Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1196 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Λαθρομεταναστών μεταφορά. Περίληψη: Παράνομη προώθηση στο εσωτερικό της χώρας αλλοδαπών που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα από σημείο παραλαβής των εντός της Ελληνικής Επικράτειας (άρθρ. 88 § 1 εδ. α΄-β΄ ΠΚ) και θέση σε κυκλοφορία οχήματος χωρίς να είναι ασφαλισμένο (άρθρ. 12 Ν. 489/1976 όπως αντικ. με άρθρ. 17 § 1 Ν. 2170/1993). Αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου που καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για τις άνω πράξεις. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου διότι εκτίθενται σαφώς τα περιστατικά και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν χωρίς ασάφεια ή αντίφαση στην απόφαση η τέλεση από τον αναιρεσείοντα ως αυτουργό και όχι από κοινού με άλλον, ούτε ενεργώντας ως συνεργός άλλου δράστη της πράξεως από όσα διηγηματικά αναφέρονται στην απόφαση. Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας από την παράθεση αιτιολογικού όμοιου με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως διότι στην προκειμένη περίπτωση το διατακτικό της αποφάσεως περιείχε εκτός από τυπικά στοιχεία της κατηγορίας και αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά των πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο ήδη αναιρεσείων. Αορίστως προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμοί για αναγνώριση ελαφρυντικών υπέρ του ήδη αναιρεσείοντος από το άρθρο 84 § 22 α΄ και δ΄ ΠΚ χωρίς αναφορά των απαιτούμενων περιστατικών για τη βασιμότητά τους. Δεν ήταν υποχρεωμένο το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή των. Απορριπτέες ως απαράδεκτες οι αιτιάσεις για το ότι το Δικαστήριο στηρίχθηκε σε εικασίες και ενδείξεις για την καταδικαστική κρίση του χωρίς συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων διότι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου. Απορρίπτεται και ο λόγος περί απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας διότι τα έγγραφα που αναφέρονται ότι αναγνώσθηκαν, προσδιορίζονται κατά ταυτότητα και περιεχόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση. Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά και στην απόφαση το περιεχόμενο κανενός των αναγνωσθέντων εγγράφων. Όσον αφορά την έκθεση εξέτασης με διερμηνέα ενός εκ των αλλοδαπών, η οποία ελήφθη την ίδια μέρα διαπράξεως της αξιοποίνου πράξεως από τον ήδη αναιρεσείοντα και όσον αφορά μία εκ των από 13-9-2008 εκθέσεις σύλληψης, που αναγνώσθηκαν τόσο στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλ-λομένη απόφαση όσο και πρωτοδίκως, και συνεπώς ο αναιρεσείων γνώριζε το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών και μπορούσε να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματά του. Απορρίπτει αίτηση. Αριθμός 1196/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο, περί αναιρέσεως της 1113/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1692/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιo δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 88 §1 εδάφ. α' έως β' του Ν.3386/2005 "είσοδος, διαμονή και κοινωνική ένταξη υπηκόων τρίτων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια", πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου, που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια και αντιστρόφως προς το έδαφος κράτους μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε άλλους κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή 5.000 έως 20.000 Ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, β) με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) Ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν η μεταφορά ενεργείται κατ' επάγγελμα ή αν η υπαίτιος είναι υπάλληλος ή τουριστικός ή ναυτιλιακός ή ταξιδιωτικός πράκτορας. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει αα) ότι θεσμοθετείται ποινικό αδίκημα, υπαλλακτικώς μικτό, που πραγματοποιείται με καθένα από τους ανωτέρω τρόπους από τα πρόσωπα, τα οποία αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς, που δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της, ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή την προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδό τους ως λαθρομεταναστών ββ) ότι για την τέλεση του αδικήματος της μεταφοράς αλλοδαπού μη έχοντος δικαίωμα εισόδου στο εσωτερικό της χώρας απαιτείται υποκειμενικά δόλος, είτε άμεσος είτε ενδεχόμενος και γγ) ότι συνιστά επιβαρυντική περίσταση η αναφερόμενη μεταφορά των αλλοδαπών, που ενεργείται κατ' επάγγελμα από δράστη, ο οποίος είναι υπάλληλος ή τουριστικός ή ναυτιλιακός ή ταξιδιωτικός πράκτορας. Υπό την ισχύ από 1-1-2006 του Ν.3386/2005 που προβλέπει και τιμωρεί κατά το οριζόμενα στο άρθρο 88 αυτού κατά τα ανωτέρω την πράξη της παράνομης μεταφοράς, προωθήσεως στο εσωτερικό της χώρας κλπ. αλλοδαπών από οδηγούς μεταφορικών μέσων, δεν προβλέπεται μεταξύ των επιβαρυντικών περιπτώσεων και η τέλεση της πράξεως με σκοπό το παράνομο κέρδος. Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του Ν.489/1976 όπως έχει αντικατασταθεί από το άρθρο 17 §1 του Ν.2170/1993, ο κύριος ή κάτοχος του αυτοκινήτου που το θέτει σε κυκλοφορία ή ανέχεται να το κυκλοφορεί άλλος χωρίς να είναι τούτο ασφαλισμένο κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, τιμωρείται με φυλάκιση από δύο
(2)μέχρι δώδεκα μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον ίση με 300 ευρώ. Με τις ίδιες ποινές τιμωρείται και όποιος θέτει σε κυκλοφορία αυτοκίνητο που δεν ανήκει σε αυτόν και δεν είναι ασφαλισμένο κατά τις διατάξεις του παρόντος. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 103 του Ν.2094/1992. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη κατά το άρθρο 93 §2 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιατέρως, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και, προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σε αυτή. Όταν όμως πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο δόλο και να αιτιολογείται ιδιαίτερα η ύπαρξή του και ειδικώς το στοιχείο της προβλέψεως του εγκληματικού αποτελέσματος και το στοιχείο της αποδοχής του, διότι από το βαθμό της πιθανότητας προβλέψεως του εγκληματικού αποτελέσματος δεν τεκμαίρεται και η αποδοχή του ούτε καθίσταται περιττή η απόδειξη αυτής. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους και όχι ορισμένα από αυτά. Για την βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.) χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα χωριστά ή να αξιολογούνται καθ' έκαστον ή να συσχετίζονται ειδικώς ή να συγκρίνονται μεταξύ των ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου τούτων. Τέλος η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το δικαστήριο μαζί με το οποίο αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ των αξιολογικής συσχετίσεως (Ολ. ΑΠ 1/2005), καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης η επιβαλλομένη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 §2 και 333 §2 του Κ.Ποιν.