Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1213 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη. Περίληψη: Απάτη κακουργηματική. Επιβαρυντικές περιστάσεις άρθρου 13 στ΄ Π.Κ. Αναίρεση με την επίκληση ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Υπάρχει αιτιολογία για τις επιβαρυντικές περιστάσεις. Απορρίπτει την αναίρεση. Αριθμός 1213/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη και Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 299/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30.4.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 890/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 356/2.10.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: 1.- Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 103/30-4-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατά του υπ'αριθμ. 299/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 4949/2004 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον αναιρεσείοντα τα κατηγορούμενο Χ1, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της πράξεως της απάτης από δράστη, ο οποίος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, το δε συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με το υπ'αριθ. 554/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Εναντίον του βουλεύματος αυτού ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε αναίρεση, επικαλούμενος έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και απόλυτη ακυρότητα. Επί της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως εξεδόθη η υπ'αριθ. 1887/2006 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), με την οποία κρίθηκε ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που εξέδωσε το υπ'αριθμ. 554/2005 βούλευμά του διέλαβε την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1-3 Π.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και την οποία ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Επίσης το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου απέρριψε ως αβάσιμο και τον συναφή περί απόλυτης ακυρότητας λόγο αναιρέσεως. Στη συνέχεια όμως το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου με την ίδια υπ'αριθ. 1887/2006 απόφασή του (σε Συμβούλιο) έκρινε ότι, ως προς την συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων του άρθρου 13 στοιχ. στ' Π.Κ., δηλαδή της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως, δεν γίνεται μνεία σαφών και συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών τα οποία δικαιολογούν την ύπαρξη των επιβαρυντικών αυτών περιστάσεων. Για τον λόγο αυτό αποφάσισε να αναιρεθεί εν μέρει, δηλαδή ως προς το σκέλος του αυτό, το τότε προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 554/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση, μόνο ως προς το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, που θα συνεκροτείτο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που αποφάνθηκαν προηγουμένως. Σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής εξδόθη το προσβαλλόμενο υπ'αριθ. 299/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο επικυρώθηκε και πάλι στο σύνολό του, δηλαδή και ως προς την συνδρομή των ανωτέρω επιβαρυντικών περιστάσεων, το υπ'αριθ. 4949/2004 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Κατά του ανωτέρω υπ'αριθμ. 299/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την 20-4-2007 με θυροκόλληση. Επακολούθησε η επίδοσή του την 21-4-2007 στον διορισθέντα αντίκλητό του Χρήστο Διαμαντή, η δε αίτηση ασκήθηκε την 30-4-2007 από τον ίδιο αυτοπροσώπως ενώπιον τον Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, συνετάγη δε από εκείνον η υπ'αριθμ. 103/30-4-2007 έκθεση, όπου διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και η υπέρβαση εξουσίας. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακούργημα. 2.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Εξάλλου κατά την παρ. 3 του ανωτέρω άρθρου 386 Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 11 Ν.2408/1996 και στη συνέχεια τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 Ν.2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα
