Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1204 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική. Περίληψη: Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε αποφάσεως και για όλους τους λόγους. Πότε υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας στην αθωωτική απόφαση. Αναιρείται η προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, διότι δεν εξηγεί τους λόγους που στηρίζουν την κρίση του Εφετείου περί υπάρξεως αμφιβολιών, από τα περιστατικά που δέχθηκε. Αναιρεί και παραπέμπει. Αριθμός 1204/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 734/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πειραιώς. Με κατηγορούμενους τους:
- Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Ιωάννη Ηρειώτη, Ηλία Αναγνωστόπουλο και Βασίλειο Δημακόπουλο και
- Χ2, ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ιωάννη Ηρειώτη, Ηλία Αναγνωστόπουλο και Βασίλειο Δημακόπουλο. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Βασιλακόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 18/4-4-2007 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 613/
- Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει είτε όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο, με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά, τα οποία έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεώς του. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως που άσκησε την 4.4.2007 ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, για έλλειψη αιτιολογίας, κατά της 734/2006 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 474 παρ. 3 ΚΠοινΔ στις 15.3.2007, σύμφωνα με την επ' αυτής βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως, έχει ασκηθεί εμπροθέσμως και είναι παραδεκτή. Η περιεχόμενη σ' αυτήν άποψη ότι η εν λόγω αίτηση πρέπει να δικασθεί "από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο" είναι χωρίς έννομη επιρροή, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από τους κατηγορουμένους, αφού η αίτηση απευθύνεται "ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου". Περαιτέρω, επίσης χωρίς έννομη επιρροή, αντιθέτως και πάλι προς τα υποστηριζόμενα από τους κατηγορουμένους, είναι και το αναγραφόμενο στην αίτηση ότι αυτή "ασκείται εμπρόθεσμα μέσα σε ένα μήνα από τις 3.11.2006 που καταχωρίσθηκε η απόφαση στο ειδικό βιβλίο... ", διότι η δήλωση αυτή δεν είναι εκ των αναγκαίων στοιχείων για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως, έτσι ώστε η σ' αυτήν εσφαλμένη χρονολογία καταχωρήσεως της αποφάσεως είναι αδιάφορη, η δε περί του εμπροθέσμου ή μη της ασκήσεώς της κρίση απόκειται στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου που κρίνει, σχετικώς, με βάση την βεβαίωση του γραμματέα περί της καταχωρήσεως της αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 734/2006 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς που δίκασε ανεκκλήτως, κήρυξε αθώους τους κατηγορουμένους Χ2 και Χ1 για κακουργηματική απάτη, φερόμενη ως τελεσθείσα απ' αυτούς κατά συναυτουργίαν σε ημεροχρονολογία εμπίπτουσα εντός του χρονικού διαστήματος από 14.2.1994 μέχρι 8.3.1994, τον δε εξ αυτών πρώτο και για κακουργηματική απάτη στο δικαστήριο, φερόμενη ως τελεσθείσα απ' αυτόν την 1.12.
- Ειδικότερα, κατά το διατακτικό της αποφάσεως, οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι για το ότι: "Α) Στο ...... Αττικής σε μη εξακριβωθείσα ημερομηνία κειμένη εντός του χρονικού διαστήματος από 14-2-1994 έως 8-3-1994 από κοινού ενεργούντες μετά από συναπόφασή τους, με σκοπό να αποκομίσει ο πρώτος απ' αυτούς παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, από το έγκλημα δε αυτό ο πρώτος αποκόμισε παρανόμως περιουσιακό όφελος υπερβαίνον το ποσό των 15.000 ευρώ και προκλήθηκε αντίστοιχη ζημία στην παρούσα ενώ πρόκειται περί δραστών που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και επιπλέον ο πρώτος και κατά συνήθεια. Συγκεκριμένα κατά τον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο ενώ ήσαν σύζυγοι μεταξύ τους και ασκούσαν ο πρώτος το επάγγελμα του δικηγόρου και η δευτέρα του συμβολαιογράφου Πειραιώς και ενώ ο πρώτος είχε κατορθώσει με εξαπάτηση των Δικαστών να αποσπάσει το έτος 1988 δικαστική απόφαση κηρύττουσα αυτόν θετό τέκνο της άτεκνης χήρας Γ1, γεννηθείσης το έτος 1913, κατοίκου εν ζωή Πειραιώς, χωρίς η ίδια να το γνωρίζει, επισκέφθηκαν από κοινού με τον πατέρα του πρώτου, συνταξιούχο συμβολαιογράφο Ζ1, την προαναφερομένη στην ιδιωτική κλινική του Παλαιού Φαλήρου "ΙΑΤΡΙΚΟ ΑΘΗΝΩΝ", προ(σ)κληθέντες από αυτήν για τη σύνταξη δημοσίας διαθήκης της, με την οποία ήθελε να αφήσει μοναδικό κληρονόμο της την αδελφή της Ψ2, η οποία στη συνέχεια θα άφηνε μετά το θάνατό της την περιουσία τους στην οικογένεια του ανεψιού της Ψ και εκμεταλλευόμενοι την μεγάλη ηλικία της (81 ετών τότε), τη δυσχερή θέση στην οποία ευρισκόταν, την άγνοιά της σχετικά με τον τρόπο συντάξεως διαθηκών αλλά και την εμπιστοσύνη που έτρεφε προς αυτούς λόγω του ότι ήσαν κουμπάροι της, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς σ' αυτήν ότι η δευτέρα απ' αυτούς ως συμβολαιογράφος είχε συντάξει νομίμως διαθήκη της, σύμφωνα με την εκτεθείσα βούλησή της. Στην ψευδή αυτή παράσταση προέβησαν οι κατηγορούμενοι ενώ γνώριζαν την αναλήθεια του ως αληθούς παρασταθέντος γεγονότος και τη σχετική μ' αυτή αλήθεια, που συνίσταται στο ότι δεν είχε συνταχθεί από τη Δευτέρα κατηγορουμένη δημοσία διαθήκη της Γ1, αλλά άλλο άσχετο με την κληρονομία της συμβολαιογραφικό έγγραφο, με την απατηλή δε συμπεριφορά τους, στην οποία προέβησαν με σκοπό να αποκομίσει ο πρώτος απ' αυτούς παράνομο περιουσιακό όφελος, έπεισαν την προαναφερόμενη να παραλείψει τη σύνταξη διαθήκης της μέχρι το θάνατό της, που επήλθε στις 