθμ. 10162/2001 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη, καθόσον η ασκηθείσα κατ' αυτής αναίρεση, απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 443/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου . Με την προαναφερθείσα απόφαση καταδικάστηκε αυτός σε ποινή φυλάκισης 10 μηνών για δωροδοκία(δωροληψία) , η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, συνίσταται δε αυτή στο ότι στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 18-1-1996 μέχρι 30-1-1996 και σε μη επακριβώς διακριβωθείσα ημερομηνία, όντας δημόσιος υπάλληλος και υπηρετών στην ΙΘ Δ.Ο.Υ ..., εμφανίστηκε ενώπιον του Ζ, νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "Αφοί Ζ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε" και απαίτησε από αυτόν να του καταβάλλει το χρηματικό ποσό των 100.000 δραχμών, προκειμένου να μη καταχωρήσει στην έκθεση ελέγχου την φορολογική παράβαση που διαπίστωσε ως μέλος τριμελούς συνεργείου ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών, στο οποίο συμμετείχε μαζί με τους συναδέλφους του Ξ και Λ, κατά τον έλεγχο που διενεργήθηκε στην επί της οδού ... επιχείρηση καθαριστηρίου του τελευταίου,. Ειδικότερα το τριμελές αυτό συνεργείο, ενεργώντας την 18-1-1996 έλεγχο στην ανωτέρω επιχείρηση, διαπίστωσε παράβαση του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων(Π.Δ 186/1992), συνίστατο δε αυτή στο ότι δεν είχε χορηγηθεί σε πελάτισσα του καθαριστηρίου απόδειξη παροχής υπηρεσιών ποσού 4.500 δραχμών. Μετά την διενέργεια του ελέγχου και ενώ δεν είχε συνταχθεί ακόμη η σχετική έκθεση, ο αιτών εμφανίστηκε στην ως άνω επιχείρηση και απαίτησε από τον νόμιμο εκπρόσωπό της Ζ να του καταβάλλει το ποσό των 100.000 δραχμών, προκειμένου να μεριμνήσει ώστε να μη καταχωρηθεί στην έκθεση που επρόκειτο να συνταχθεί, η διαπιστωθείσα παράβαση. Ο Ζ όμως δεν ενέδωσε στην απαίτησή του και ενημέρωσε τηλεφωνικά για το περιστατικό τον Α, προϊστάμενο της Διεύθυνσης Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών, ο οποίος στη συνέχεια ενημέρωσε τον επόπτη του συνεργείου Φ. Μετά την ενημέρωσή του αυτή, ο Φ κάλεσε στο γραφείο του τα μέλη του συνεργείου και ερώτησε τον τότε κατηγορούμενο εάν επισκέφθηκε την επιχείρηση του Ζ και απαίτησε από αυτόν χρήματα, ο τελευταίος δε, παρουσία των άλλων δύο συναδέλφων του, απάντησε ότι "αφού έχουν διαβρωθεί τα πάντα, είπα και εγώ να βγάλω κάτι". Ακολούθως συντάχθηκε η από 31-1-1996 έκθεση ελέγχου που υπεγράφη και από τα τρία μέλη του συνεργείου, στην οποία καταχωρήθηκε η διαπιστωθείσα παράβαση, με βάση δε αυτήν επιβλήθηκε σε βάρος της επιχείρησης του Ζ πρόστιμο 120.000 δραχμών με την υπ' αριθμ.74/28-4-1996 απόφαση του προϊσταμένου της ΙΔ Δ.Ο.Υ .... Με βάση τα στοιχεία αυτά που προέκυψαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ζ, Α και Φ, το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την αξιόποινη πράξη της δωροδοκίας (δωροληψίας)και του επέβαλε την ποινή περί της οποίας έγινε λόγος. Ήδη με την τρίτη κατά σειρά αίτησή του ο ανωτέρω καταδικασθείς, επικαλούμενος την διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περιπτ. 3 του Κ.Π.Δ , ζητεί την προς το συμφέρον του επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. 10.162/2001 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Για την αποδοχή της αίτησής του αυτής , προσάγει και επικαλείται τα κατωτέρω έγγραφα, ήτοι: α) την από 31-1-1996 έκθεση ελέγχου των ελεγκτών της ΙΔ Δ.Ο.Υ ... Λ, Χ και Ξ , β) την υπ' αριθμ. 74/28-4-1996 απόφαση επιβολής προστίμου του προϊσταμένου της ΙΔ Δ.Ο.