Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 119 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Τραπεζική επιταγή. Περίληψη: Από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αλληλοσυμπληρώνονται παραδεκτά, το δικαστήριο περιγράφοντας τον τρόπο ενέργειας της αναιρεσείουσας και απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της ότι η επίδικη επιταγή είχε δοθεί αντί ενεχύρου, έχει την απαιτούμενη αιτιολογία και δεν υπάρχει εκ πλαγίου παράβαση. Αριθμός 119/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ - Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αρκουμάνη, περί αναιρέσεως της 63885/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Απριλίου 2006 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 720/
- Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972, όποιος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και γι' αυτό απαιτείται για τη στοιχειοθέτησή του, αντικειμενικώς, αφενός μεν έκδοση έγκυρης επιταγής που συντελείται με τη συμπλήρωση των απαιτούμενων από το νόμο στοιχείων και τη θέση της υπογραφής του εκδότη επί του εντύπου και αφετέρου έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής, υποκειμενικώς δε γνώση του εκδότη, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου, της ελλείψεως αυτής (ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων) και τη θέληση ή την αποδοχή πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος. Εξ άλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται, είτε από τον ίδιο, είτε από το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς, είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, δέχτηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που επιτρεπτά κατ' είδος αναφέρει ο κατηγορούμενος, στον ...., στις 22-3-2000, εξέδωσε την υπ' αριθμ. ..... επιταγή, ποσού 1.800.000 δρχ. πληρωτέα σε διαταγή .... Ο. Ε. από την Εθνική Τράπεζα. Η επιταγή αυτή μεταβιβάστηκε στην τράπεζα Κύπρου, τελευταία κομίστρια αυτής, από την ως άνω εταιρεία. Ακολούθως, η παραπάνω επιταγή εμφανίστηκε από την εγκαλούσα στην πληρώτρια πιο πάνω Τράπεζα προς πληρωμή στις 23-3-2000, ήτοι μέσα στη νόμιμη 8ήμερη προθεσμία, αλλά δεν πληρώθηκε, λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό του εκδότη κατηγορουμένου κατά το χρόνο της πληρωμής, γεγονός το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος. Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν, το Δικαστήριο έκρινε ότι στοιχειοθετείται το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο την κήρυξε ένοχη και της επέβαλε ποινή φυλακίσεως 4 μηνών και χρηματική ποινή 200 ευρώ, την οποία ποινή φυλακίσεως μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ την ημέρα. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παραβάσεως του άρθρ. 79 του Ν. 5960/1933, όπως ισχύει, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο περιγράφοντας τον τρόπο ενέργειας της αναιρεσείουσας, απορρίπτοντας άμα και τον ισχυρισμό της περί του ότι η επίδικη επιταγή είχε δοθεί αντί ενεχύρου, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις αιτιολόγησε την απόφασή του, ανεξαρτήτως του ότι αλυσιτελώς προβάλλεται αυτός ο ισχυρισμός, αφού και στην περίπτωση που η εγκαλούσα είχε λάβει την επιταγή, λόγω ενεχύρου, η Τράπεζα Κύπρου ως τελευταία κομίστρια, νομιμοποιείται να εμφανίσει την επιταγή προς πληρωμή και δικαιούται σε έγκληση. Συγκεκριμένα με το άρθρο 1251 του ΑΚ, που έχει τον παράτιτλο "Ενέχυρο τίτλου σε διαταγή", ορίζεται ότι "Για την ενεχύραση τίτλου σε διαταγή αρκεί οπισθογράφησή του σε διαταγή του δανειστή, χωρίς να απαιτείται άλλη έγγραφη συμφωνία, με το άρθρο δε 1255 ΑΚ, που έχει τον παράτιτλο "ενεχύραση τίτλου σε διαταγή", ορίζεται ότι "Αν αντικείμενο του ενεχύρου είναι τίτλος σε διαταγή, ο ενεχυρούχος δανειστής έχει δικαίωμα να εισπράξει μόνος και αν ακόμη δεν έληξε το ασφαλιζόμενο χρέος". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι με την ενεχυρική οπισθογράφηση όλων των τίτλων σε διαταγή, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η τραπεζική επιταγή, ο δανειστής-κομιστής του τίτλου αποκτά ενέχυρο στην απαίτηση που ενσωματώνεται στον τίτλο και στον ίδιο τον τίτλο, ο ενεχυραστής οπισθογράφος παραμένει κύριος του τίτλου και ουσιαστικός δικαιούχος της απαίτησης απ' αυτόν, παρότι δεν κατέχει πλέον τον τίτλο, ο δ' ενεχυρούχος δανειστής αποκτά με την οπισθογράφηση αυτοτελή και ανεξάρτητη νομική θέση έναντι του ενεχυραστή οπισθογράφου και ασκεί με βάση το ενέχυρο το δικαίωμα εισπράξεως του τίτλου και μάλιστα στο όνομά του. Από τα παραπάνω και σε συνδυασμό τους με τις διατάξεις του άρθρου 79 παρ. 1 και 5 του Ν. 5960/1933, όπως αυτό αντικ. με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972 και στη συνέχεια αντικ. και συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, με τις οποίες ορίζεται ότι "παρ.
- Ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού, παρ' ω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής ταύτης, τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών.... και παρ.
- Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε", σαφώς προκύπτει ότι ο ενεχυρούχος δανειστής και κομιστής της τραπεζικής επιταγής κατά το χρόνο της εμφάνισης και μη πληρωμής της δικαιούται σε υποβολή έγκλησης για την απ' αυτές προβλεπόμενη ως άνω αξιόποινη πράξη. Ως προς το επισημαινόμενο από την αναιρεσείουσα ότι στο διατακτικό αναφέρει ότι η επιταγή δεν πληρώθηκε στον κομιστή γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και στη συνέχεια αναφέρει ότι δεν πληρώθηκε γιατί δεν υπήρχαν στην τράπεζα τα αντίστοιχα κεφάλαια κατά το χρόνο της πληρωμής, η διαζευκτική αυτή αναφορά δεν δημιουργεί ουσιώδη αντίφαση αφού αρκεί για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής η έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων, είτε κατά το χρόνο εκδόσεως της επιταγής, είτε κατά το χρόνο εμφανίσεως αυτής στην πληρώτρια Τράπεζα προς πληρωμή. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για? α) έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και β) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ως άνω ποινικών διατάξεων, με την έννοα της εκ πλαγίου παραβιάσεως των διατάξεων αυτών, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν. Ακολούθως, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3-4-2006 αίτηση αναιρέσεως κατά της 63885/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιανουαρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