13-8-1999, ούσα πεπεισμένη ότι είχαν ρυθμιστεί τα της κληρονομίας της, σύμφωνα με τη βούλησή της. Η πιο πάνω πράξη είχε ως συνέπεια να επέλθει περιουσιακή ζημία στην Ψ2 μεγαλύτερη του ποσού των 15.000 ευρώ και ο πρώτος κατηγορούμενος να αποκομίσει παρανόμως αντίστοιχο περιουσιακό όφελος αφού μετά το θάνατό της Γ1, η ακίνητη περιουσία της, η αξία της οποίας υπερβαίνει το ποσό των 29.000.000 ευρώ (και με την προϋφιστάμενη νομισματική μονάδα των 10.000.000.000 δρχ.) δεν περιήλθε σ' αυτήν, όπως επιθυμούσε η θανούσα αλλά στον πρώτο κατηγορούμενο, που εφέρετο ως θετό τέκνο της. Από τον τρόπο και τις συνθήκες υπό τις οποίες έδρασαν οι εν λόγω κατηγορούμενοι και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει, έχοντας καταστρώσει με εφευρετικότητα συγκεκριμένο σχέδιο εξαπατήσεως της Γ1, το οποίο ακολούθησαν με συνέπεια, ψυχραιμία και μεθοδικότητα, εκμεταλλευόμενοι αθεμίτως τις επαγγελματικές τους ιδιότητες και την προς αυτούς εμπιστοσύνη της Γ1 καθώς και την κατάστασή της και συνεργαζόμενοι με τον πατέρα του πρώτου, προκύπτει ότι προέβησαν στην τέλεση του εν λόγω εγκλήματος με σκοπό να πορισθούν εισόδημα όχι μόνο για βιοπορισμό αλλά και για άκοπο πλουτισμό, ότι πρόκειται δηλαδή για δράστες μετερχόμενους το έγκλημα της απάτης κατ' επάγγελμα. Εξάλλου από το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος έχει διαπράξει το εν λόγω έγκλημα κατ' επανάληψη, όπως εκτίθεται πιο κάτω, συνάγεται ότι έχει αποκτήσει σταθερή ροπή προς αυτό αναχθείσα σε στοιχείο της προσωπικότητάς του. Β) Επιπλέον ο κατηγορούμενος Χ2 για το ότι: στον Πειραιά την 1-12-1999, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε με πρόθεση ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, από το έγκλημα δε αυτό αποκόμισε παρανόμως περιουσιακό όφελος υπερβαίνον το ποσό των 73.000 ευρώ, προκαλώντας αντίστοιχη περιουσιακή ζημία στους παθόντες, ενώ πρόκειται για άτομο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Ειδικότερα, ενώ είχε κατορθώσει με τη σύμπραξη άλλων να υφαρπάσει την υπ' αριθμ. 343/11-7-1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, δικάζοντας κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, με την οποία απόφαση κηρυσσόταν θετό τέκνο της ατέκνου Γ1, εξαπατώντας τους εκδόσαντες αυτήν δικαστές, με την υποβολή στο Δικαστήριο αιτήσεως φερομένης ότι είχε υποβληθεί κατ' εντολή της Γ1, που δήθεν ζητούσε να υιοθετήσει και με την εμφάνιση στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της αιτήσεως άλλης αγνώστου γυναίκας, που προσποιήθηκε ότι ήταν η αιτούσα (Γ1) και δήλωσε τη συναίνεσή της για την υιοθεσία και ενώ μετά το θάνατο της προαναφερομένης, που επήλθε στις 13-8-1999, είχε υποβάλει στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς την από 19-10-1999 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου 10590/20-10-1999 αίτηση περί χορηγήσεως σ' αυτόν κληρονομητηρίου επί της κληρονομιαίας περιουσίας της Γ1 με την οποία αίτηση επικαλούμενος την πιο πάνω απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και την ανυπαρξία διαθήκης της κληρονομουμένης, ισχυριζόταν ότι ήταν ο μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, κατά την εκδίκαση της αιτήσεως που έλαβε χώρα στις 1-12-1999 στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, παρέστησε ψευδώς στο δικάσαντα αυτήν δικαστή ότι ως θετό τέκνο της Γ1 ήταν ο μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, επικαλούμενος και προσκομίζοντας στο Δικαστήριο μεταξύ των άλλων επικυρωμένο από τον ίδιο αντίγραφο της πιο πάνω δικαστικής αποφάσεως (με αριθμό 343/1988) και το εκδοθέν από το Δήμο Κρανιδίου με αριθμ. πρωτ. ..... πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών της Γ1, το οποίο είχε υφαρπάσει κατά τα πιο πάνω παρατιθέμενα με εξαπάτηση και στο οποίο εφέρετο ως θετό τέκνο και ως ο πλησιέστερος εν ζωή συγγενής αυτής. Στις ψευδείς αυτές παραστάσεις προέβη ενώ γνώριζε την αναλήθειά τους και τη σχετική με αυτές αλήθεια που συνίσταται στο ότι ουδέποτε η Γ1 είχε εκφράσει τη βούληση να υιοθετήσει αυτόν ή οποιονδήποτε άλλον ούτε συνήνεσε στην υιοθεσία και είχε πλήρη άγνοια των σχετικών με την υιοθεσία του ενεργειών, η δε πιο πάνω απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ήταν αυτοδικαίως άκυρη και ο ίδιος δεν είχε καταστεί θετό τέκνο της Γ1, ούτε είχε άλλη συγγένεια με αυτήν, η οποία διέθετε άλλους συγγενείς. Με την απατηλή αυτή συμπεριφορά του, με την οποία αποσκοπούσε να αποκομίσει παρανόμως περιουσιακό όφελος, εξαπάτησε τον δικάσαντα την αίτηση Δικαστή σχετικά με την αλήθεια του υποβληθέντος με αυτήν ισχυρισμού και τον έπεισε να εκδώσει την υπ' αριθμ. 6596/15-12-1999 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, η οποία, δεχόμενη το αίτημα, διέτασσε τη χορήγηση στον αιτούντα πιστοποιητικού (κληρονομητηρίου), που να πιστοποιεί ότι ήταν ο μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της Γ1, σε εκτέλεση δε της αποφάσεως αυτής εκδόθηκε από τη Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς το υπ' αριθμ. .... πιστοποιητικό με το πιο πάνω περιεχόμενο και ακολούθησε η εκ μέρους του αποδοχή της κληρονομίας της ...... με το υπ' αριθμ. ..... συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Ελένης συζ. Μηνά Λιώνη, το γένος Μιχ. Κουρτίδου, που αναπλήρωσε τη δευτέρα κατηγορουμένη. Ετσι, οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Γ1, που ήταν οι εγκαλούσες αδελφές της Ψ1 και Ψ2, υπέστησαν ζημία ίση με την αξία της κληρονομιαίας περιουσίας, που υπερέβαινε το ποσό των 29.000.000 ευρώ (και με την προϋφισταμένη νομισματική μονάδα των 10.000.000.000 δρχ.) και ο ίδιος προσπόρισε παράνομα στο εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος. Εξάλλου, από το γεγονός ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος έχει μετέλθει το έγκλημα της απάτης κατ' επανάληψη, συνάγεται ότι έχει αποκτήσει ροπή προς το συγκεκριμένο αυτό έγκλημα, ενώ από την επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος αυτού, από τον τρόπο και τις συνθήκες υπό τις οποίες έδρασε ο κατηγορούμενος και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει, έχοντας καταστρώσει με εφευρετικότητα συγκεκριμένο σχέδιο εξαπατήσεως, τόσο της κληρονομουμένης όσο και δικαστών, το οποίο ακολούθησε με συνέπεια, ψυχραιμία και μεθοδικότητα, εκμεταλλευόμενος αθεμίτως την ιδιότητά του ως δικηγόρου και επιδεικνύοντας οργάνωση και ετοιμότητα προκύπτει ότι προέβη στην τέλεση του εν λόγω εγκλήματος με σκοπό να ποριστεί εισόδημα για βιοπορισμό και επαύξηση της περιουσίας του, προκύπτει δηλαδή ότι ενήργησε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια". Στο σκεπτικό της αποφάσεως δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει αποδείχθηκαν τα εξής: "Η γεννηθείσα στις ΗΠΑ κατά το έτος 1913 και αποβιώσασα στον Πειραιά την 13.8.1999 Γ1, τελούσε εν χηρεία από το έτος 1985, που απεβίωσε ο σύζυγός της Γ, με τον οποίο είχε συνάψει γάμο το έτος 1947 και δεν είχαν αποκτήσει τέκνα. Ο ανωτέρω σύζυγος της ήταν αρχικά ναυτικός, αλλά σύντομα εγκατέλειψε το ναυτικό επάγγελμα και επί σειρά ετών εργάσθηκε ως υπάλληλος στο συμβολαιογραφείο του ήδη αποβιώσαντος, πατέρα του πρώτου κατηγορουμένου Ζ1, το οποίο βρισκόταν στον Πειραιά και επί της οδού ... αριθμός ... και .... Παραλλήλως προς την μακροχρόνια εργασιακή τους σχέση και συνεργασία ο Γ και η σύζυγος του είχαν αναπτύξει στενές φιλικές και οικογενειακές σχέσεις με τον Ζ1 και την οικογένειά του. Μάλιστα, μεταξύ τους, είχαν δημιουργηθεί και δεσμοί πνευματικής συγγενείας, αφού ο Ζ1 είχε στεφανώσει το ζεύγος Γ1,Γ, και οι τελευταίοι είχαν βαπτίσει μία από τις θυγατέρες του και συγκεκριμένα, την ...... Ο Γ είχε αποκτήσει μεγάλη παραθαλάσσια έκταση στο .... Ερμιονίδος, στην Περιοχή "....." (κτήμα .....), στην οποία υπήρχε εξοχική κατοικία του ζεύγους, όπου παραθέριζε κατά τους θερινούς μήνες. Τμήματα της εκτάσεως αυτής μεταβιβάσθηκαν από τον προαναφερόμενο ιδιοκτήτης της, Γ, σε τρίτους , μεταξύ των οποίων και στον Ζ1, ο οποίος και προέβη στην κατασκευή εκεί εξοχικής οικίας, όπου παραθέριζε με την οικογένεια του. Την εναπομείνασα έκταση του, που υπερέβαινε τα τριακόσια
(300)στρέμματα, ο ανωτέρω ιδιοκτήτης, άφησε με ιδιόγραφη διαθήκη, μαζί με την υπόλοιπη περιουσία του, στην προρρηθείσα σύζυγο του, η οποία διέθετε επίσης μεγάλη ακίνητη περιουσία, αποτελούμενη από διαμερίσματα και γραφεία, ευρισκόμενα στον Πειραιά. Σε ένα δε από τα διαμερίσματα αυτά, αποτελούμενο εκ τεσσάρων δωματίων και ευρισκόμενο στον τέταρτο όροφο της, επί της ακτής .... αριθμός ...., κειμένης πολυωρόφου, κατοικούσε και η ίδια, ενώ σε ιδιόκτητο διαμέρισμα δύο δωματίων του τρίτου ορόφου της ίδιας πολυκατοικίας, κατοικούσε μία εκ των αδελφών της και ειδικότερα, η Ψ2, η οποία ήταν άγαμη και άτεκνη. Οι δύο ως άνω αδελφές ουσιαστικά συμβίωναν και διατηρούσαν άριστες οικογενειακές σχέσεις τόσο μεταξύ τους όσο και με την πολιτικώς ενάγουσα, τρίτη αδελφή τους, Ψ1 καθώς και με τον υιό της Ψ, ο οποίος τις φρόντιζε, κατά τα τελευταία προ του θανάτου τους έτη, και μεριμνούσε για την ικανοποίηση των αναγκών τους. Μεγαλύτερη όμως επιμέλεια και ενδιαφέρον για τη συντήρηση και περίθαλψη της Γ1 επέδειξε ο ήδη αποβιώσας, ανεψιός του συζύγου της, Γ2, καθηγητής το επάγγελμα, ο οποίος, λόγω και της κατοικίας του στον Πειραιά, την επισκεπτόταν σχεδόν καθημερινά στο διαμέρισμα της, ενημερωνόταν για την κατάσταση της υγείας της και φρόντιζε για όλες της τις ανάγκες. Με την οικογένεια Ζ1,Χ2 οι σχέσεις της Γ1, χαλάρωσαν μετά το θάνατο του συζύγου της και αραίωσαν οι επαφές τους, αφού η τελευταία περιόρισε πλέον τις συχνές μεταβάσεις της για θερινές διακοπές στο ......, όπου ήταν και ο συνήθης τόπος συναντήσεως και επικοινωνίας της με την εν λόγω οικογένεια που παραθέριζε στη γειτονική του εξοχική οικία, και επί πλέον αυτή είχε προσκολληθεί περισσότερο στις προειρημένες αδελφές της, οι οποίες και τη συνόδευαν πάντοτε, μετά το θάνατο του συζύγου της στην εξοχική της αυτή οικία. Μετά δε την κατά το έτος 1994 ακινητοποίηση, συνεπεία κατάγματος, της Γ1, η επικοινωνία της με την οικογένεια Χ2,Ζ1 ήταν σπάνια και περιοριζόταν σε τηλεφωνικές μόνο συνδιαλέξεις. Ωστόσο αυτή συνέχισε να έχει ως δικηγόρο για τις υποθέσεις της τον πρώτο κατηγορούμενο, Χ2, και ως συμβολαιογράφο της τον πατέρα του Ζ1 και μετά τη συνταξιοδότηση τούτου τη δευτέρα κατηγορουμένη, σύζυγο τότε του πρώτου, Χ1, η οποία ήταν αρχικώς δικηγόρος και εν συνεχεία ανέλαβε το αρχείο του πεθερού της. Από το έτος 1987 έως τον Φεβρουάριο του 1999, η Γ1 πώλησε διάφορα ακίνητα και συγκεκριμένα τμήματα του ευρισκόμενου στο ...... ως άνω ακινήτου της, εκ των οποίων δύο, εκτάσεως 4041,15 τ.μ. και 1012,15 τ.μ., πώλησε στον πρώτο κατηγορούμενο, κατά ψιλή κυριότητα το πρώτο και κατά πλήρη κυριότητα το δεύτερο. Επίσης, σημαντικό τμήμα του ως άνω ακινήτου της πώλησε στον εφοπλιστή ...... για να εξασφαλίσει τα αναγκαία προς πληρωμή του φόρου κληρονομιάς του συζύγου της χρήματα. Την 14η Φεβρουαρίου 1994 η Γ1 μετά από πτώση της στο διαμέρισμα της υπέστη κάταγμα της κεφαλής του μηριαίου οστού και εισήχθη στην Κλινική "ΙΑΤΡΙΚΟ ΑΘΗΝΩΝ" του Παλαιού Φαλήρου, όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση και νοσηλεύτηκε μέχρι τη 8 Μαρτίου του ιδίου έτους. Της εισόδου της στην ανωτέρω κλινική επιμελήθηκε ο προαναφερθείς ανεψιός του συζύγου της Γ2, ο οποίος έλαβε πρώτος γνώση του ατυχήματος και ειδοποίησε εν συνεχεία τον ανεψιό της Ψ, που έσπευσε πλησίον της. Και οι δύο ως άνω ανεψιοί της (εξ αγχιστείας και εξ αίματος αντιστοίχως ) της συμπαραστάθηκαν και τη βοήθησαν καθόλη τη διάρκεια της παραμονής της στην κλινική, αλλά και της εν συνεχεία νοσηλείας της στην οικία αυτής. Με βάση τα επισυναπτόμενα στη δικογραφία και αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα του ανωτέρω νοσηλευτικού ιδρύματος, η Γ1 εισήχθη σ' αυτό την 15-2-1994 με διατροχαντήριο κάταγμα αριστερού μηριαίου και αφού υποβλήθηκε στις αναγκαίες εργαστηριακές και καρδιολογικές εξετάσεις, τα αποτελέσματα των οποίων κρίθηκαν φυσιολογικά για την ηλικία της, υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση αποκαταστάσεως του κατάγματος την επομένη ημέρα (15-2-1994) και νοσηλεύθηκε στο δωμάτιο ..... του τρίτου ορόφου μέχρι την 8-3-1994 , οπότε και εξήλθε της κλινικής (βλ. υπ' αριθμ. πρωτ. ..... έγγραφο του Γενικού Διευθυντού της Κλινικής Π.