Υ ..., γ) το υπ' αριθμ. 2632/1998 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών , με το οποίο το Συμβούλιο τούτο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του Φ για παρότρυνση υφισταμένου κατ' εξακολούθηση , δ) την από 16-2-2004 έγκλησή του κατά του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ... για παράβαση καθήκοντος , ε) την υπ' αριθμ. 7/2005 απορριπτική επί της εγκλήσεως αυτής διάταξη της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θηβών , στ) την υπ' αριθμ.289/2005 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή του κατά της 7/2005 διάταξης της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θηβών, ζ) την υπ' αριθμ. 6399/1997 παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ... προς τον προϊστάμενο της ΙΔ Δ.Ο.Υ ..., στα πλαίσια της διενεργούμενης από αυτόν προανάκρισης σε βάρος του Φ, και η) την από 20-1-1997 αίτησή του προς την Πταισματοδίκη του 21ου τμήματος Αθηνών. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της απόφασης περί της οποίας πρόκειται , τα έγγραφα αυτά δεν ανεγνώσθησαν από το δικαστήριο που την εξέδωσε ( εκτός από το ανωτέρω υπό στοιχ. β έγγραφο), και συνεπώς δεν άσκησαν καμία επιρροή στην καταδίκη του αιτούντος. Κατά συνέπεια είναι αδιάφορο αν τα έγγραφα αυτά είναι πλαστά ή ενέχουν ψευδείς βεβαιώσεις ή έχουν οποιαδήποτε άλλα ελαττώματα ως προς την αποδεικτική τους αξία , αφού δεν άσκησαν επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου(άρθρο 525 παρ. 1 περ. 3Κ.Π.Δ) . Ανεξάρτητα όμως από την διαπίστωση αυτή , τα έγγραφα αυτά δεν συγκροτούν ούτε την έννοια των νέων αποδείξεων της περιπτώσεως 2 της παραγρ. 1 του άρθρου 525, που καθιστούν πρόδηλη της αθωότητά του. Το ακριβώς αντίθετο μάλιστα προκύπτει από το υπ' αριθμ. 2632/1998 βούλευμα με το οποίο το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του Φ για παρότρυνση υφισταμένου, πράξη η οποία συνίστατο στο ότι παρότρυνε τον τότε υφιστάμενό του και ήδη αιτούντα , να συντάξει την έκθεση κατά της επιχείρησης "Αφοί Ζ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε" κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μη προκύπτει σε βάρος της εταιρείας φορολογική παράβαση. Το απαλλακτικό αυτό βούλευμα, κάθε άλλο, παρά ελεγκτέα καθιστά την αξιοπιστία του μάρτυρα αυτό στο ακροατήριο του δικαστηρίου που εξέδωσε την επίμαχη απόφαση. Σημειώνεται ότι οι αιτιάσεις του αιτούντος κατά του βουλεύματος αυτού, απορρίφθηκαν ως αβάσιμες με την υπ' αριθμ. 1682/2009 απόφαση του Δικαστηρίου Σας, που έκρινε την αμέσως προηγούμενη με ημερομηνία 23-2-2009 αίτησή του . Εξάλλου, η υπ' αριθμ. απόφαση 74/28-4-1996 απόφαση επιβολής προστίμου του προϊσταμένου της ΙΔ' Δ.Ο.Υ ..., ανεγνώσθη μεν από το δικαστήριο, πλην όμως δεν άσκησε καμία επιρροή στην καταδίκη του αιτούντος, αφού όπως προκύπτει από το σκεπτικό της καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το δικαστήριο τούτο στήριξε της περί ενοχής του αιτούντος κρίση του, στις καταθέσεις των μαρτύρων Α και Φ, και όχι στα αναγνωσθέντα έγγραφα. Κατά συνέπεια αλυσιτελώς προσάγεται και επικαλείται από τον αιτούντα, προς υποστήριξη της αίτησής του. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η υπό κρίση αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας και να καταδικασθεί ο αιτών στην δικαστική δαπάνη σύμφωνα με το αρ. 583 ιδίου Κώδικα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: α) να απορριφθεί ως αβάσιμη η από 29-9-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου..., περί επαναλήψεως προς όφελός του της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 10.162/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, και β) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αιτούντος. Αθήνα 27 Ιανουαρίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον αυτοπροσώπως παριστάμενο αιτούντα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περίπτωση 3 του ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα "αν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων ή γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων ή πλαστά αποδεικτικά έγγραφα ή πειστήρια, τα οποία είχαν προσαχθεί ή ληφθεί υπόψη στη διαδικασία του ακροατηρίου, ή δωροληψία ή άλλη από πρόθεση παράβαση καθήκοντος του δικαστή ή του ενόρκου που μετείχε στο δικαστήριο που απάγγειλε την καταδίκη". Στην περίπτωση όμως αυτή κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου 525, οι αξιόποινες πράξεις αυτές, της ψευδορκίας, της πλαστογραφίας, της δωροληψίας ή της παραβάσεως καθήκοντος πρέπει να αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, εκτός αν δεν εκδόθηκε τέτοια απόφαση επειδή υπήρχαν νόμιμοι λόγοι που εμπόδιζαν την εκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη. Περαιτέρω από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 525 του ΚΠΔ προκύπτει ότι αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας δύναται να υποβληθεί και μετά την απόρριψη προγενέστερης αιτήσεως, εφόσον προβάλλεται διαφορετικός λόγος ή ο αυτός λόγος που απορρίφθηκε, εφόσον στηρίζεται σε νέα αποδεικτικά στοιχεία. Εάν όμως προβάλλεται ο ίδιος ο απορριφθείς λόγος και τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, η αίτηση είναι απαράδεκτη κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 476 παρ. 1 και 57 του ΚΠΔ. Εξ άλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 και 528 του ίδιου κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορό του ή τον Εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από Πλημμελειοδικείο, και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, μεταξύ των οποίων και η καταδίκη από το Τριμελές Εφετείο, ο οποίος την εισάγει στο αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα. Κατά τις ίδιες διατάξεις, η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει με πληρότητα και σαφήνεια τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν. Άλλως, εάν οι λόγοι δεν είναι εξ εκείνων, οι οποίοι αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 525 παρ. 1 του ΚΠΔ, η αίτηση είναι απαράδεκτη. Έτσι είναι απαράδεκτη η αίτηση που στηρίζεται στη τρίτη περίπτωση της παραγράφου 1 του άρθρου 525 του ΚΠΔ εάν δεν υπάρχει αμετάκλητη δικαστική απόφαση περί των εκεί αδικημάτων, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου. Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών Χ, με την από 29/9/2009 τρίτη κατά σειρά αίτησή του, ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση σε βάρος του της υπ' αριθμ. 10162/2001 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δέκα

(10)μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, για δωροδοκία (δωροληψία). Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη, καθόσον η ασκηθείσα κατ' αυτής αναίρεση απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 443/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου. Η καταδίκη του αιτούντος με την ανωτέρω απόφαση για την αξιόποινη πράξη της δωροδοκίας συνίστατο στο ότι "ως δημόσιος υπάλληλος, κατά το χρονικό διάστημα από 18/1/1996 έως 30/1/1996 και σε μη επακριβώς διακριβωθείσα ημερομηνία, υπηρετών στην ΙΘ Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) ...