(10)ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περίπτ. στ' ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν.2408/1996, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ'επάγγελμα, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικώς δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ'επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 382/2006, ΑΠ 108/2006). 3. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, παρέθεσε, με δικές του αποκλειστικά σκέψεις, την εξής αιτιολογία, αναφορικά με τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως της απάτης, για την οποία κρίθηκε παραπεμπτέος. Περαιτέρω, καθόσον αφορά τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της πράξεως της απάτης, ως προς τις οποίες αναιρέθηκε μόνο το προσβληθέν με την αίτηση αναιρέσεως βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο συντιθέμενο από άλλους δικαστές για να εξετασθεί εκ νέου, από την εκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, συμπεριλαμβανομένης και της ανωμοτί κατάθεσης του εγκαλούντος- πολιτικώς ενάγοντος, τα επισυναπτόμενα στη δικογραφία έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται όλα ανεξαιρέτως υπόψη και αν δεν γίνεται ειδικότερη μνεία αυτών, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και το απολογητικό υπόμνημα που υπέβαλε αυτός, λαμβανομένων υπόψη και των ισχυρισμών του που περιέχονται στην ένδικη έφεση, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά: Η τέλεση της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο παραπάνω αξιόποινης πράξης για την οποία κατηγορείται δεν ήταν ευκαιριακή, αλλά αποτέλεσμα οργανωμένου σχεδιασμού που είχε ως απώτερο σκοπό όχι μόνο την εξαπάτηση του συγκεκριμένου εγκαλούντος από τον οποίο απέσπασε προκειμένου να επωφεληθεί το ποσό των 30.000 δολλαρίων ΗΠΑ που κατέβαλε ο τελευταίος προκειμένου να επενδυθεί, μέσω της αλλοδαπής εταιρίας ...... LTD σε αμοιβαία κεφάλαια της υπεράκτιας εταιρίας ..... LTD (<<.....>>), καθώς και των 25.000 δολλαρίων ΗΠΑ που κατέβαλε επίσης ο ίδιος δια της παραδόσεως σ' αυτόν τριών τραπεζικών επιταγών της CITIBANK για την επένδυση στην αγορά συναλλάγματος της αλλοδαπής εταιρίας <<......LTD>>, αλλά και άλλων ανυποψίαστων μελλοντικών επενδυτών, σε βάρος των οποίων σχεδίαζε να επαναλαμβάνει την επιδειχθείσα στον εγκαλούντα αξιόποινη συμπεριφορά του, προκειμένου με τη δραστηριότητα του αυτή να αποκομίζει υπέρογκα παράνομα περιουσιακά οφέλη σε βάρος της περιουσίας τους, αποβλέποντας στον πορισμό εισοδήματος. Τούτο προκύπτει σαφώς από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, για την ευόδωση του εγκληματικού σκοπού του, εμφανιζόταν ψευδώς στον κύκλο των επενδυτών ως χρηματιστηριακός σύμβουλος, μέτοχος και ενεργών για λογαριασμό δήθεν φερέγγυων επενδυτικών αλλοδαπών εταιριών (.... LTD, και ....... LTD), οι οποίες στην ουσία είχαν ανύπαρκτη επιχειρηματική δραστηριότητα, αφού είχαν συσταθεί κατ' επίφαση, βάσει των νόμων των βρετανικών Παρθένων Νήσων και με έδρα τις εν λόγω Νήσους, με απώτερο σκοπό την ιδιοποίηση των χρημάτων των επενδυτών, όπως κατ' επίφαση, και με τον ίδιο εγκληματικό σκοπό, μετά την ίδρυση των ως άνω εταιριών, είχε συσταθεί στην Ελλάδα, από συμμετέχοντες στις ως άνω αλλοδαπές εταιρίες και η ελληνική εταιρία ....... LTD με το διακριτικό τίτλο <<.......>> στεγαζόμενη στα κείμενα στη ...... Αττικής και επί της οδού ... αριθμ. ... πολυτελή γραφεία, ως αντιπρόσωπος της αλλοδαπής εταιρίας ...... LTD, της οποίας βασικό στέλεχος, ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος, όπως έγινε δεκτό με το υπ' αριθμ. 