Φαλήρου του Ιατρικού Αθηνών προς τον Α' Ανακριτή ιατρικών εξετάσεων της ιδίας κλινικής). Κατά τη διάρκεια της παραμονής της στο ανωτέρω Θεραπευτήριο, την επισκέφθηκε, κατόπιν σχετικής προσκλήσεως της δύο φορές η δευτέρα κατηγορουμένη Χ1, που εν τω μεταξύ είχε αναλάβει το αρχείο του πεθερού της Ζ1 και ασκούσε τα καθήκοντα της συμβολαιογράφου Πειραιώς, και συνέταξε κατ' εντολή της δύο πληρεξούσια και ειδικότερα, τα υπ' αριθμ. .... και .... τοιαύτα, με τα οποία αυτή (Γ1) εξουσιοδοτούσε τον προμνησθέντα ανεψιό του συζύγου της Γ2 να αναλάβει από τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος τα χρηματικά ποσά των 1.000.000 και των 3.000.000 δραχμών αντιστοίχως. Και κατά τις δύο ως άνω μεταβάσεις της στην Κλινική, η δευτέρα κατηγορουμένη, συνοδευόταν από τον πρώτο κατηγορούμενο, σύζυγό της τότε, και τον πατέρα αυτού Ζ1 οι οποίοι έτσι είχαν την ευκαιρία να επισκεφθούν την Γ1 και να ενημερωθούν για την κατάσταση της υγείας της. Μετά την έξοδο της από την Κλινική η Γ1 μεταφέρθηκε στο διαμέρισμα της στον Πειραιά, όπου καθηλώθηκε σε αναπηρική πολυθρόνα, αδυνατούσα να μετακινηθεί μόνη της, ενώ σε αδυναμία μετακινήσεως περιήλθε λίγο αργότερα, καθηλωθείσα επίσης σε αναπηρική καρέκλα, και η αδελφή της Ψ2. Οι δύο ανάπηρες αδελφές ευρίσκοντο καθόλη τη διάρκεια της ημέρας μαζί στο διαμέρισμα της Γ1, όπου μεταφερόταν η Ψ2 από το ευρισκόμενο στην ίδια πολυκατοικία διαμέρισμα της, στο οποίο επανεφέρετο το βράδυ για να κοιμηθεί. Για την περιποίηση και φροντίδα τους είχαν προσληφθεί από τον Γ2, με δαπάνες της Γ1 τρεις οικιακές βοηθοί, οι οποίες εναλλάσσοντο επί εικοσιτετραώρου βάσεως, ώστε οι δύο αδελφές να μη μένουν καθόλου μόνες τους. Η Γ1, πέραν της αδυναμίας της να περπατήσει, αντιμετώπισε από το έτος 1997 και καρδιολογικά προβλήματα για τα οποία νοσηλεύτηκε σε Νοσοκομείο. Με την πάροδο του χρόνου τα προβλήματα αυτά επιδεινώθηκαν και κατά το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Αυγούστου 1999 εισήχθη εσπευσμένα στην Εντατική Μονάδα του Τζανείου Νοσοκομείου Πειραιώς, όπου και απεβίωσε την 13η Αυγούστου 1999 από αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, καρδιακή ανεπάρκεια και στεφανιαία νόσο. Και κατά την τελευταία ως άνω εισαγωγή της στο Νοσοκομείο, όπως, άλλωστε και καθόλο το διάστημα που ήταν καθηλωμένη στην αναπηρική καρέκλα, με συνεχή επιδείνωση της υγείας της, εξακολούθησαν να την περιθάλπουν και να της συμπαραστέκονται ο Γ2 κατά κύριο λόγο και ο ανεψιός της Ψ, οι οποίοι επιμελήθηκαν και για την κηδεία της, καταβάλλοντες και τη σχετική δαπάνη. Η μηνύτρια, Ψ2, ισχυρίζεται ότι η αποβιώσασα αδελφή της Γ1, κατά τη διάρκεια της προρρηθεισης νοσηλείας της στο Ιατρικό Κέντρο Παλαιού Φαλήρου και επειδή θεωρούσε σοβαρή την επέμβαση στην οποία επρόκειτο να υποβληθεί για την αποκατάσταση του κατάγματος της, ζήτησε τη σύνταξη δημόσιας διαθήκης. Για το σκοπό αυτό κλήθησαν από την ίδια και μετέβησαν στην ως άνω Κλινική οι κατηγορούμενοι, καθώς και ο προαναφερθείς πατέρας του δευτέρου, συνταξιούχος πλέον συμβολαιογράφος Ζ1. Εκεί παρέμεναν μόνοι στο θάλαμο νοσηλείας μαζί με Γ1 και την αδελφή της Ψ2, που είχε κατά τον ίδιο χρόνο εισαχθεί στο Ιατρικό Κέντρο Παλαιού Φαλήρου και νοσηλευόταν στον ίδιο θάλαμο, ενώ οι υπόλοιποι συγγενείς τους που ήταν κατά το χρόνο εκείνο στο θάλαμο και συγκεκριμένα η ίδια (πολιτικώς ενάγουσα Ψ1), ο υιός της Ψ η σύζυγος του ....., η πεθερά του ..... και ο Γ2, εξήλθαν κατόπιν συστάσεως των προαναφερομένων. Οι κατηγορούμενοι και ο Ζ1, έμειναν αρκετή ώρα μαζί με τις δύο αδελφές στο θάλαμο νοσηλείας των και εν συνεχεία εξήλθαν και αποχώρησαν, αφού δήλωσαν, κατά τους ισχυρισμούς πάντοτε της μηνύτριας, στους προαναφερθέντες συγγενείς και συνοδούς ότι είχαν τελειώσει με τη σύνταξη της διαθήκης, η δε Γ1 και η Ψ2 πληροφόρησαν ακολούθως τους ως άνω συγγενείς των ότι είχαν συνταχθεί διαθήκες και των δύο, σύμφωνα με τις οποίες άφηνε η μία την άλλη κληρονόμο της και εκείνη που θα επιζούσε της άλλης θα άφηνε την περιουσία τους στην οικογένεια του Ψ. Άλλωστε, το ότι είχε συνταχθεί διαθήκη με το προδιαληφθεν περιεχόμενο, η Γ1, σύμφωνα με το παραπεμπτικό βούλευμα, είχε εκμυστηρευθεί και σε άλλα πρόσωπα , όπως η ανεψιά της ...... και η οικιακή βοηθός της Δ. Η θανούσα, άφησε κατά το χρόνο του θανάτου τεραστίας αξίας ακίνητη περιουσία, αποτελούμενη από το εναπομείναν, μετά τις πωλήσεις, τμήμα του παραθαλασσίου αγροκτήματος στο ......., εκτάσεως εκατόν ενενήντα τριών