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, στην άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατ' άρθρο 510 §1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ., η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, από τις οποίες η μεν πρώτη υπάρχει όταν αποδίδεται στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει, η δε δεύτερη, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά στη διάταξη που εφαρμόστηκε ή όταν αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι δεν εκτίθενται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο τα πραγματικά περιστατικά, είτε κατά την έκθεσή τους, υπάρχει αντίφαση, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θράκης, ύστερα από εκτίμηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριό του μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης καθώς και η απολογία του κατηγορουμένου, όπως και τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης ότι ανεγνώσθηκαν και τα έγγραφα που προσκόμισε η συνήγορος του κατηγορουμένου, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Στις 13-9-2008 στο 10ο χιλιόμετρο της Ε.Ο...., ο κατηγορούμενος κατελήφθη να μεταφέρει προωθώντας στο εσωτερικό της χώρας (με προορισμό την ...), με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο, που οδηγούσε, χωρίς αυτό να είναι ασφαλισμένο, τους 65 αλλοδαπούς που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσης, οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα, και τους οποίους είχε παραλάβει από εγγύς προκαθορισμένο σημείο, όπου τους είχε οδηγήσει πεζή άγνωστος συνεργός του, αφού τους είχε διεκπεραιώσει σε παρέβρια περιοχή μέσω του ποταμού ... με πλαστικές λέμβους, αντί ποσού 3.000 ευρώ έκαστο. Κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αξιοποίνων πράξεων που του αποδίδονται. Περαιτέρω κρίνεται ότι δεν συντρέχει περίπτωση αναγνωρίσεως ελαφρυντικών. Ούτε της περ. α' του άρθρου 84 §2 ΠΚ, αφού δεν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος έζησε μέχρι την τέλεση των πράξεών του έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, μη αρκούντος προς τούτο του λευκού ποινικού του μητρώου, ούτε της περ. δ' του ιδίου άρθρου, αφού επίσης δεν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του". Κατ' ακολουθία του αιτιολογικού αυτού, το Τριμελές Εφετείο κήρυξε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για την αξιόποινη πράξη της διευκόλυνσης μεταφοράς αλλοδαπών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος κατά συρροή. Ειδικότερα κήρυξε αυτόν ένοχο του ότι: "Την 13-9-2008 στο 10ο χιλιόμετρο της Ε.Ο. ... (διασταύρωση ...) παρέλαβε από προκαθορισμένο σημείο τους παρακάτω αναφερόμενους υπηκόους τρίτης χώρας, τους οποίους διαπεραίωσε μέσω του ποταμού ... με πλαστική βάρκα σε ανεξακρίβωτο σημείο παρέβριας περιοχής, άνδρας Κουρδικής καταγωγής, κάτοικος ... α.λ.σ., και τους οδήγησε πεζή στο προσυμφωνηθέν σημείο συνάντησης, όπου τους ανέμενε ο κατηγορούμενος, ο οποίος τους επιβίβασε στο φέρον τις υπ' αριθμ. ... πινακίδες κυκλοφορίας ΙΧΕ αυτοκίνητο χωματουργικών εργασιών, με αριθμό πλαισίου ..., ιδιοκτησίας ... του Δήμου και τους προώθησε στο εσωτερικό της χώρας με προορισμό την .... Οι κατά τα ανωτέρω αναφερόμενοι υπήκοοι τρίτης χώρας είναι: (παρατίθεται ακολούθως στην απόφαση το ονοματεπώνυμο και τα στοιχεία ταυτότητας καθείς των εξήντα πέντε αλλοδαπών για τους οποίους η καταδίκη). Β) Έθεσε σε κυκλοφορία το ανωτέρω όχημα χωρίς να είναι αυτό ασφαλισμένο". Για τις πράξεις του δε αυτές που προβλέπονται και τιμωρούνται όπως δέχθηκε το Εφετείο από τα άρθρα 1, 12, 14, 16, 17, 18, 26 §1α, 27, 51, 53, 94 §1 του Ποινικού Κώδικα το άρθρο 88 §1α του Ν.3386/2005 και το άρθρο 17 Ν.2170/1993 επέβαλε στον ήδη αναιρεσείοντα ποινή φυλακίσεως ενός
(1)έτους και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ για κάθε μεταφερόμενο αλλοδαπό για την α' πράξη και ποινή φυλακίσεως δύο