554/2005 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών , κατά το μέρος του που δεν αναιρέθηκε, ήταν εξαρχής σε γνώση της απατηλής δραστηριότητας των εταιριών για λογαριασμό των οποίων συναλλασσόταν αποσκοπώντας και σε Ίδιο περιουσιακό όφελος>>( βλ. την ενώπιον του Ανακριτή από 4-2-2004 έκθεση εξέτασης του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1, χωρίς όρκο, ο οποίος κατέθεσε σχετικά: <<Ο κατηγορούμενος μου είχε εμφανιστεί από την αρχή της γνωριμίας μας ως επενδυτής και μέτοχος αλλοδαπών και ελληνικών επενδυτικών εταιριών>>, την από 3-6-2003 μήνυση του ίδιου κατά του κατηγορουμένου, σύμφωνα με την οποία <<πολλοί επενδυτές με πολλά εκατομμύρια είχαν την ίδια τύχη με εμένα...", ο κατηγορούμενος "ήταν άμεσα αναμεμιγμένος στην έμπνευση και εκτέλεση της όλης <<κομπίνας>>....<<και κεντρικό πρόσωπο των παράνομων συναλλαγών των ανύπαρκτων και εικονικών (<<φούσκα>>) εταιριών (.... και .....) καθώς και τη με ίδια ημερομηνία, ενώπιον του Ανακριτή, επίσης, έκθεση ένορκης εξέτασης του μάρτυρα Δ1, ο οποίος κατέθεσε σχετικά: <<Ο μηνυτής μου είχε πει ότι ο κατηγορούμενος είναι σύμβουλος και μέτοχος σε χρηματοεπενδυτικές εταιρίες, όπως η ...., η ...., η ...... Μετά ακούσαμε στις ειδήσεις και μάθαμε από τον τύπο και το σκάνδαλο με τη ....., η οποία, όπως αποδείχτηκε, ήταν εικονική εταιρία και οι επενδύσεις που εφέροντο να γίνονται μέσω αυτής ήταν ανύπαρκτες ... Πιστεύω ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε την εικονικότητα των εταιριών, στις οποίες πρότεινε στο μηνυτή να επενδύσει τα χρήματα του και τον διαβεβαίωνε για υψηλές αποδόσεις και ανθηρές επενδυτικές εταιρίες...>>. Επίσης, για την επίτευξη του ως άνω σκοπού του, ο κατηγορούμενος επιδείκνυε στους υποψήφιους επενδυτές τα πολυτελή γραφεία της τελευταίας αυτής εταιρίας, στα οποία αναπτυσσόταν η παράνομη δραστηριότητα της μέσω στελεχιακού δυναμικού που απασχολούσε για τον εν λόγω σκοπό, στο οποίο ανήκε και αυτός, παρά το γεγονός ότι τυπικά είχε προσληφθεί από την εταιρία αυτή με σύμβαση έργου, ως σύμβουλος σε εταιρικά και επιχειρηματικά θέματα, σχετιζόμενα με την εξέλιξη διαφόρων έργων, διαφήμιση, συγχωνεύσεις και εξαγορές της εδρεύουσας στην Ελλάδα εταιρίας ....., την από .... Σύμβαση Παροχής Συμβουλευτικών Υπηρεσιών>>, τούτο δε έπραξε και με τον εγκαλούντα, τον οποίο, κατά τις μεταξύ τους διαπραγματεύσεις, προσκάλεσε να επισκεφτεί τα ως άνω γραφεία, συστήσας μάλιστα αυτόν και σε άλλα στελέχη, προκειμένου να πειστεί ακόμη περισσότερο για την ύπαρξη και τη φερεγγυότητα των επικαλούμενων απ' αυτόν δήθεν φερέγγυων αλλοδαπών επενδυτικών εταιριών (βλ. την ενώπιον του Ανακριτή από 4-2-2004 έκθεση εξέτασης του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1, χωρίς όρκο, ο οποίος κατέθεσε σχετικά: << Ο κατηγορούμενος... με κάλεσε στα γραφεία της εταιρίας που εκπροσωπούσε και στην οποία ήταν μέτοχος. Εγώ πράγματι πήγα στα γραφεία αυτής της εταιρίας, στην οδό ...., στη ..... με το διακριτικό τίτλο <<.....>>. Εγώ πράγματι είδα πολυτελή γραφεία με άρτιο εξοπλισμό, αρκετούς υπαλλήλους και στελέχη, στα οποία με σύστησε ο κατηγορούμενος και πείστηκα πλήρως για την αλήθεια των λεγομένων του>>). Ακόμη, προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών του, σχετικά με την ύπαρξη και τη φερεγγυότητα των επικαλούμενων απ' αυτόν εταιριών, τις οποίες φερόταν ότι εκπροσωπούσε, ο κατηγορούμενος είχε εφοδιαστεί για διανομή στο επενδυτικό κοινό, με ενημερωτικά -διαφημιστικά φυλλάδια, συντεταγμένα στην αγγλική, που φέρονταν ότι δήθεν είχαν εκδοθεί από τις εταιρίες ...... LTD και ....... LTD και προέρχονταν από το εξωτερικό, αναφερόμενα, στις αποδόσεις των προηγουμένων ετών, οι οποίες κυμαίνονταν από 12,60 έως 15,23% μεταξύ των ετών 1997 έως 1999, για το αμοιβαίο κεφάλαιο ..... και από 1,2 έως 1,5% για την επένδυση στην αγορά συναλλάγματος της εταιρίας <<.........LTD>>, αντίτυπα των οποίων παρέδωσε στο μηνυτή κατά τις σχετικές διαπραγματεύσεις του με αυτόν, όπως και ο ίδιος ομολόγησε κατά την από 11-2-2004 απολογία του ενώπιον του Ανακριτή (<<Εγώ του παρέδωσα τα φυλλάδια για τις δύο αυτές επενδύσεις, ... εγώ του είπα ότι βάσει των φυλλαδίων, όπως διαλαμβανόταν σ' αυτά, οι επενδύσεις αυτές ήταν αποδοτικές, αφού κατά το παρελθόν είχαν παρουσιάσει κέρδη...