← Ελλάδα

ΑΠ 1199/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1199 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια. Περίληψη: Σωματική βλάβη από αμέλεια παρ' υποχρέου (άρθρ. 314 § 1α, 315 § 1 ΠΚ) Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου από τον κηρυχθέντα ένοχο κατηγορούμενο μηχανικό. Απορρίπτονται οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για κενά και ελλείψεις ως προς τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και καθιστούσαν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για ορθή εφαρμογή του νόμου. Προσδιορίζονται κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως επαρκώς οι συνθήκες τραυματισμού του παθόντος κατά τη διάρκεια εργασίας του στο εκτελούμενο έργο εργασιών οπλισμένου σκυροδέματος από υπεργολάβο εταιρεία στην οποία είχε ανατεθεί το τμήμα αυτό του έργου από την ανάδοχο του όλου έργου τεχνική ανώνυμη εταιρεία και το είδος της αμέλειας του αναιρεσείοντος μηχανικού ως άνευ συνειδήσεως αμέλειας όπως και ο αιτιώδης σύνδεσμος της αμελούς συμπεριφοράς του εν λόγω αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και της σημειωθείσης κατολισθήσεως στο πρανές του έργου όπου εγκλωβίστηκε και τραυματίσθηκε ο εργαζόμενος παθών. Στα υπηρεσιακά καθήκοντα του κατηγορουμένου μηχανικού γίνεται δεκτό ότι ανήκε η υποχρέωση τηρήσεως των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας των εργαζομένων στο χώρο του συγκεκριμένου εργοταξίου και κατά τη διάρκεια εκτέλεσης εργασιών οπλισμένου σκυροδέματος σ' αυτό το εργοτάξιο από την υπεργολάβο εταιρεία και συνδέεται με την ιδιότητα και τα υπηρεσιακά καθήκοντά του ως μηχανικού του αναιρεσείοντος. Το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα από την παράλειψη του να λάβει ως αναγκαία μέτρα προστασίας των εργαζομένων εκεί μέτρα αντιστηρίξεως στο πρανές, όπου έγινε η κατολίσθηση ή προσδόσεως κατάλληλης κλίσεως στο πρανές. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η κατολίσθηση από την οποία προκλήθηκε ο τραυματισμός του παθόντος επρόκειται για απρόβλεπτο γεγονός μη δυνάμενο να προβλεφθεί από ένα μέσο μηχανικό, λόγω θύλακος χώματος εντός του βράχου που υπήρχε, δεν προβλήθηκε από τον συνήγορο που εκπροσωπούσε τον κατηγορούμενο στην δίκη κατ' έφεση με έγγραφο που να καταχωρήθηκε στα πρακτικά και να αναπτύχθηκε προφορικώς που να επικαλέσθηκε τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων θεμελιωνόταν και δεν είχε υποχρεώσει το δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη σε τέτοιο ισχυρισμό που δεν είναι αυτοτελής αλλά αρνητικός της κατηγορίας. Απορρίπτει αίτηση. ΑΡΙΘΜΟΣ 1199/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φιλιώ Μέντη, περί αναιρέσεως της 1459/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 489/10. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α' του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάσει τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και κυρίως εξ αιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής δηλαδή σε παράλειψη. Όταν η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς του δράστη, η οποία προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης εξ αμελείας ως εγκλήματος τελουμένου με παράλειψη απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιοποίνου πράξεως απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Προϋπόθεση εφαρμογής αυτής της διατάξεως είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης, ειδικής και όχι γενικής, υποχρεώσεως του υπαιτίου για ενέργεια που τείνει στην παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου, από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπαιτίου, από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε είτε συνεπεία συμβάσεως είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια από την οποία ο υπόχρεως της παραλείψεως να δέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνου στο μέλλον ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαίτιου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται στην απόφαση έτσι ώστε να μην είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός της από ειδική διάταξη νόμου. Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγησή τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε επιμέρους αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψή της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων μεταξύ των καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητα προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους. Διαφορετικά αν πρόκειται για ισχυρισμούς χωρίς να αποδεικνύεται η πρόταση τους και η περαιτέρω προφορική κατά την ακροαματική διαδικασία ανάπτυξή τους από τα οικεία πρακτικά ή εάν πρόκειται για ισχυρισμούς οι οποίοι στην πραγματικότητα δεν είναι αυτοτελείς άλλά αρνητικοί της κατηγορίας, ή πρόκειται για ισχυρισμούς απαραδέκτους λόγω αοριστίας, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει σ' αυτούς και να αιτιολογήσεις ειδικώς την απόρριψή τους. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η παραβίαση αυτή λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (Πλημμελημάτων), που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η εταιρεία με την επωνυμία "ΤΕΡΝΑ ΑΕ", Τεχνική Εταιρεία του Ομίλου ΓΕΚ είχε αναλάβει την κατασκευή του έργου "Αισθητική Ενοποίηση ΟΑΚΑ-Περιβάλλων χώρος". Δυνάμει του από 13.6.2003, ιδιωτικού συμφωνητικού η άνω εργοδότρια εταιρεία ανέθεσε στην εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΜΠΕΤΟΝ-ΑΦΟΙ Ζ ΑΒΕΤΕ" ως υπεργολάβο την εκτέλεση των εργασιών οπλισμένου σκυροδέματος στο ανωτέρω έργο. Με ρητό όρο της ως άνω σύμβασης η υπεργολήπτρια εταιρεία συμφωνήθηκε ότι είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για την ασφάλεια των χρησιμοποιουμένων μέσων και των εκτελουμένων έργων και κατά συνέπεια για κάθε δυστύχημα, φθορά ή ζημία σε βάρος οποιουδήποτε από υπαιτιότητα ή αμέλεια ή απειρία του ιδίου ή μελών του προσωπικού ή υπ' αυτού προστηθέντων κατά την εκτέλεση των παραπάνω εργασιών. Νόμιμος εκπρόσωπος της υπεργολήπτριας εταιρείας ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος (Σ) και υπεύθυνος για την τήρηση των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας στο συγκεκριμένο εργοτάξιο του ΟΑΚΑ ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος (ήδη αναιρεσείων) ο δε Θ ήταν εργαζόμενος στο άνω εργοτάξιο. Στις 11-7-2003 και ενώ στον ως άνω χώρο εκτελούνταν από την υπεργολήπτρια εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΜΠΕΤΟΝ-ΑΦΟΙ Ζ ΑΒΕΤΕ" εργασίες τοποθέτησης προκατασκευασμένων ξυλοτύπων εντός κεκλισμένου πρανούς, σημειώθηκε κατολίσθηση του πρανούς και ο ως άνω Θ, που εργαζόταν στο σημείο εκείνο του εργοταξίου, δεν πρόλαβε να απομακρυνθεί, με αποτέλεσμα να εγκλωβιστεί μεταξύ του όγκου των χωμάτων και του ήδη τοποθετημένου ξυλοτύπου. Κατά το ένδικο ατύχημα ο ως άνω εργαζόμενος υπέστη κάταγμα του αριστερού μηριαίου, θλάση θώρακος και βαριά συνδεσμική κάκωση δεξιού γόνατος. Το ένδικο ατύχημα και συνακόλουθα η σωματική βλάβη του ως άνω εργαζομένου στο εργοτάξιο οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά του δευτέρου κατηγορουμένου, ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή και επιμέλεια την οποία ήταν υποχρεωμένος λόγω του επαγγέλματος και μπορούσε να καταβάλει. Πιο συγκεκριμένα, ως επαγγελματίας μηχανικός και υπεύθυνος για την τήρηση των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας στο συγκεκριμένο εργοτάξιο του ΟΑΚΑ, δεν φρόντισε να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας των εργαζομένων στο χώρο, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής. Αντίθετα δεν αποδείχθηκε αμελής συμπεριφορά και του πρώτου κατηγορουμένου (Σ). Μετά ταύτα και εφόσον στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο, που αποδίδεται στον δεύτερο κατηγορούμενο πρέπει ο κατηγορούμενος