(2)μηνών και χρηματική ποινή 400 ευρώ για τη β' πράξη και καθόρισε σε βάρος του καταδικασθέντος συνολική φυλάκιση διακοσίων εξήντα εννέα μηνών που μετετράπη σε χρηματική και στη συνέχεια σε παροχή κοινωφελούς εργασίας και συνολική χρηματική ποινή 64.100 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Επίσης στο αλληλοσυμπληρούμενο σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, διαλαμβάνεται ότι ο ήδη αναιρεσείων καταλήφθηκε να προωθεί τους ειδικά αναφερόμενους στο διατακτικό εξήντα πέντε αλλοδαπούς που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στην Ελλάδα αν και γνώριζε ότι είχαν εισέλθει από την Τουρκία λαθραία μέσω του ποταμού ... και ότι αυτοί δεν είχαν ταξιδιωτικά έγγραφα, όπως η γνώση αυτή για τα παραπάνω καθώς και για το ότι το φορτηγό αυτοκίνητο με το οποίο ο αναιρεσείων τους μετέφερε από το σημείο από όπου τους παρέλαβε ήταν ανασφάλιστο, σαφώς συνάγεται από τα εκτιθέμενα στην απόφαση πιο πάνω περιστατικά. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως ως προς την κρίση περί ενοχής του κατηγορουμένου για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις και τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως αυτών δεν ήταν αναγκαία η αναφορά επί πλέον περιστατικών. Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία της αποφάσεως από την παράλειψη μνείας υπάρξεως σκοπού του για παράνομο κέρδος και του τρόπου και μέσου γνώσεώς του για το παράνομο της εισόδου των αναφερομένων αλλοδαπών καθώς και ως προς την ύπαρξη σκοπού για την κατά συναυτουργία κατόπιν συναποφάσεως από κοινού δράση για την τέλεση από αυτόν και από άλλους αγνώστους της πράξεως και το είδος της συμμετοχικής δράσεως του ιδίου αλλά και την μη αιτιολόγηση ως προς την ύπαρξη δόλου και του είδους αυτού, είναι απορριπτέες. Κατά τις παραδοχές του Εφετείου η κατά παράβαση του άρθρου 88 §1α του Ν.3386/2005, προώθηση με το φορτηγό αυτοκίνητο που οδηγούσε των αναφερομένων στο διατακτικό αλλοδαπών που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα από το σημείο από το οποίο τους παρέλαβε εντός της Ελληνικής Επικράτειας τελέσθηκε από τον ήδη αναιρεσείοντα ως αυτουργό και όχι από κοινού με άλλον δράστη ούτε ενήργησε ο αναιρεσείων ως άμεσος ή απλός συνεργός άλλου προσώπου που να ήταν ο δράστης της πράξεως. Δεν δημιουργείται ασάφεια ή αντίφαση σε σχέση με αυτές τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως από το ότι στο σκεπτικό της γίνεται δεκτό ότι από έτερο άγνωστο συνεργό του προηγουμένως είχαν διεκπεραιωθεί οι άνω αλλοδαποί μέσω του ποταμού ... σε παρέβρια περιοχή από όπου τους οδήγησε εκείνο το έτερο αγνώστων στοιχείων ταυτότητας άτομο σε εγγύς προκαθορισμένο σημείο από όπου τους παρέλαβε ο κατηγορούμενος με το φορτηγό που οδηγούσε μέχρις ότου κατελήφθη να τους προωθεί εντός του Ελληνικού εδάφους. Τα ανωτέρω αναφερόμενα ως γενόμενα δεκτά στο σκεπτικό της αποφάσεώς του, διηγηματικώς εκτίθενται για τη συμπεριφορά του άνω αγνώστων στοιχείων ατόμου πριν από την τέλεση της αξιοποίνου πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων. Οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς τα πραγματικά περιστατικά που έγινε δεκτό ότι αποδείχθηκαν εκτείνονται τόσο στα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως των αξιοποίνων πράξεων που κατελήφθη να τελεί ο αναιρεσείων όσο και στη γνώση του ότι οι 65 αλλοδαποί που μετέφερε με το φορτηγό αυτοκίνητο χωματουργικών εργασιών προς το εσωτερικό της χώρας, δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στην Ελλάδα και εστερούντο ταξιδιωτικών εγγράφων όπως και ότι ήταν ανασφάλιστο το όχημα εκείνο. Εφόσον υπήρχαν τα στοιχεία αυτά στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το αιτιολογικό της συμπληρωνόταν από το διατακτικό δεν ήταν αναγκαία περαιτέρω αιτιολόγηση του δόλου του αναιρεσείοντος, παραδοχή για τον οποίο εμπεριέχεται στην αιτιολογία της αποφάσεως ότι πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδόμενων πράξεων. Δεν αποτελεί δε πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως της αξιοποίνου πράξεως του άρθρου 88 §1α Ν.3386/2005 η