>>). Με τα δεδομένα αυτά υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε διαμορφώσει τις προϋποθέσεις (υποδομή) για επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της απάτης, ώστε στο μέλλον να ενεργεί ως αυτουργός ή υπό οποιαδήποτε συμμετοχική, ιδιότητα στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ίδιου εγκλήματος, αποσκοπώντας με την ενέργεια του αυτή στον πορισμό εισοδήματος (αρθρ. 13 εδ. στ' του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996). Τέτοια, δε στοιχεία υποδομής είναι:α) η αξιοποίηση όλων των παραπάνω κατ' επίφαση συνεστημένων εταιριών, και η επίκληση της ιδιότητας του ως μετόχου αυτών, η επίδειξη των πολυτελών γραφείων στη .... της ..... LTD, ·στην εγκληματική δραστηριότητα της οποίας είχε ενεργό συμμετοχή, η διανομή ενημερωτικών -διαφημιστικών εντύπων στο επενδυτικό κοινό και οι επαφές του με επενδυτές για την προώθηση απατηλών επενδύσεων. Ο κατηγορούμενος, όχι μόνο είχε πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης της απάτης σε βάρος ανυποψίαστων πολιτών, όπως προκύπτει από την υποδομή που είχε διαμορφώσει, αλλά και επιχειρούσε πράγματι επαναληπτικά τέτοιες πράξεις, όπως προκύπτει και από το ότι έχει ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για παρόμοια με τη διωκόμενη πράξη, σχετιζόμενη με τις δραστηριότητες της εταιρίας ....., για την οποία απαγγέλθηκε σε βάρος του κατηγορία και απολογήθηκε σε τακτικό ανακριτή, όπως ο ίδιος αναφέρει στην έφεση του, αλλά και από την ενεργό ανάμιξη του στην εγκληματική δραστηριότητα της εταιρίας αυτής, και ειδικότερα για την προώθηση απατηλών επενδύσεων τόσο στο ανύπαρκτο και χωρίς αντίκρισμα χρηματιστηριακό προϊόν , τύπου αμοιβαίου κεφαλαίου, με την ονομασία .... και την εξυπηρέτηση του, όσο και στην αγορά συναλλάγματος της εταιρίας <<....... LTD>> και μάλιστα παρά το γεγονός, ότι γνώριζε εξαρχής όπως κατά τα ανωτέρω έγινε δεκτό, την απατηλή δραστηριότητα των εταιριών για λογαριασμό των οποίων συναλλασσόταν, αποσκοπώντας και σε ίδιο περιουσιακό όφελος>> Τέλος από την κατά τα ανωτέρω, εξακολουθητική τέλεση της ως άνω πράξης της απάτης από τον κατηγορούμενο, συνάγεται ότι αυτός έχει αποκτήσει σταθερή ροπή προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη και το ότι η προώθηση των ως άνω επενδύσεων δεν αποτελούσε περιεχόμενο των υποχρεώσεων του που απέρρεαν από τη συναφθείσα μεταξύ αυτού και της προαναφερόμενης εταιρίας σύμβαση έργου, όπως και ο ίδιος ισχυρίζεται και προκύπτει άλλωστε από το περιεχόμενο της ως άνω συμβάσεως. Κατ' ακολουθίαν τούτων, συντρέχουν και οι επιβαρυντικές περιστάσεις 1) της κατ' επάγγελμα και 2) κατά συνήθεια τελέσεως της απάτης που αποδίδεται στον άνω κατηγορούμενο, η οποία μορφοποιεί το αδίκημα της απάτης ως κακούργημα, κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 3 του άρθρου 386 Π. Κωδικός, και δη καθόσον αφορά την κατ' επάγγελμα τέλεση αυτής, τόσο με τη μορφή της επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, όσο και με τη μορφή της διαμόρφωσης υποδομής με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτής. Επομένως, το εκκαλούμενο βούλευμα, το οποίο παρέπεμψε τον κατηγορούμενο στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών για την πράξη της απάτης, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη υπερβαίνουσα το συνολικό ποσό των 15.000 ευρώ, για την τέλεση της οποίας είχε ασκηθεί κατ' αυτού