εμφανίσθηκε ενώπιον του νομίμου εκπροσώπου της Ομόρρυθμης Εταιρίας "Αφοί Ζ και Σία ΟΕ" Ζκαι απαίτησε από αυτόν όπως του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 100.000 δραχμών προκειμένου να μη καταχωρήσει φορολογικές παραβάσεις οι οποίες διαπιστώθηκαν από έλεγχο που διενήργησε ειδικό συνεργείο προληπτικού ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών προ ολίγων ημερών στην επιχείρηση του στο οποίο συνεργείο ήταν αυτός μέλος μαζί με τους συναδέλφους του Ξ και Λ, οι οποίοι μετά τον έλεγχο στην επιχείρηση του καθαριστηρίου της πιο πάνω ομόρρυθμης εταιρίας συνέταξαν την από 31/1/1996 έκθεση ελέγχου, κατόπιν της οποίας με την υπ' αριθμ. 74/28/4/1996 Απόφαση Επιβολής Προστίμου Κ.Φ.Σ. του Προϊσταμένου της ΙΔ Δ.Ο.Υ Αθηνών επιβλήθηκε πρόστιμο στην προαναφερθείσα εταιρία "Αφοί Ζ και Σία ΟΕ" ανερχόμενο στο χρηματικό ποσό των 120.000 δραχμών. Ειδικότερα, σύμφωνα με το σκεπτικό της ως άνω 10162/2001 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το τριμελές συνεργείο ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών, ενεργώντας την 18/1/1996 έλεγχο στην ανωτέρω επιχείρηση, διαπίστωσε παράβαση του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, συνίστατο δε αυτή στο ότι δεν είχε χορηγηθεί σε πελάτισσα του καθαριστηρίου απόδειξη παροχής υπηρεσιών ποσού 4.500 δραχμών. Μετά την διενέργεια του ελέγχου και ενώ δεν είχε συνταχθεί ακόμη η σχετική έκθεση, ο αιτών εμφανίσθηκε στην ως άνω επιχείρηση και απαίτησε από τον νόμιμο εκπρόσωπο της Ζ να του καταβάλει το ποσόν των 100.000 δραχμών, προκειμένου να μεριμνήσει ώστε να μη καταχωρηθεί στην έκθεση που επρόκειτο να συνταχθεί, η διαπιστωθείσα παράβαση. Ο Ζ όμως δεν ενέδωσε στην απαίτηση του και ενημέρωσε τηλεφωνικά για το περιστατικό τον Α, προϊστάμενο της Διεύθυνσης Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών, ο οποίος στη συνέχεια ενημέρωσε τον επόπτη του συνεργείου Φ. Μετά την ενημέρωσή του αυτή, ο Φ κάλεσε στο γραφείο του τα μέλη του συνεργείου και ρώτησε τον τότε κατηγορούμενο εάν επισκέφθηκε την επιχείρηση του Ζ και απαίτησε από αυτόν χρήματα, ο τελευταίος δε, παρουσία των άλλων δύο συναδέλφων του, απάντησε ότι "αφού έχουν διαβρωθεί τα πάντα, είπα και εγώ να βγάλω κάτι". Ακολούθως συντάχθηκε η από 31/1/1996 έκθεση ελέγχου που υπεγράφη και από τα τρία μέλη του συνεργείου, στην οποία καταχωρήθηκε η διαπιστωθείσα παράβαση, με βάση δε αυτήν επιβλήθηκε σε βάρος της επιχείρησης του Ζ πρόστιμο 120.000 δραχμών με την υπ' αριθμ. 74/28/4/1996 απόφαση του Προϊσταμένου της ΙΔ Δ.Ο.Υ .... Με βάση τα στοιχεία αυτά που προέκυψαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ζ, Α και Φ, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την αξιόποινη πράξη της δωροδοκίας (δωροληψίας) και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα
(10)μηνών. Ήδη με την τρίτη κατά σειρά από 29/9/2009 παραδεκτή αίτηση του, όπως διευκρινίστηκε με τα από 6/4/2010 και 3/5/2010 υπομνήματά του, ο ανωτέρω καταδικασθείς, επικαλούμενος τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περίπτωση 3 του ΚΠΔ, (και όχι νέα στοιχεία, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει), ζητεί την προς το συμφέρον του επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της προαναφερθείσας 10162/2001 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, για παράβαση καθήκοντος των δικαστών που εξέδωσαν, όχι την παραπάνω καταδικαστική για τον αιτούντα απόφαση, αλλά το υπ' αριθμ. 