επιδίωξη παράνομου οφέλους εκ μέρους του δράστη της πράξεως αυτής. Απορριπτέες είναι οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για έλλειψη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως από το ότι είναι ταυτόσημο και όμοιο το αιτιολογικό με το διατακτικό της. Δεν υπάρχει τέτοια έλλειψη καθόσον στην προκειμένη περίπτωση το διατακτικό της αποφάσεως περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία της κατηγορίας και αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά για τις άνω αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κρίθηκε ένοχος ο ήδη αναιρεσείων ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση του σκεπτικού. Αβάσιμες περαιτέρω και απορριπτέες είναι και οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για την απόρριψη από το δικαστήριο της ουσίας των αυτοτελών ισχυρισμών περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων από το άρθρο 84 §2α και δ' ΠΚ. Δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας των άνω ισχυρισμών, δηλαδή της προβολής των κατά τρόπο ορισμένο με αναφορά των πραγματικών περιστατικών που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση κάθε ελαφρυντικής περιστάσεως. Από τα πρακτικά της κατ' έφεση δίκης, προκύπτει ότι από την συνήγορο του κατηγορουμένου, προβλήθηκε ο ισχυρισμός της αναγνωρίσεως των ελαφρυντικών του άρθρου 84 §2α και της ειλικρινούς μεταμελείας στο πρόσωπο του εντολέα της, χωρίς αναφορά των απαιτουμένων πραγματικών περιστατικών για τη βασιμότητα των ισχυρισμών αυτών δηλαδή με την μνεία περιστατικών δηλωτικών του ότι μέχρι την τέλεση των πράξεων επέδειξε ο υπαίτιος συμπεριφορά θετική και επωφελή για την κοινωνία και με την παράθεση πραγματικών περιστατικών που αποτελούν την έμπρακτη εκδήλωση της μετανοίας του υπαιτίου και την επιδίωξη πραγματικά και όχι προσχηματικά άρσεως μειώσεως της πράξεώς του και δεν αρκούσε μόνον η επίκληση της διατάξεως του άρθρου 84 §2α ΠΚ ούτε η νομική ορολογία με την οποία είναι γνωστή η έτερη ελαφρυντική περίσταση που ζητήθηκε να αναγνωρισθεί ότι συνέτρεχε. Επομένως, οι αυτοτελείς ισχυρισμοί για αναγνώριση των άνω ελαφρυντικών υπέρ του κατηγορουμένου ήταν αόριστοι και το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ειδικώς και να αιτιολογήσει επί πλέον την απόρριψή των, πλεοναστικώς δε το Εφετείο διέλαβε στο σκεπτικό του την αναφερόμενη αιτιολογία ότι δεν έζησε ο ήδη αναιρεσείων μέχρι την τέλεση των πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος έντιμο βίο ούτε επέδειξε συμπεριφορά που να υποδηλώνει ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξη άρσεως ή μειώσεως των συνεπειών της πράξεώς του. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος μεταξύ των οποίων και οι σχετικές ότι τα περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική σε βάρος του κρίση, δεν προκύπτουν από κανένα από τα αναφερόμενα μέσα αλλά στηρίχθηκε σε ενδείξεις και εικασίες χωρίς συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και της απολογίας του είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Επομένως είναι απορριπτέοι οι από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ. λόγοι της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 §2, 358, 364, 369 Κ.Ποιν.