(193)περίπου στρεμμάτων, αξίας άνω των δέκα δισεκατομμυρίων δραχμών, και εννέα διαμερίσματα, στην περιοχή ....., η συνολική αξία των οποίων υπερέβαινε τα διακόσια εκατομμύρια δραχμές. Έτσι, μετά την πάροδο χρονικού διαστήματος σαράντα περίπου ημερών από το θάνατο της, ο υιός της πολιτικώς εναγούσης, Ψ, απευθύνθηκε στους κατηγορουμένους για να ενημερωθεί περί της διαθήκης, την οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, είχε συντάξει η αποβιώσασα θεία του. Οι κατηγορούμενοι τον πληροφόρησαν ότι δεν είχε συνταχθεί διαθήκη και επί πλέον ο πρώτος εξ αυτών, Χ2, του δήλωσε ότι η αποβιώσασα είχε προβεί σε υιοθεσία του ιδίου (κατηγορουμένου), ο οποίος είχε καταστεί και ο μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της. Η είδηση αυτή κατέπληξε τον Ψ, αλλά και όλους τους συγγενείς και γνωστούς της θανούσης, καθόσον αυτή δεν είχε ποτέ εκδηλώσει την επιθυμία να υιοθετήσει οποιονδήποτε, ούτε υπήρξε πληροφορία ή ένδειξη, ότι είχε αποκτήσει θετό τέκνο. Η εν λόγω υιοθεσία υπήρξε η αιτία οξυτάτης αντιπαραθέσεως και αντιδικίας μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών, στα πλαίσια της οποίας εντάσσεται και η παρούσα δίκη, η οποία δημιουργήθηκε κατόπιν μηνύσεως των αδελφών της θανούσης, Ψ2, που απεβίωσε στη συνέχεια, και Ψ1, και αφορά την εξαπάτηση της Γ1 από τους κατηγορουμένους αναφορικά προς τη σύνταξη διαθήκης, και επί πλέον την εξαπάτηση από τον πρώτο κατηγορούμενο του Δικαστού που εξέδωσε την αριθμ. 6596/15-12-1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, περί χορηγήσεως σ' αυτόν κληρονομητηρίου, αφού το βασικό κατά τη μήνυση έγκλημα της κακουργηματικής απάτης αναφορικά προς την τέλεση της επίμαχης υιοθεσίας είχε ήδη κατά τη διατύπωση της κατηγορίας υποκύψει σε παραγραφή, λόγω παρελεύσεως χρονικού διαστήματος μεγαλυτέρου της δεκαπενταετίας. Ειδικότερα, καθόσον αφορά το πρώτο και βασικό σκέλος της προκειμένης κατηγορίας, συνίσταται στο ότι οι κατηγορούμενοι παραπλάνησαν την Γ1 ότι κατά την επίσκεψη τους στην Κλινική του Ιατρικού Αθηνών Παλαιού Φαλήρου , όπου νοσηλευόταν, συνετάγη από τη δευτέρα εξ αυτών ως συμβολαιογράφο νόμιμη δημοσία διαθήκη με το προεκτεθέν περιεχόμενο, ενώ είχε συνταχθεί κάποιο άσχετο συμβολαιογραφικό έγγραφο, και έτσι παρέλειψε να προβεί στη σύνταξη άλλης διαθήκης ή σε άλλη πράξη διαθέσεως της περιουσίας της εν ζωή, ούσα σίγουρη, ότι είχε πράγματι συνταχθεί διαθήκη της, ώστε να παραμείνει ολόκληρη η περιουσία της στον πρώτο κατηγορούμενο ως μόνο εξ αδιαθέτου κληρονόμο της. Ως προς το κεφάλαιο της αυτό η κατηγορία ελέγχεται ως αβάσιμη, αφού από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στην αρχή της παρούσης, δεν προέκυψαν τα αναγκαία για τη θεμελίωση της πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά αναφέρονται στο παραπεμπτικό βούλευμα και στο διατακτικό της παρούσης, και συγκεκριμένα η βούληση της Γ1 να προβεί στη σύνταξη της επίμαχης διαθήκης και η εξαπάτηση αυτής από τους κατηγορουμένους. Στην κρίση του αυτή άγεται το Δικαστήριο από την συνεκτίμηση και αξιολόγηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων και αφού έλαβε ιδιαιτέρως υπόψη του και τα εξής στοιχεία που προέκυψαν κατά τρόπο αναμφισβήτητο από την αποδεικτική διαδικασία: α) Από τα προαναφερθέντα πιστοποιητικά της Κλινικής Παλαιού Φαλήρου του Ιατρικού Αθηνών, προκύπτει ότι η Γ1 εισήχθη σ' αυτήν με διατροχαντήριο κάταγμα αριστερού μηριαίου την 14-2-1994 και χειρουργήθηκε την επομένη ημέρα (15-2-1994), αφού οι καρδιολογικές, εργαστηριακές και λοιπές εξετάσεις της έδειξαν ότι δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε σοβαρό πρόβλημα, που θα επέβαλε την αναβολή της επεμβάσεως. Το στοιχείο τούτο αναιρεί πλήρως τους ισχυρισμούς της πολιτικής αγωγής ότι δηλαδή η Γ1 παρέμεινε νοσηλευόμενη στην εν λόγω Κλινική επί μία περίπου εβδομάδα, και εν συνεχεία υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση, μετά την 20-2-1994, διότι αντιμετώπιζε σοβαρό καρδιολογικό πρόβλημα, εξαιτίας του οποίου και ζήτησε τη σύνταξη της διαθήκης πριν την εισαγωγή της στο χειρουργείο, β) Οι κατηγορούμενοι, ως προεξετέθη, επισκέφθηκαν τη Γ1 στην ως είρηται Κλινική δύο φορές και συγκεκριμένα, την 23-2-1994 και την 8-3-1994, που συνεταγησαν και τα αντίστοιχα πληρεξούσια της προς τον Γ
- Με δεδομένο δε τον ως άνω χρόνο της χειρουργικής επεμβάσεως και οι δύο επισκέψεις τους ήταν μεταγενέστερες ταύτης. Αλλά και υπό την εκδοχή της πολιτικής αγωγής ότι έλαβε χώρα και τρίτη επίσκεψη τούτων, περί την 20-2-1994, κατά την οποία και συνετάγη η περί ης ο λόγος διαθήκη, και αυτή η επίσκεψη τους με βάση το χρόνο πραγματοποιήσεως της χειρουργικής επεμβάσεως, είναι μεταγενέστερη ταύτης, γ) Η ετέρα διαθέτις και μηνύτρια, Ψ2, η οποία φέρεται νοσηλευθείσα, στον ίδιο θάλαμο με την αδελφή της Γ1, όπου και συνέταξε από κοινού με την τελευταία τη διαθήκη της, σύμφωνα με την από .... βεβαίωση της Προϊσταμένης Λογ. Ασθενών της Κλινικής Παλαιού Φαλήρου του Ιατρικού Αθηνών, δεν είχε εισαχθεί και νοσηλευθεί, κατά το κρίσιμο αυτό χρονικό διάστημα, στη συγκεκριμένη Κλινική, όπως αβασίμως διατείνεται η πλευρά της πολιτικής αγωγής, δ) Η Γ1, κατά κοινή παραδοχή όλων όσων τη γνώριζαν, ήταν γυναίκα ιδιαίτερα ευφυής, μορφωμένη, καλλιεργημένη και δυναμική, διαθέτουσα πνευματική διαύγεια και ευστροφία μέχρι το θάνατο της. Επί πλέον αυτή, λόγω της μακροχρονίου επαγγελματικής ενασχολήσεως του συζύγου της ως υπαλλήλου συμβολαιογραφείου, γνώριζε πολύ καλά τη διαδικασία συντάξεως διαθήκης και συνεπώς, δεν ήταν δυνατόν να προβεί στη σύνταξη άκυρου (λόγω του αριθμού και της συγγενικής σχέσεως των συμπραξάντων προσώπων) ή να εξαπατηθεί από τους κατηγορουμένους περί δήθεν συντάξεως υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις εγκύρου διαθήκης ε) η Γ1 δεν είχε μιλήσει για τη σύνταξη διαθήκης στα πλέον έμπιστα σ' αυτήν πρόσωπα, που ήταν ο Γ2, ο οποίος τη φρόντιζε και την περιέθαλπε, κατά τα προλεχθέντα, και επικοινωνούσε σε καθημερινή σχεδόν βάση μαζί της, (βλ από 29-3-2002 κατάθεση της συζύγου του ...... ενώπιον του Ανακριτού Πειραιώς), και η αδελφή της και πολιτικώς ενάγουσα Ψ1 (βλ. κατάθεση αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου) και συνεπώς, με δεδομένη τη σοβαρότητα, αυστηρότητα και εσωστρέφεια που τη διέκρινε, και την εν γένει προσωπικότητα