← Ελλάδα

ΑΠ 1198/2010 — Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ψευδορκία μάρτυρα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1198 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ψευδορκία μάρτυρα. Περίληψη: Ψευδορκία μάρτυρα. Αίτηση αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου από τον κηρυχθέντα ένοχο αναιρεσείοντα. Δεν εδημιουργείτο στην προκειμένη περίπτωση εκκρεμοδικία από το ότι πριν από την έκδοση της καταδικαστικής αποφάσεως είχε ασκηθεί και άλλη ποινική δίωξη κατά του ήδη αναιρεσείοντος για την αυτή πράξη με διαφορετικό χρόνο τελέσεως για την οποία εξεδόθη αθωωτική απόφαση από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, και δεν ήταν υποχρεωμένο το Τριμελές Εφετείο να απαντήσει σε τέτοιο μη προβληθέντα νομοτύπως ισχυρισμό και με ιδιαίτερη αιτιολογία και δεν ιδρυόταν λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1β΄ ΚΠΔ ή για έλλειψη αιτιολογίας είτε για υπέρβαση εξουσίας. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν αναφέρεται από ποια πραγματικά περιστατικά αποδεικνυόταν η ακριβής γνώση από τον κατηγορούμενο της αναληθείας των όσων ενόρκως εβεβαίωσε παρά το ότι δεν ήταν αυτονόητη τέτοια γνώση εκ μέρους του κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε κατά παραδοχή των λόγων αναιρέσεως για έλλειψη της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο αιτιολογίας και για λογικό κενό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που δεν επέτρεπε τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Αριθμός 1198/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπουρμά, περί αναιρέσεως της 488/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που συνεδρίασε στη Χαλκίδα. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που συνεδρίασε στη Χαλκίδα, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 340/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 224 παρ. 2 Π.Κ. με την ποινή της παραγράφου 1 αυτού τιμωρείται όποιος ενώ εξετάζεται ενόρκως ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αποκρύπτει την αλήθεια. Για τη στοιχειοθέτηση της κατά το άρθρο 224 παρ. 2 Π.Κ. αξιοποίνου πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρμοδίας για την εξέτασή του αρχής, β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία καταθέτει να είναι ψευδή αντικειμενικώς, γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, ο οποίος συνίσταται στη γνώση ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστη αυτού του εγκλήματος πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες προς τα γεγονότα που κατέθεσε. Θεωρείται αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό που κατατίθεται όταν είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ή από διηγήσεις τρίτων πληροφορήθηκε και ως εκ τούτου γνώριζε. Η εκκρεμοδικία που δημιουργείται από την άσκηση της ποινικής διώξεως για ορισμένο έγκλημα, συνεπάγεται την απαγόρευση νέας ποινικής διώξεως για το ίδιο έγκλημα κατά του αυτού προσώπου. Επομένως, αν για το ίδιο έγκλημα κινήθηκαν δύο ποινικές διώξεις κατά του αυτού προσώπου, η δεύτερη από αυτές κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω της εκκρεμοδικίας η οποία εμποδίζει τη νέα ποινική δίωξη. Στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δεν περιέχεται ρητή ρύθμιση της εκκρεμοδικίας με την έννοια της υπάρξεως δύο ποινικών διώξεων, των οποίων το περιεχόμενο συμπίπτει στα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία και στα πραγματικά περιστατικά υπό την έννοια ταυτότητας πράξεως, που υπάρχει όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια κατά το χρόνο και τον τρόπο τέλεσης πραγματικά περιστατικά, από τα οποία απαρτίζεται κατά τα ουσιώδη αντικειμενική στοιχεία της και η αρχική και ταυτότητα προσώπου υπό την έννοια ότι το ίδιο πρόσωπο διώκεται εκ νέου για την ίδια πράξη ως αυτουργός. Η αρχή της εκκρεμοδικίας προκύπτει έμμεσα από τις διατάξεις των άρθρων 125 και 132 Κ.Ποιν.