Δ. σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 171 §1 εδ. δ' του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων, που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος από τη δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις του και υποβάλει τις παρατηρήσεις του, που είναι σχετικές με αυτό το αποδεικτικό μέσο. Το έγγραφο που έχει αναγνωσθεί στο Δικαστήριο, είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται έτσι ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου, που αναγνώσθηκε και λήφθηκε υπόψη και να προκύπτει σε ποιο έγγραφο στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου και για την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση το δικάσαν Εφετείο, για να καταλήξει στην κρίση του περί ενοχής του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στα πρακτικά της κατ' έφεση δίκης αναγνωσθέντα έγγραφα μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται α) δύο από 13-9-2008 εκθέσεις συλλήψεως και β) η από 13-9-2008 έκθεση εξετάσεως κατηγορουμένου με διερμηνέα Κ). Σε σχέση με τα παραπάνω από τα ληφθέντα υπόψη και αναγνωσθέντα έγγραφα επικαλείται ο ήδη αναιρεσείων ότι δεν διαλαμβάνεται ειδική μνεία ετέρου στοιχείου αναγκαίου για τον καθορισμό της ταυτότητας του περιεχομένου του στόχου και του σκοπού των ανωτέρω εγγράφων, με συνέπεια να μην προκύπτει ποια είναι τα αναγνωσθέντα και να μη δύναται αυτός να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του και ιδίως αυτά που απορρέουν από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ. Από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση και από το περιεχόμενό της προκύπτει ποια συγκεκριμένα ήταν η ληφθείσα υπόψη έκθεση εξετάσεως με διερμηνέα του αναφερόμενου ως κατηγορουμένου αλλοδαπού καθόσον αναφέρεται ο χρόνος εξετάσεώς του στις 13-9-2008 που συμπίπτει με το χρόνο διαπράξεως από τον ήδη αναιρεσείοντα των αξιοποίνων πράξεων που κατελήφθη να τελεί και για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος και προσδιορίζεται η ταυτότητα του εξετασθέντος που είναι ο με αύξοντα αριθμό 49 αλλοδαπός Κ από τους αναφερόμενους στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι προωθούσε ο ήδη αναιρεσείων στο εσωτερικό της χώρας. Ακόμη από όσα αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από όσα εκτίθενται στο κεφάλαιο περί μετατροπής της ποινής η μία από τις αναγνωσθείσες από 13-9-2008 εκθέσεις συλλήψεως που συντάχθηκε από τον Αρχιφύλακα ... του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης Φερών παρουσία και του Αστυφύλακα ... της ίδιας υπηρεσίας αφορούσε τον ήδη αναιρεσείοντα που συνελήφθη την 13-9-2008 και κρατήθηκε μέχρι την 18-9-2009. Έτσι μπορούσε να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκαν τα συγκεκριμένα έγγραφα και ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητα αυτών, (τα οποία εκτός από την κατ' έφεση δίκη είχαν αναγνωσθεί και πρωτοδίκως κατά τα αναφερόμενα στα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η 986/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης), είχε την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ. άνω δικαιώματά του ως προς το περιεχόμενό τους. Η αναγραφή στα πρακτικά των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο του δικαστηρίου εγγράφων με στοιχεία που είναι αρκετά για τον προσδιορισμό τους, δεν δημιουργεί ακυρότητα και δεν ιδρύει τον σχετικό αναιρετικό λόγο. Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά και στην απόφαση το περιεχόμενο κανενός των αναγνωσθέντων εγγράφων. Είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις που προβάλλονται από τον ήδη αναιρεσείοντα ότι δεν προσδιορίζονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα επακριβώς ώστε να καθορίζεται η ταυτότητα των και ότι δεν προκύπτει αν συνεκτιμήθηκαν και ποιο ήταν το περιεχόμενό τους και ότι στερήθηκε της δυνατότητας να ασκήσει ως κατηγορούμενος νόμιμα δικαιώματά του. Συνεπώς, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 §1 περ. Α' Κ.Ποιν.Δ. είναι αβάσιμος. Μετά ταύτα εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25-11-2009 δήλωση-αίτηση του Χ, για αναίρεση της 1113/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου
- Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουνίου
- Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