της, δεν κρίνεται πειστική και σύμφωνη με τα διδάγματα της λογικής και της κοινής πείρας, η άποψη της πολιτικής αγωγής, ότι δηλαδή συζητούσε το συγκεκριμένο αυστηρώς προσωπικό της ζήτημα και απεκάλυπτε τον τρόπο διαθέσεως της περιουσίας της, σε τρίτα και άσχετα πρόσωπα, όπως η οικιακή βοηθός της Δ. Και στ) Η Γ1 σε κάθε περίπτωση δεν θα είχε και λόγο να προβεί στη σύνταξη της επίμαχης διαθήκης, αφού η διατυπωθείσα σ' αυτήν, κατά την κατηγορία, βούληση της περί της ρυθμίσεως της τύχης της περιουσίας της μετά το θάνατο της θα ικανοποιείτο τελικώς και χωρίς την ύπαρξη αυτής (διαθήκης), με βάση τους κανόνες της εξ αδιαθέτου διαδοχής, τους οποίους η ίδια και εγνώριζε. Εξάλλου "το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι είχ(αν) ζητήσει την έξοδο εκ του θαλάμου νοσηλείας της Γ1, των παρισταμένων εκεί κατά την άφιξη τους συγγενών, δεν μπορεί να εκληφθεί ως στοιχείο ενισχυτικό της απόψεως περί συντάξεως διαθήκης, αφού και για τη σύνταξη των πληρεξουσίων ήταν επίσης απαραίτητη η εκ του θαλάμου νοσηλείας απομάκρυνση των τρίτων, ώστε να διαφυλαχθεί η μυστικότητα και το απόρρητο της αντιστοίχου δικαιοπρακτικής βουλήσεως της εξουσιοδοτούσης. Ούτε τέλος, μπορεί να θεωρηθεί ως ανταποκρινόμενη στα διδάγματα της λογικής και της κοινής πείρας η άποψη της πολιτικής αγωγής, ότι οι κατηγορούμενοι εξερχόμενοι του θαλάμου νοσηλείας τους ανακοίνωσαν στους αναμένοντες συγγενείς της Γ1 ότι ολοκληρώθηκε η σύνταξη της διαθήκης, τη στιγμή που γνώριζαν ότι διαθήκη δεν είχε συνταχθεί ή επρόκειτο να την εξαφανίσουν, στα πλαίσια του εγκληματικού τους σχεδίου, αλλά και ότι δεν θα μπορούσε ελλείψει των νομίμων προϋποθέσεων (τρεις μάρτυρες ή δεύτερος συμβολαιογράφος και ένας μάρτυρας μη συγγενείς μεταξύ των) να συνταχθεί εγκύρως δημοσία διαθήκη, γεγονός που ήταν γνωστό και στους συγγενείς και εν πάση περιπτώσει θα μπορούσαν ευχερώς να το πληροφορηθούν, και να αποκαλυφθεί έτσι το εγκληματικό τους σχέδιο. Με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι συνετάγη πράγματι η επίμαχη διαθήκη και ότι συνακολούθως οι κατηγορούμενοι ετέλεσαν την αποδιδομένη σ' αυτούς αξιόποινη πράξη της απάτης από κοινού, με αντικείμενο την εν λόγω διαθήκη, όπως η πράξη αυτή περιγράφεται ειδικότερα στο διατακτικό, και συνεπώς πρέπει να κηρυχθούν αθώοι. Περαιτέρω καθόσον αφορά το έτερο σκέλος της κατηγορίας που αφορά τον πρώτο μόνο των κατηγορουμένων πρέπει να λεχθούν ειδικότερα τα εξής: Η κατηγορία σύμφωνα με το παραπεμπτικό βούλευμα, συνίσταται στο ότι ο κατηγορούμενος Χ2, αφού είχε κατορθώσει, με τη σύμπραξη άλλων να υφαρπάσει την υπ' αριθμ. 343/11-7-1988 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία κηρύχθηκε θετό τέκνο της Γ1, εξαπατώντας τους εκδόσαντες αυτήν δικαστές, με την υποβολή στο Δικαστήριο αιτήσεως κατ' εντολή δήθεν της τελευταίας, η οποία ζητούσε να τον υιοθετήσει και με την εμφάνιση στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της αιτήσεως, άλλης αγνώστου γυναικός, που προσποιήθηκε ότι ήταν η αιτούσα (Γ1) και δήλωσε τη συναίνεση της για την υιοθεσία, υπέβαλε εν συνεχεία, μετά το θάνατο της φερομένης ως θετής μητέρας του, αίτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς περί χορηγήσεως σ' αυτόν κληρονομητηρίου επί της κληρονομιαίας περιουσίας της αποβιωσάσης Γ1, επικαλούμενος την περί υιοθεσίας του ως άνω απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και την ανυπαρξία διαθήκης της κληρονομουμένης. Κατά την εκδίκαση δε της εν λόγω αιτήσεως του, που έλαβε χώρα την 1-12-1999 στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, παρέστησε ψευδώς στο δικάσαντα αυτήν δικαστή ότι, ως θετό τέκνο της Γ1, ήταν ο μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, επικαλούμενος και προσκομίζοντας στο Δικαστήριο μεταξύ των άλλων επικυρωμένο από τον ίδιο αντίγραφο της περί υιοθεσίας ως άνω πάνω δικαστικής αποφάσεως και το υπ' αριθμ. πρωτ. ...... πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δήμου Κρανιδίου, όπου ήταν εγγεγραμμένη η Γ1, το οποίο δολίως επίσης είχε υφαρπάσει. Με την απατηλή αυτή συμπεριφορά του, επέτυχε τελικώς να εξαπατήσει τον δικάσαντα την αίτηση δικαστή και να τον πείσει να εκδώσει την υπ' αριθμ. 6596/15-12-1999 απόφαση, η οποία διέταξε τη χορήγηση σ' αυτόν πιστοποιητικού (κληρονομητηρίου), που να πιστοποιεί ότι ήταν ο μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της Γ1, σε εκτέλεση δε της αποφάσεως αυτής εκδόθηκε από τη Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς το υπ' αριθμ. ....... πιστοποιητικό με το πιο πάνω περιεχόμενο και ακολούθησε η εκ μέρους του αποδοχή της κληρονομιάς της Γ1 με το υπ' αριθμ. ...... συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Ελένης συζ. Μηνά Λιώνη - Κουρτίδου, που αναπλήρωσε τη δευτέρα κατηγορουμένη. Έτσι, οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Γ1, που ήταν οι μηνύτριες αδελφές της Ψ1 και Ψ2, υπέστησαν ζημία ίση προς την αξία της κληρονομιαίας περιουσίας που υπερέβαινε το ποσό των 29.000.000 ευρώ (και με την προϋφισταμένη νομισματική μονάδα των 10.000.000.000 δραχμών). Βεβαίως το πρώτο ζήτημα που ανακύπτει στην προκειμένη περίπτωση είναι εάν η ανωτέρω ζημία των εγκαλουσών και το αντίστοιχο όφελος του πρώτου κατηγορουμένου τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την απατηλή ως άνω συμπεριφορά του τελευταίου και την εκδοθείσα συνεπεία ταύτης, κατ' εξαπάτηση του δικάσαντος δικαστού, υπ' αριθμ. 6596/15-12-1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς περί χορηγήσεως σ' αυτόν κληρονομητηρίου. Τούτο δε διότι το όφελος του κατηγορουμένου και η αντίστοιχη ζημία των εγκαλουσών επήλθαν στην πραγματικότητα με την κήρυξη του τελευταίου ως θετού τέκνου της Γ1 με την υπ' αριθμ. 