Δ., οι οποίες αποκλείουν τη σύγχρονη εκδίκαση του ιδίου εγκλήματος από περισσότερα αρμόδια δικαστήρια. Η διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ. εφαρμόζεται ανάλογα σε περίπτωση ασκήσεως δύο ποινικών διώξεων για την ίδια πράξη κατά του αυτού προσώπου και έτσι απαράδεκτη κηρύσσεται κατ' αρχήν η μεταγενέστερη χρονικά ποινική δίωξη αν και οι δύο βρίσκονται στο στάδιο της προδικασίας είτε αν η προηγηθείσα ποινική δίωξη έχει κριθεί οριστικά όχι όμως και αμετάκλητα διαφορετικά ιδρύεται με την εκδίκαση της μεταγενέστερης ή της διώξεως που εκκρεμεί στον πρώτο βαθμό, λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας υπό την αρνητική της μορφή. Η ένσταση περί εκκρεμοδικίας, εφόσον είναι ορισμένη και προσδιορίζεται η εκκρεμής κατηγορία και προσκομίζεται η σχετική απόφαση από την οποία προκύπτει η εκκρεμοδικία, αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό από αυτούς που προτείνονται και στο δικαστήριο της ουσίας είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από το συνήγορο υπερασπίσεως του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ. και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου. Για να είναι πλήρεις και ορισμένοι τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι αναγκαία η αναφορά των πραγματικών περιστατικών που είναι απαραίτητα για τη θεμελίωσή τους, χωρίς να αρκεί μόνο η επίκληση της νομικής διατάξεως που τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστοί στη νομική ορολογία και να αποδεικνύεται η πρότασή τους και η περαιτέρω προφορική ανάπτυξή τους κατά την ακροαματική διαδικασία από τα οικεία πρακτικά. Η απόρριψη τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού απαιτείται να αιτιολογείται ιδιαιτέρως κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ., γιατί διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Η μη απάντηση σε τέτοιο ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. β' Κ.Ποιν.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτώς επισκοπούμενα, προκύπτει ότι ο συνήγορος που εκπροσώπησε τον ήδη αναιρεσείοντα στη δίκη εκείνη, αντιθέτως προς τα υπ' αυτού υποστηριζόμενα, δεν προέβαλε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, ούτε ανέπτυξε προφορικώς, ένσταση περί κηρύξεως απαραδέκτου της ποινικής διώξεως για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, για την οποία πρωτοδίκως είχε εκδοθεί κατά του άνω κατηγορουμένου η 2311/2008 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, από εκκρεμοδικία που εδημιουργήθη από το ότι για την ίδια πράξη, ως προς τον τόπο και τα λοιπά στοιχεία της καταγγελθείσης αξιοποίνου πράξεως, είχε ασκηθεί σε βάρος του κατηγορουμένου αυτού άλλη ποινική δίωξη και είχε παραπεμφθεί για να δικασθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδος από το οποίο επί εκείνης της κατηγορίας εκδόθηκε η 369/29.9.2009 οριστική απόφαση του άνω Τριμελούς Πλημμελειοδικείου με την οποία κηρύχθηκε αθώος αυτής της πράξεως. Επί πλέον από όσα ο ήδη αναιρεσείων αναφέρει στην κρινόμενη αίτησή του και επαναλαμβάνει και στο κατατεθέν από 14.5.2010 υπόμνημά του η πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα για την οποία απαλλάχθηκε με την επικαλούμενη 3691/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας δεν συνέπιπτε όσον αφορά όλα τα αντικειμενικά στοιχεία και ειδικότερα και ως προς τον χρόνο τελέσεως με την πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, επί της οποίας εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που συνεδρίασε στη .... Συνεπώς δεν εδημιουργείτο στην προκειμένη περίπτωση εκκρεμοδικία από την άσκηση ποινική διώξεως κατά του ήδη αναιρεσείοντος για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα υπό τα αντικειμενικά στοιχεία και πραγματικά περιστατικά κατά τόπο και χρόνο που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και από το ότι πριν από την έκδοση της τελευταίας ασκήθηκε άλλη ποινική δίωξη για το ίδιο αδίκημα εναντίον του με διαφορετικό χρόνο τελέσεως δεν αποτελούσε ο εν λόγω ισχυρισμός του ήδη αναιρεσείοντος στην πραγματικότητα αυτοτελή ισχυρισμό περί κηρύξεως απαραδέκτου της ποινικής διώξεως λόγω εκκρεμοδικίας και το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σε τέτοιο ισχυρισμό ούτε να διαλάβει στην απόφασή του, ιδιαίτερη αιτιολόγηση. Κατ' ακολουθία οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι και δεν ιδρύουν λόγο αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας ή για έλλειψη ακροάσεως είτε για υπέρβαση από το δικαστήριο της εξουσίας του υπό την αρνητική της μορφή. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το Δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, αρκεί να συνάγεται από την απόφαση, ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Ειδικότερα για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για ψευδορκία όπου ο νόμος απαιτεί πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος ήτοι την "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως πρέπει να αναφέρονται τα αληθή περιστατικά που εγνώριζε ο εξετασθείς και αντ' αυτών κατέθεσε τα ψευδή και τα πραγματικά περιστατικά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους πείσθηκε το δικαστήριο για το ότι ο εξετασθείς είχε γνώση ότι αυτά που κατέθεσε ήταν ψευδή. Και τούτο διότι η γνώση ως ενδιάθετη βούληση επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη κατά τρόπο, ώστε να συνάγεται σαφώς ότι το περιεχόμενο της καταθέσεώς του ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του. Άλλως η απόφαση στερείται της απαιτούμενης κατά τα ανωτέρω ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα. Περαιτέρω κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. ε Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από αυτήν που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει από το Δικαστήριο της ουσίας όταν δεν υπάρχει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση αυτής της διατάξεως, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (Πλημμελημάτων) που συνεδρίασε στη ..., δέχθηκε ανελέγκτως ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος (ήδη αναιρεσείων) στις 13.12.2002 έδωσε ένορκη κατάθεση ενώπιον της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Βασιλικής Γερογιάννη, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 5281/13.12.2002 ένορκη βεβαίωση, προκειμένου αυτή να χρησιμοποιηθεί από την Π σύζυγο Δ, η οποία, επικαλούμενη ότι ήταν φυσικό τέκνο του Ξ και της πρώτης συζύγου αυτού Ε, το γένος Α και Λ, προέβαλε κληρονομικά δικαιώματα επί της ακίνητης περιουσίας της φερομένης ως μητέρας της και των γονέων της τελευταίας. Ο κατηγορούμενος για την πιστοποίηση του ψευδούς γεγονότος ότι η Π σύζυγος Δ είναι εγγονή της Λ συζύγου Α, το γένος ..., κατέθεσε ότι η αποβιώσασα ... σύζυγος Α άφησε μοναδικούς συγγενείς το σύζυγο της και την Π θυγατέρα Α. Προέβη στην κατάθεση αυτή μολονότι γνώριζε ότι η Π σύζυγος Δ δεν είναι τεκνό της Ε συζύγου Ξ του γένος Α και Λ αλλά τέκνο της ..., με την οποία ο Ξ είχε έλθει σε δεύτερο λόγο μετά το θάνατο της πρώτης συζύγου του Ε. Με βάση αυτά αποδεικνύεται η βασιμότητα της κατηγορίας και πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της ψευδορκίας μάρτυρα που του αποδίδεται κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό. Στη συνέχεια το Δικαστήριο με τις σκέψεις αυτές κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη και ειδικότερα του ότι στη ... στις 13.12.2002 εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της συμβολαιογράφου Χαλκίδος που ήταν αρμόδια να ενεργεί ένορκη εξέταση για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 5281/13.12.2002 ένορκη βεβαίωση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα ήτοι ότι "γνωρίζω ότι η Λ σύζυγος Ατο γένος ..., απεβίωσε την 18 Απριλίου 1902, ήταν όσο ζούσε μόνιμος κάτοικος Ε, είχε έλθει σε πρώτο γάμο με τον Α και άφησε πιο κοντινούς συγγενείς: α) το σύζυγό της Α ...... και β) το τέκνο της Π θυγατέρα Α ..... Δεν άφησε η αποβιώσασα άλλους πιο κοντινούς συγγενείς. Προέβη δε ο κατηγορούμενος σε αυτή του την πράξη γνωρίζοντας καλά ότι η Δ1 ήταν κόρη της Μ και όχι της Ε" καταδίκασε δε τον ήδη αναιρεσείοντα μετά την αναγνώριση συνδρομής υπέρ αυτού ελαφρυντικής περιστάσεως από το άρθρο 84 παρ. 2 εδαφ. α Π.Κ. σε ποινή φυλακίσεως τριών

(3)μηνών ανασταλείσα επί τριετία. Δεν αναφέρεται όμως στην απόφαση από ποιά πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε και με βάση ποιές σκέψεις και συλλογισμούς πείσθηκε το δικαστήριο που την εξέδωσε για την ακριβή γνώση από τον κατηγορούμενο της αναλήθειας των όσων ενόρκως βεβαιώθηκαν από αυτόν παρά το ότι από όσα εκτίθενται στο σκεπτικό δεν είναι καθόλου αυτονόητη τέτοια γνώση εκ μέρους του κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως για την οποία αυτός καταδικάστηκε.... Δεν αναπληρώνεται η έλλειψη παραθέσεως των άνω στοιχείων για τον άμεσο δόλο του ανωτέρω ως υπαιτίου τελέσεως της ψευδορκίας μάρτυρα από τα ασαφώς διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό και στο διατακτικό, στο οποίο γίνεται παραπομπή δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος προέβη στην πράξη του αυτή γνωρίζοντας καλώς ότι η Δ1 ήταν κόρη της Μ και όχι της .... Έτσι το δικάσαν δικαστήριο δεν περιέλαβε στην απόφασή του την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και το Νόμο αιτιολογία και παρατηρείται λογικό κενό που δεν επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου με συνέπεια να είναι βάσιμοι οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 488/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων) που συνεδρίασε στη Χαλκίδα. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δικάσαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουνίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.