αυτός (ήδη αναιρεσείων) να κηρυχθεί ένοχος αυτής, αθώος δε ο πρώτος των κατηγορούμενων, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της αποφάσεως. Στη συνέχεια το δικάσαν δικαστήριο, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως του, κήρυξε αθώο τον πρώτο κατηγορούμενο και ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, του ότι στην Αθήνα την 11.7.2003, από αμέλεια προκάλεσαν βλάβη της υγείας άλλου και συγκεκριμένα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, ο πρώτος ως εκπρόσωπος της εταιρείας "ΑΛΦΑ ΜΠΕΤΟΝ ΑΒΕΤΕ" και ο δεύτερος ως υπεύθυνος της "ΑΛΦΑ ΜΠΕΤΟΝ ΑΒΕΤΕ" για την τήρηση των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας στο εργοτάξιο για την αισθητική ενοποίηση του ΟΑΚΑ από την έλλειψη της ιδιαίτερης επιμέλειας και προσοχής που ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλλουν από το επάγγελμά τους, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα της συμπεριφοράς τους ως προς την έλλειψη μέτρων ασφαλείας στο χώρο που εκτελούνταν εργασίες τοποθέτησης προκατασκευασμένων ξυλοτύπων εντός κεκλυμένου πρανούς, με αποτέλεσμα ο παθών, Θ, κατά την ώρα που συνέβη πτώση του πρανούς, να μην προλάβει να απομακρυνθεί, να εγκλωβιστούν τα κάτω άκρα του μεταξύ όγκου χωμάτων και του ήδη τοποθετημένου ξυλοτύπου και να υποστεί κάταγμα αριστερού μηριαίου, θλάση θώρακος και βαριά συνδεσμική κάκωση δεξιού γόνατος, γεγονός το οποίο θα είχε αποφευχθεί αν οι κατηγορούμενοι είχαν λάβει τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας και συγκεκριμένα αν είχαν λάβει μέτρα αντιστήριξης στην παρειά του πρανούς που συνέβη η κατολίσθηση ή αν είχε δοθεί κατάλληλη κλίση στο πρανές, και καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα για την πράξη αυτή της σωματικής βλάβης από αμέλεια, από υπόχρεο με παράλειψη, που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 1, 12, 14, 15 28 και 314 παρ. 1α-315 παρ. 1 Π.Κ. σε φυλάκιση πέντε μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τα ανωτέρω, απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της παραπάνω αξιοποίνου πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια, για την οποία, κατά τα άνω, καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις άνω αναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως εκτίθενται στο σκεπτικό και συμπληρώνονται από τα παρατιθέμενα στο διατακτικό προσδιορίζονται με επάρκεια οι συνθήκες επελεύσεως του τραυματισμού του άνω παθόντος κατά τη διάρκεια εργασίας του στο έργο που εκτελείτο στον περιβάλλοντα χώρο του Ολυμπιακού Αθλητικού Κέντρου Αθηνών, το είδος της αμελείας του αναιρεσείοντος, κατηγορούμενου ως άνευ συνειδήσεως αμέλεια και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του εν λόγω κατηγορουμένου και της σημειωθείσης κατολισθήσεως στο κεκλυμένο πρανές που προκάλεσε τον εγκλωβισμό του εργαζομένου που εργαζόταν στο χώρο όπου εσημειώθη, και τον τραυματισμό του σε διάφορα σημεία του σώματος του. Κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως η αξιόποινη πράξη της αμέλεια σωματικής βλάβης άλλου τελέσθηκε από τον αναιρεσείοντα δια παραλείψεώς τους να λάβει, ως αναγκαία μέτρα για την προστασία των εργαζομένων στο άνω εργοτάξιο στον περιβάλλοντα χώρο του ΟΑΚΑ, μέτρα αντιστηρίξεως στην παρειά του πρανούς όπου συνέβη η κατολίσθηση ή να δοθεί κατάλληλη κλίση στο πρανές. Κατά τις ίδιες παραδοχές με την ιδιότητά του ως μηχανικού και με τα υπηρεσιακά καθήκοντά του στα οποία ανήκε η υποχρέωση τηρήσεως των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας των εργαζομένων στο χώρο του συγκεκριμένου εργοταξίου και κατά τη διάρκεια εκτελέσεως σ' αυτό το εργοτάξιο εργασιών οπλισμένου σκυροδέματος από την εταιρεία ΑΛΦΑ ΜΠΕΤΟΝ-ΑΦΟΙ Ζ Α.Ε ως υπεργολάβο, στην οποία ανετέθη αυτό το τμήμα έργου από την ανάδοχο, του όλου έργου εταιρεία ΤΕΡΝΑ Α.