343/1988 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, οπότε και απέκτησε τα δικαιώματα γνησίου τέκνου, μεταξύ των οποίων και το κληρονομικό τοιούτο. Έτσι, μετά το θάνατο της Γ1, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, δεν άφησε διαθήκη, ολόκληρη η περιουσία της, περιήλθε σ' αυτόν (κατηγορούμενο) σύμφωνα με τους κανόνες της εξ αδιαθέτου διαδοχής, ως πλησιέστερο συγγενή της και μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της. Η επίμαχη περί εκδόσεως κληρονομητηρίου υπ' αριθμ. 6596/15-12-1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που επακολούθησε είχε διαπιστωτικό μόνο χαρακτήρα της προειρημένης ιδιότητος του κατηγορουμένου ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Γ1, ώστε να ασκήσει τα εξ αυτής δικαιώματα του, τα οποία είχε ήδη αποκτήσει και θα μπορούσε να ασκήσει και χωρίς τη συγκεκριμένη απόφαση, με μόνη την επίκληση απλού πιστοποιητικού εγγυτέρων συγγενών της αποβιωσάσης του οικείου Δημάρχου που να πιστοποιεί την ως είρηται ιδιότητα του και επίσης πιστοποιητικού μη δημοσιεύσεως διαθήκης της τελευταίας. Ανεξαρτήτως όμως των ανωτέρω και κατ' ουσίαν εξεταζομένη η σχετική κατηγορία, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσης, δεν προέκυψαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σαφώς και πέρα από κάθε αμφιβολία πραγματικά περιστατικά, ικανά να στηρίξουν την κατηγορία και να δημιουργήσουν πλήρη και ασφαλή δικανική πεποίθηση περί της ενοχής του κατηγορουμένου. Και είναι μεν αληθές ότι η επίμαχη υιοθεσία του κατηγορουμένου από την Γ1, η οποία ερευνάται εν προκειμένω παρεμπιπτόντως, ως αναγκαίο προδικαστικό ζήτημα της κρινομένης κατηγορίας, εμφανίζει πολλά ασαφή και αδιευκρίνιστα σημεία και ερωτηματικά, που δημιουργούν προβληματισμό και αμφιβολίες αν συντελέσθηκε πράγματι ή αν έλαβε χώρα εξαπάτηση των δικαστών και υφαρπαγή της σχετικής αποφάσεως με τον τρόπο που αναφέρθηκε ανωτέρω και περιγράφεται λεπτομερέστερα στο παραπεμπτικό βούλευμα, το οποίο ας σημειωθεί δεν υιοθέτησε την αρχικώς υποστηριχθείσα από τις μηνύτριες άποψη περί πλαστογραφήσεως της εν λόγω αποφάσεως και "εμφυτεύσεως της" στο αρχείο του Δικαστηρίου, αφού από την διενεργηθείσα έρευνα των εγγράφων και όλων των πράξεων της προδικασίας και της κυρίας διαδικασίας, με τη χρησιμοποίηση και ιδιωτικού αστυνομικού, που προσλήφθηκε από τις τελευταίες, προέκυψε ότι η επίμαχη απόφαση δεν είναι προϊόν πλαστογραφίας, αλλά εξεδόθη πράγματι από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με την τήρηση όλων των προβλεπομένων νομίμων διατυπώσεων. Ειδικότερα, τα προαναφερθέντα αμφίβολα και ασθενή για την υιοθεσία σημεία εντοπίζονται πρωτίστως στα κίνητρα και τους σκοπούς της υιοθεσίας, που είναι συνήθως η αντιμετώπιση της μοναξιάς και της πλήξεως των υιοθετούντων από την έλλειψη γνησίων κατιόντων, η ικανοποίηση αισθημάτων αλτρουισμού, φιλανθρωπίας, αγάπης και στοργής με την παροχή εκ μέρους των οικογενειακής θαλπωρής αλλά και οικονομικής βοήθειας σε αναξιοπαθούντα και άπορα άτομα, αλλά και η εξασφάλιση της συνεχείας του ονόματος αυτών (υιοθετούντων) καθώς και της αναγκαίας συμπαραστάσεως και φροντίδος από τον υιοθετούμενο κατά την περίοδο των γηρατειών τους. Τέτοια κίνητρα δεν φαίνεται να υπήρχαν στην προκειμένη περίπτωση και μάλιστα να ήταν τόσο ισχυρά που να οδήγησαν τη Γ1 στην περί υιοθεσίας του κατηγορουμένου απόφαση της, πολύ δε περισσότερο που η ίδια είχε στενούς συγγενείς, οι οποίοι θα μπορούσαν να της συμπαρασταθούν και να της παράσχουν οποιαδήποτε βοήθεια, ο δε κατηγορούμενος, που είχε οικογένεια, ήταν ήδη δικηγόρος και είχε τη δυνατότητα επιτυχούς επαγγελματικής σταδιοδρομίας και εξασφαλίσεως άνετου διαβιώσεως, ώστε να μη χρειάζεται τη δική της συμπαράσταση και οικονομική βοήθεια. Αξίζουν επίσης ιδιαιτέρας μνείας η απόλυτη μυστικότητα που τηρήθηκε και από τις δύο πλευρές, η μη χρησιμοποίηση από τον κατηγορούμενο του επωνύμου της θετής μητέρας, παρά μόνο μία φορά, κατά το μήνα Αύγουστο του έτους 1988, που ζήτησε την καταχώριση της υιοθεσίας του στη Ληξιαρχείο Αθηνών, και κυρίως η παντελής αδιαφορία του για τη θετή του μητέρα, η οποία κατά τα τελευταία έτη της ζωής της αντιμετώπισε, κατά τα προλεχθέντα, σοβαρά προβλήματα υγείας και ο κατηγορούμενος δεν της συμπαραστάθηκε και δεν της προσέφερε οποιαδήποτε βοήθεια, δεν παραστάθηκε δε ούτε στην κηδεία της, ισχυριζόμενος ότι βρισκόταν σε διακοπές με την οικογένεια του στη ....... και δεν μπορούσε να επιστρέψει εγκαίρως. Όλα όμως τα ανωτέρω παρατιθέμενα στοιχεία, μολονότι δημιουργούν, ως προεξετέθη, πλείστες αμφιβολίες στο Δικαστήριο αναφορικά προς την τέλεση της επίμαχης υιοθεσίας, δεν κρίνονται ωστόσο και επαρκή να θεμελιώσουν πλήρη και ασφαλή δικανική πεποίθηση περί του αντιθέτου, ότι δηλαδή δεν έλαβε χώρα η υιοθεσία και κατά συνέπειαν ο κατηγορούμενος με την επίκληση της σχετικής αποφάσεως, την οποία με απάτη είχε υφαρπάσει, εξαπάτησε και πάλι το Δικαστήριο στην έκδοση της περί κληρονομητηρίου αποφάσεώς του, που αποτελεί και το αντικείμενο της προκειμένης κατηγορίας. Στην κρίση του αυτή άγεται το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη του το γεγονός που προέκυψε σαφώς από τη διαδικασία, ότι δηλαδή μεταξύ της Γ1 και του κατηγορουμένου υπήρχε ισχυρός συναισθηματικός σύνδεσμος, ο οποίος είχε αναπτυχθεί ήδη από την παιδική ηλικία του τελευταίου, λόγω της προειρημένης εργασιακής σχέσεως του συζύγου της με τον πατέρα αυτού, της στενής φιλίας και της πνευματικής συγγενείας (διπλή κουμπαριά από γάμο και βάπτιση), των δύο οικογενειών, που επί σειρά ετών περνούσαν κατά κανόνα μαζί τις θερινές διακοπές τους στις εξοχικές οικίας αυτών στο .......Ερμιονίδος. Η διαμονή τους εκεί καθόλη σχεδόν τη θερινή περίοδο, και μάλιστα σε εποχή που δεν υπήρχαν πλησίον των οικιών τους άλλες εξοχικές οικίες, οδήγησε σε περαιτέρω σύσφιξη των σχέσεων και συναισθηματικών τους δεσμών, δεδομένου ότι περνούσαν μαζί πολλές ώρες της ημέρας, με μπάνιο, ψάρεμα, βόλτες, κοινές συνεστιάσεις κ.