2632/1998 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του Φ, Επιθεωρητή του Υπουργείου Οικονομικών, τον οποίο είχε καταγγείλει ο αιτών για παρότρυνση υφισταμένου, (πράξη η οποία συνίστατο στο ότι παρότρυνε τον τότε υφιστάμενο του και ήδη αιτούντα Χ να συντάξει την από 31/1/1996 έκθεση ελέγχου κατά της επιχείρησης "Αφοί Ζ και Σία ΟΕ", κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μη προκύπτει σε βάρος της εταιρίας φορολογική παράβαση), οι οποίοι (δικαστές) συγκάλυψαν την ενοχή του Φ και εξέδωσαν το "στημένο", όπως το χαρακτηρίζει βούλευμα. Ειδικότερα αυτός αιτιάται ότι οι δικαστές εξέδωσαν το παραπάνω βούλευμα κατά παράβαση των καθηκόντων τους, και συγκεκριμένα, α) χωρίς να υπάρχουν στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι επιβλήθηκε πρόστιμο σε βάρος του Ζ για την διαπιστωθείσα φορολογική παράβαση, άλλως χωρίς να ερευνήσουν αν η 74/1996 απόφαση επιβολής προστίμου του Προϊσταμένου της ΙΔ ΔΟΥ ... είναι πλασματική ή εικονική, και εάν εκδόθηκε διπλότυπο πληρωμής του προστίμου από τον Ζ, β) χωρίς να καλέσουν να καταθέσει ο Ζ, για να διευκρινίσει εάν πράγματι έκανε καταγγελία στον Φ γι' αυτόν (αιτούντα), και 3) χωρίς να αναζητήσουν στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι ο αιτών είναι αυτός που πήγε στο κατάστημα του Ζ και ζήτησε 100.000 δραχμές για να "σβήσει" την φορολογική παράβαση, και έτσι συγκάλυψαν την ενοχή του Φ για την μη επιβολή προστίμου σε βάρος του Ζ. Για την αποδοχή δε της αιτήσεως του, προσάγει και επικαλείται 1) το υπ' αριθμ. 2632/1998 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο εξέδωσαν οι δικαστές κατά παράβαση των καθηκόντων τους, όπως διατείνεται, 2) την υπ' αριθμ. 10162/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, 3) τις υπ' αριθμ. 443/2003 και 564/2007 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, 4) την από 31/1/1996 έκθεση ελέγχου των ελεγκτών της ΙΔ ΔΟΥ ... Λ, Χ(αιτούντα) και Ξ, την γνησιότητα της οποία αμφισβητεί ο αιτών, 5) την από 13/2/1997 αίτηση αυτοψίας, 6) την υπ' αριθμ. 6399/17/11/1997 παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ... προς τον Προϊστάμενο της ΙΔ ΔΥΟ ..., στα πλαίσια της διενεργούμενης απ' αυτόν προανάκρισης σε βάρος του Φ, 7) την υπ' αριθμ. 74/28/4/1996 απόφαση επιβολής προστίμου του Προϊσταμένου της ΙΔ ΔΥΟ ..., την γνησιότητα της οποίας αμφισβητεί ο αιτών, 8) την από 16/2/2004 μήνυσή του κατά του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ... για παράβαση καθήκοντος, 9) την υπ' αριθμ. 7/2005 απορριπτική της εγκλήσεως αυτής διάταξη της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θηβών, 10) την υπ' αριθμ. 289/2005 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή του κατά της 7/2005 διάταξης της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θηβών. Όμως το παραπάνω απαλλακτικό για τον Φ βούλευμα που, όπως διατείνεται ο αιτών, εκδόθηκε κατά παράβαση καθήκοντος των δικαστών που συμμετείχαν σ' αυτό (και όχι κατά παράβαση καθήκοντος των δικαστών που εξέδωσαν την καταδικαστική για τον αιτούντα 10161/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όπως ορίζει το άρθρο 525 παρ. 1 περίπτωση 3 του ΚΠΔ), όπως και όλα τα παραπάνω έγγραφα (πλην των κατωτέρω αναφερομένων δύο εγγράφων) όπως προκύπτει από την ως άνω 10162/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, δεν είχαν προσαχθεί στη διαδικασία του ακροατηρίου και ως εκ τούτου δεν αναγνώσθηκαν από το δικαστήριο που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, και συνεπώς δεν άσκησαν καμία επιρροή στην καταδίκη του αιτούντα. Επομένως, είναι αδιάφορο αν τα έγγραφα αυτά είναι πλαστά ή