Ε., συνδέεται αιτιωδώς το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ότι αποδείχθηκαν κατά τα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως όπως διευκρινίζονται με τα επιπροσθέτως εκτιθέμενα στο διατακτικό. Οι περί ασάφειας της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς την αιτιολογία για το ότι ήταν ο αναιρεσείων υπεύθυνος για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας για τους εργαζομένους στο άνω εργοτάξιο αντίθετες αιτιάσεις του είναι απορριπτέες. Απορριπτέες επίσης είναι και οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι από έγγραφα περιλαμβανόμενα σε εκείνα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και από την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος υπερασπίσεως Ξ προέκυπτε ότι ο ήδη αναιρεσείων εργαζόταν στην εταιρεία ΤΕΡΝΑ Α.Ε. έχοντας άλλες αρμοδιότητες και ότι τεχνικός ασφαλείας της ΑΛΦΑ ΜΠΕΤΟΝ Α.Ε. στο έργο που είχε αναλάβει στο άνω εργοτάξιο ήταν άλλο κατανομαζόμενο άτομο καθώς και ότι υπεύθυνος για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας στο έργο για λογαριασμό της ΤΕΡΝΑ ΑΕ ήταν άλλο αναφερόμενο άτομο. Με τις αιτιάσεις αυτές επιχειρείται υπό την επίκληση ελλείψεως της επιβαλλόμενης αιτιολογίας διαφορετική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και είναι απαράδεκτες διότι έτσι πλήττονται οι ανέλεγκτες αναιρετικώς ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Εξ άλλου όπως προαναφέρθηκε αρκούσε η αναφορά στην απόφαση ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα μεταξύ των οποίων οι καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης και τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα και δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται τι προέκυπτε από κάθε αναγνωσθέν έγγραφο προκειμένου να καταλήξει στην παραδοχή ότι ο αναιρεσείων ήταν υπεύθυνος για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας του προσωπικού που απασχολείτο στο άνω εργοτάξιο και κατά την εκτέλεση των υπεργολαβικώς αναληφθεισών από την εταιρεία ΑΛΦΑ ΜΠΕΤΟΝ ΑΒΕΤΕ εργασιών οπλισμένου σκυροδέματος. Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοχ. Δ' λόγος της αιτήσεως του αναιρεσείοντος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ο έτερος λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' για κενά και ελλείψεις ως προς τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία συνεπεία των οποίων δεν καθίστατο εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή του νόμου. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η κατολίσθηση από την οποία προκλήθηκε ο τραυματισμός του παθόντος εργαζομένου στο εργοτάξιο επρόκειτο για απρόβλεπτο γεγονός που δεν μπορούσε να προβλεφθεί από έναν μέσο μηχανικό καθόσον εντός του βράχου υπήρχε κρυφός θύλακας χώματος που δεν μπορούσε να εντοπισθεί με έλεγχο του μηχανικού, από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενης απόφαση, προκύπτει ότι δεν προβλήθηκε εκ μέρους του συνηγόρου που εκπροσώπησε και τον αναιρεσείοντα κατά την δίκη με καταχώρησή του στα πρακτικά και με προφορική ανάπτυξή του από τον συνήγορό του που να επικαλέσθηκε τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων να θεμελιωνόταν ισχυρισμός με τέτοιο περιεχόμενο. Επομένως, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σε τέτοιο ισχυρισμό που κάθε περίπτωση είναι αρνητικός της κατηγορίας και μάλιστα να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του και είναι απορριπτέες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που δεν ιδρύουν ούτε λόγο αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' σε συνδυασμό με το άρθρο 170 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24/3/2010 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 1459/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και Καταδικάζει τον αναρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου
  1. Και Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουνίου
  2. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.