λ.π. Επίσης η αγάπη του κατηγορουμένου προς την εξοχική του οικία και το κτήμα γενικότερα θα μπορούσε να αποτελέσει ένα κίνητρο για την Γ1 να προβεί στην υιοθεσία του, αφού και η ίδια ήταν συναισθηματικά δεμένη με το κτήμα αυτό, την συνέδεαν μαζί του πολλές αναμνήσεις , είχε προβεί στην ανέγερση εντός αυτού ιδιωτικού Ιερού Ναού προς τιμήν των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης και εις μνήμην του συζύγου του και θα ήθελε ως εκ τούτου να παραμείνει το εν λόγω ακίνητο ενιαίο και αδιαίρετο υπό την ιδιοκτησία του, ενόψει μάλιστα του και του γεγονότος ότι ο ανεψιός της Ψ, τον οποίο είχε ενισχύσει οικονομικώς και θα μπορούσε επίσης να του εμπιστευθεί το συγκεκριμένο κτήμα, την εποχή εκείνη, βρισκόταν σε πολύ κακή οικονομική κατάσταση, δεδομένου ότι η εταιρεία με την επωνυμία "....." την οποία διηύθυνε είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως, γεγονός που δημιουργούσε σοβαρούς κινδύνους για τη διατήρηση του κτήματος. Και είναι μεν αληθές ότι μετά το θάνατο του Γ οι σχέσεις και συναισθηματικοί δεσμοί των δύο οικογενειών, ως ήδη εξετέθη, χαλάρωσαν, και οι επαφές τους περιορίσθησαν σε αραιές τηλεφωνικές επικοινωνίες, ωστόσο, η Γ
- δεν έπαυσε να παρακολουθεί διακριτικά την επαγγελματική και κοινωνική γενικά πορεία του κατηγορουμένου και παρά τους ισχυρισμούς του Ψ ότι δεν τον εκτιμούσε και τον αποκαλούσε αλήτη και απατεώνα, συνέχισε να τον εμπιστεύεται ως δικηγόρο της και να του αναθέσει τις υποθέσεις της και στην τότε σύζυγο του, δευτέρα κατηγορουμένη, τη σύνταξη των συμβολαιογραφικών πράξεών της. Τέλος η μυστικότητα που τηρήθηκε και από τις δύο πλευρές, εκτός από την επιθυμία της Γ1 να αποφευχθεί η διατάραξη των σχέσεων της με τους συγγενείς αυτής, θα μπορούσε να εξηγηθεί και από τη μυστικοπάθεια που τη διέκρινε, από τον ιδιόρρυθμο, εσωστρεφή, αυστηρό και ελάχιστα διαχυτικό και προβλέψιμο χαρακτήρα της. Αξιοσημείωτο δε είναι και το γεγονός ότι εμπιστευόταν ως πληρεξούσιο της, για τη διαχείριση χρημάτων και άλλων υποθέσεων της, τον εξ αγχιστείας ανεψιό της Γ2 και όχι το δικό της εξ αίματος ανεψιό Ψ.Συμπερασματικά και σε ακολουθία με όλα όσα εκτέθηκαν ανωτέρω ο πρώτος κατηγορούμενος, πρέπει, λόγω αμφιβολιών, να κηρυχθεί αθώος της αποδιδομένης σ' αυτόν αξιοποίνου πράξεως της απάτης ενώπιον του Δικαστηρίου σε βαθμό κακουργήματος, όπως αυτή περιγράφεται ειδικότερα στο διατακτικό". Με τις παραδοχές, όμως, και τις σκέψεις αυτές η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αθωωτικής αποφάσεως δεν είναι εδική και εμπεριστατωμένη και ειδικότερα: Α) Ως προς την πράξη της κακουργηματικής απάτης στο δικαστήριο, που φέρεται ότι τέλεσε ο κατηγορούμενος Χ2 την 1-12-1999, διότι το Εφετείο δεν εκθέτει τους λόγους για τους οποίους, από τα περιστατικά που δέχθηκε, δεν μπόρεσε να καταλήξει στο πόρισμα ότι πραγματώθηκε από τον κατηγορούμενο η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξεως αυτής και συγκεκριμένα δεν εξηγεί, σε σχέση με την υιοθεσία, την οποία δέχεται ως αναγκαίο προδικαστικό ζήτημα της κατηγορίας, τους λόγους που στηρίζουν την κρίση του περί υπάρξεως αμφιβολιών ως προς το ότι δεν τελέσθηκε έγκυρη υιοθεσία, δηλαδή αμφιβολιών ως προς το ότι η εμφανισθείσα ενώπιον του δικαστηρίου και συναινέσασα στην υπ' αυτής υιοθεσία του κατηγορουμένου δεν ήταν η Γ1, ενόψει ιδίως των παραδοχών του α) ότι δεν υπήρχαν κίνητρα για να οδηγήσουν τη Γ1 στην περί υιοθεσίας του κατηγορουμένου απόφασή της β) ότι η εν λόγω υιοθεσία παρέμεινε μυστική μέχρι το θάνατο της Γ1, γ) ότι ο κατηγορούμενος δεν χρησιμοποίησε άλλη φορά, εκτός εκείνης κατά την καταχώρηση της υιοθεσίας στο ληξιαρχείο, το επώνυμο της θετής του μητέρας (κατά νόμον επώνυμό του μετά την υιοθεσία), δ) ότι μετά το θάνατο, το έτος 1985, του συζύγου της Γ1 οι σχέσεις της με την οικογένεια Χ2,Ζ1 χαλάρωσαν και ε) ο κατηγορούμενος δεν έδειξε ενδιαφέρον για τη Γ1, όταν αυτή αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, κατά τα τελευταία έτη της ζωής της, και δεν παρέστη ούτε στην κηδεία της και ενόψει, περαιτέρω, του ότι, όσα επισημαίνονται στο σκεπτικό της αποφάσεως, σε αντιπαράθεση προς τ' ανωτέρω, είτε είναι ενδοιαστικώς διατυπωμένα, με τη φράση "θα μπορούσε να... ", είτε αποτελούν αξιολογικές κρίσεις μη στηριζόμενες σε παρατιθέμενα περιστατικά. Πλέον των ανωτέρω η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως παρίσταται ελλιπής στο ζήτημα του χρόνου μεταβιβάσεως από τη Γ1 στον κατηγορούμενο, αιτία πωλήσεως, δύο τμημάτων του ακινήτου της στο .... Ερμιονίδας, ο οποίος δεν προσδιορίζεται αν ήταν πριν ή μετά την υιοθεσία και εντεύθεν δεν αξιολογείται, στην περίπτωση που ο χρόνος αυτός είναι μεταγενέστερος της υιοθεσίας, αν εδικαιολογούντο οι επ' ανταλλάγματι δύο αυτές μεταβιβάσεις. Και Β) Ως προς την πρώτη πράξη, τη φερομένη ως τελεσθείσα υπό των κατηγορουμένων από κοινού, διότι η ανωτέρω αιτιολογία περιέχει αντιφάσεις και συγκεκριμένα συμπεραίνει ότι δεν πείσθηκε ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την αποδιδόμενη σ' αυτούς πράξη της κακουργηματικής απάτης από κοινού επειδή "δεν πείσθηκε ότι συνετάγη πράγματι η επίμαχη διαθήκη", δηλαδή δεν πείσθηκε περί γεγονότος για το οποίο δεν επρόκειτο κατά την κατηγορία, η οποία συνίστατο, όπως προεκτέθηκε, στο ότι οι κατηγορούμενοι παραπλάνησαν τη Γ1 ότι συνετάγη, κατά την επίσκεψή τους στο θεραπευτήριο, δημοσία διαθήκη της ενώ δεν είχε συνταγεί τέτοια διαθήκη. Κατ' ακολουθίαν, ο λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 734/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Μαϊου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