ενέχουν ψευδείς βεβαιώσεις ή εκδόθηκαν κατά παράβαση καθήκοντος ή έχουν οποιαδήποτε άλλα ελαττώματα ως προς την αποδεικτική τους αξία (άρθρο 525 παρ. 1 περίπτωση 3 του ΚΠΔ), όπως υποστηρίζει ο αιτών. Ως προς τα δύο έγγραφα, ήτοι την από 31/1/1996 έκθεση ελέγχου και την 74/1996 απόφαση επιβολής προστίμου, τα οποία αναγνώσθηκαν (βλ. σελίδα 5 των πρακτικών της παραπάνω καταδικαστικής απόφασης)- και ανεξαρτήτως του ότι οι αιτιάσεις του αιτούντα, όσον αφορά την από 31/1/1996 έκθεση ελέγχου απορρίφθηκαν ως αβάσιμες με την υπ' αριθμ. 564/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, που έκρινε την από 11/9/2006 πρώτη αίτηση του για επανάληψη της διαδικασίας (στηριζόμενη σε άλλο λόγο), όσον αφορά δε την 74/1996 απόφαση επιβολής προστίμου οι αιτιάσεις του απορρίφθηκαν ως αόριστες με την υπ' αριθμ. 1682/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, που έκρινε την από 23/2/2009 δεύτερη αίτησή του για επανάληψη της διαδικασίας, με την οποία αίτηση του, επικαλείτο, (με βάση τα ίδια έγγραφα που επικαλείται και τώρα), πλην των άλλων, και παράβαση καθήκοντος του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ..., συνισταμένη στο ότι υπέβαλε απαλλακτική πρόταση στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών και εξεδόθη το ως άνω υπ' αριθμ. 2632/1998 απαλλακτικό βούλευμα- όπως προκύπτει από την ως άνω 10162/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, τα έγγραφα αυτά αναγνώσθηκαν μεν από το δικαστήριο, πλην όμως δεν άσκησαν καμία επιρροή στην καταδίκη του αιτούντος, αφού, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της εν λόγω καταδικαστικής απόφασης, το δικαστήριο στήριξε την περί ενοχής του αιτούντος κρίση του, στις καταθέσεις των μαρτύρων Ζ, Α και Φκαι όχι στα αναγνωστέα έγγραφα. Κατά συνέπεια, και εάν ακόμη τα δύο αυτά έγγραφα είναι πλαστά ή έχουν οποιαδήποτε άλλα ελαττώματα ως προς την αποδεικτική τους αξία, εφόσον δεν άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του αιτούντα, όπως απαιτεί το άρθρο 525 παρ. 1 περίπτωση 3 του ΚΠΔ, δεν μπορούν να θεμελιώσουν την αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας. Περαιτέρω δε, και αν οι καταθέσεις των Ζ και Φ, που άσκησαν ουσιώδη ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του αιτούντος, είναι ψευδείς, όπως υπονοεί ο αιτών, δεν αποδεικνύεται ότι αυτοί καταδικάσθηκαν για ψευδορκία με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, όπως ορίζεται στο άρθρο 525 παρ. 2 του ΚΠΔ (άλλωστε ούτε ο ίδιος αναφέρει ότι η ψευδής κατάθεση αυτών είναι αποδεδειγμένη με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ή τούτο δεν συνέβη λόγω των αναφερομένων στη διάταξη αυτή λόγων). Τα λοιπά επιχειρήματα που προβάλει ο αιτών με την κρινόμενη αίτηση του, αφορούν τον από ουσιαστικής πλευράς έλεγχο της ορθότητας της ως άνω καταδικαστικής αποφάσεως με την οποία καταδικάσθηκε και πλήττουν την εκτίμηση των αποδείξεων και για τον λόγο αυτό δεν μπορούν να θεμελιώσουν αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, αφού δεν περιλαμβάνονται στις περιοριστικώς αναφερόμενες στο άρθρο 525 παρ. 1 του ΚΠΔ περιπτώσεις. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η υπό κρίση αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, καταδικασθεί δε ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29/9/2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας του περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. 10162/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου
  1. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.