ποινική δίωξη, αφού δέχτηκε ότι συντρέχουν και οι επιβαρυντικές περιστάσεις 1) της κατ' επάγγελμα και 2) κατά συνήθεια τελέσεως της απάτης που αποδίδεται στον άνω κατηγορούμενο, η οποία μορφοποιεί το αδίκημα της απάτης ως κακούργημα, κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 3 του άρθρου 386 Π. Κωδικός, και δη καθόσον αφορά την κατ' επάγγελμα τέλεση αυτής, τόσο με τη μορφή της επανειλημμένης τέλεσης της πράξης , όσο και με τη μορφή της διαμόρφωσης υποδομής με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτής, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά αντίθετα ορθά εκτίμησε τα στοιχεία της δικογραφίας και ως προς τη συνδρομή των ως άνω επιβαρυντικών περιστάσεων, γι' αυτό, οι σχετικοί λόγοι της κρινόμενης εφέσεως που υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι κατ' ουσίαν αβάσιμοι. Με τις παραδοχές αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέχει την επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως της απάτης, για την οποία κρίθηκε παραπεμπτέος, αφού εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και στοιχειοθετούν τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου των ως άνω επιβαρυντικών περιστάσεων, τα αποδεικτικά μέσα από οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. στ' και 386 παρ. 3 Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας αυτής δεν υπήρχε ανάγκη να διαληφθούν στο προσβαλλόμενο βούλευμα και τα αναφερόμενα στην αίτηση επί πλέον στοιχεία. Ειδικότερα στο προσβαλλόμενο βούλευμα παρατίθενται με τρόπο διεξοδικό συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η τέλεση της αποδιδόμενης στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο αξιόποινης πράξεως της απάτης δεν ήταν ευκαιριακή, αλλά αποτέλεσμα οργανωμένου σχεδιασμού, δηλαδή υποδομής που είχε ως απώτερο σκοπό όχι μόνο την εξαπάτηση του συγκεκριμένου εγκαλούντα, αλλά και άλλων ανυποψίαστων μελλοντικών επενδυτών. Στη συνέχεια εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της απάτης, καθώς και η σταθερή ροπή του αναιρεσείοντα προς διάπραξη του εγκλήματος αυτού, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντα κατηγορούμενου, με τις οποίες, υπό την επίκληση των προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως, πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ο 'Αρειος Πάγος ελέγχεται νομιμότητα του προσβαλλομένου βουλεύματος σχετική με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικώς διαλαμβανόμενους στη διάταξη του άρθρου 484 Κ.Π.Δ., η εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 1363/2003). Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν σ'αυτόν τα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η υπ'αριθ. 103/30-4-2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ'αριθ. 299/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Β) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 26 Ιουνίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 386 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της με άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πράξη μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Μετά την κατά τα ανωτέρω αντικατάσταση της παρ. 3, ορίσθηκε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αφαιρέθηκε δηλαδή η επιβαρυντική περίσταση του ιδιαίτερα επικίνδυνου δράστη. Η διάταξη όμως αυτή αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 14 παρ.4 του ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από τις 3 Ιουνίου 1999 (άρθρο 55 του ίδιου νόμου) και ορίζει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών. Η διάταξη αυτή είναι ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο μόνο στην περίπτωση που το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία δεν υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ), οπότε η πράξη, και αν ακόμη έχει τελεσθεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, φέρει χαρακτήρα πλημμελήματος, όπως επίσης είναι ευνοϊκότερη αν το συνολικό ποσό, χωρίς τη συνδρομή της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης, δεν υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ). Αν όμως το ποσό του οφέλους ή της ζημίας είναι ανώτερο των 5.000.000 δραχμών και συντρέχουν οι ανωτέρω επιβαρυντικές περιστάσεις ή είναι απλώς ανώτερο των 25.000.000 δραχμών η πράξη της απάτης έχει κακουργηματικό χαρακτήρα και με τη νεότερη διάταξη. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Εξ άλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ1 είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδρύουσα τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος υφίσταται, στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε (ευθεία παραβίαση) και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, ο αναιρεσείων, με το υπ' αριθμό 4949/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, παραπέμφθηκε στο Τριμελές Εφετείο (για τα κακουργήματα) Αθηνών, για να δικασθεί για την πράξη της κακουργηματικής απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Κατά του βουλεύματος αυτού, ο ήδη αναιρεσείων άσκησε την υπ' αριθμό 669/23-12-2004 έφεση, η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία με το υπ' αριθμό 554/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που επικύρωσε στο σύνολο του το πρωτόδικο βούλευμα. Κατά του ως άνω βουλεύματος, με αριθμό 554/2005, του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ο αναιρεσείων άσκησε την από 30-4-2007 αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμό 1887/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, σε συμβούλιο, με την οποία κρίθηκε ότι το υπ' αριθμό 554/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, διαλαμβάνει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, προσέτι δε ότι ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 του Π.Κ. Με την ίδια, όμως, ως άνω απόφαση του, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου(σε συμβούλιο), έκρινε ότι, ως προς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων του άρθρου 13 στ του Π.Κ, δεν γίνεται μνεία σαφών και συγκεκριμένων περιστατικών, που να δικαιολογούν τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων και, ως προς το σκέλος τούτο, αναίρεσε το προσβαλλόμενο βούλευμα και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, μόνο κατά το μέρος που αναιρέθηκε. Μετά από αυτά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση, για νέα συζήτηση, εξέδωσε το προσβαλλόμενο με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως βούλευμα, με αριθμό 299/2007, το οποίο επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα, με αριθμό 4949/2004 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, και ως προς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των επιβαρυντικών περιστάσεων και μάλιστα τόσο της κατ' επάγγελμα τελέσεως της πράξεως της απάτης, όσο και της κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως αυτής, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, συμπεριλαμβανομένης και της ανωμοτί κατάθεσης του εγκαλούντος-πολιτικώς ενάγοντος, τα επισυναπτόμενα στη δικογραφία έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται όλα ανεξαιρέτως υπόψη και αν δεν γίνεται ειδικότερη μνεία αυτών, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορούμενου και το απολογητικό υπόμνημα που υπέβαλε αυτός, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η τέλεση της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο παραπάνω αξιόποινης πράξης, για την οποία κατηγορείται, δεν ήταν ευκαιριακή, αλλά αποτέλεσμα οργανωμένου σχεδιασμού που είχε ως απώτερο σκοπό όχι μόνο την εξαπάτηση του συγκεκριμένου εγκαλούντος από τον οποίο απέσπασε προκειμένου να επωφεληθεί το ποσό των 30.000 δολλαρίων ΗΠΑ, που κατέβαλε ο τελευταίος, προκείμενου να επενδυθεί, μέσω της αλλοδαπής εταιρίας "....... LTD" σε αμοιβαία κεφάλαια της υπεράκτιας εταιρίας "........ LTD" (.....) καθώς και των 25.000 δολλαρίων ΗΠΑ που κατέβαλε επίσης ο ίδιος δια της παραδόσεως σ' αυτόν τριών τραπεζικών επιταγών της CΙΤΙΒΑΝΚ για την επένδυση στην αγορά συναλλάγματος της αλλοδαπής εταιρίας "........LTD", αλλά και άλλων ανυποψίαστων μελλοντικών επενδυτών, σε βάρος των οποίων σχεδίαζε να επαναλαμβάνει την επιδειχθείσα στον εγκαλούντα αξιόποινη συμπεριφορά του, προκειμένου με τη δραστηριότητά του αυτή να αποκομίζει υπέρογκα παράνομα περιουσιακά οφέλη σε βάρος της περιουσίας τους, αποβλέποντας στον πορισμό εισοδήματος. Τούτο προκύπτει σαφώς από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, για την ευόδωση του εγκληματικού σκοπού του, εμφανιζόταν ψευδώς στον κύκλο των επενδυτών ως χρηματιστηριακός σύμβουλος, μέτοχος και ενεργών για λογαριασμό δήθεν φερέγγυων επενδυτικών αλλοδαπών εταιριών ("....... LTD", και "....... LTD"), οι οποίες στην ουσία είχαν ανύπαρκτη επιχειρηματική δραστηριότητα, αφού είχαν συσταθεί κατ' επίφαση, βάσει των νόμων των βρετανικών Παρθένων Νήσων και με έδρα τις εν λόγω Νήσους, με απώτερο σκοπό την ιδιοποίηση των χρημάτων των επενδυτών, όπως, κατ' επίφαση, και με τον ίδιο εγκληματικό σκοπό, μετά την ίδρυση των ως άνω εταιριών, είχε συσταθεί στην Ελλάδα, από συμμετέχοντες στις ως άνω αλλοδαπές εταιρίες και η ελληνική εταιρία "..... LTD" με το διακριτικό τίτλο ".......", στεγαζόμενη στα κείμενα στη..... Αττικής και επί της οδού ...αριθμ. ..., πολυτελή γραφεία, ως αντιπρόσωπος της αλλοδαπής εταιρίας ...... LTD", της οποίας βασικό στέλεχος ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος, όπως έγινε δεκτό με το υπ' αριθμ. 554/2005 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, κατά το μέρος του που δεν αναιρέθηκε, ήταν εξαρχής σε γνώση της απατηλής δραστηριότητας των εταιριών για λογαριασμό των οποίων συναλλασσόταν, αποσκοπώντας και σε ίδιο περιουσιακό όφελος" (βλ. την ενώπιον του Ανακριτή από 4-2-2004 έκθεση εξέτασης του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1, χωρίς όρκο, ο οποίος κατέθεσε σχετικά: "Ο κατηγορούμενος, μου είχε εμφανιστεί από την αρχή της γνωριμίας μας, ως επενδυτής και μέτοχος αλλοδαπών και ελληνικών επενδυτικών εταιρειών", την από 3-6-2003 μήνυση του ίδιου κατά του κατηγορουμένου, σύμφωνα με την οποία "πολλοί επενδυτές με πολλά εκατομμύρια είχαν την ίδια τύχη με εμένα .....", ο κατηγορούμενος "ήταν άμεσα αναμεμιγμένος στην έμπνευση και εκτέλεση της όλης "κομπίνας" .... "και κεντρικό πρόσωπο των παράνομων συναλλαγών των ανύπαρκτων και εικονικών ("φούσκα") εταιριών ("..... LTD" και "....... LTD") καθώς και την με ίδια ημερομηνία, ενώπιον του Ανακριτή, επίσης, έκθεση ένορκης εξέτασης του μάρτυρα Δ1, ο οποίος κατέθεσε σχετικά: "Ο μηνυτής μου είχε πει ότι ο κατηγορούμενος είναι σύμβουλος και μέτοχος σε χρηματοεπενδυτικές εταιρίες, όπως η ...., η ...., η .... Μετά ακούσαμε στις ειδήσεις και μάθαμε από τον τύπο και το σκάνδαλο με τη ....., η οποία, όπως, αποδείχτηκε, ήταν εικονική εταιρία και οι επενδύσεις που εφέροντο να γίνονται μέσω αυτής ήταν ανύπαρκτες ..... Πιστεύω ότι, ο κατηγορούμενος, γνώριζε την εικονικότητα των εταιριών, στις οποίες πρότεινε στο μηνυτή να επενδύσει τα χρήματά του και τον διαβεβαίωνε για υψηλές αποδόσεις και ανθηρές επενδυτικές εταιρίες...". Επίσης, για την επίτευξη του ως άνω σκοπού του, ο κατηγορούμενος επιδείκνυε στους υποψήφιους επενδυτές τα πολυτελή γραφεία της τελευταίας αυτής εταιρίας, στα οποία αναπτυσσόταν η παράνομη δραστηριότητά της, μέσω στελεχιακού δυναμικού που απασχολούσε για τον εν λόγω σκοπό, στο οποίο ανήκε και αυτός, παρά το γεγονός ότι τυπικά είχε προσληφθεί από την εταιρία αυτή με σύμβαση έργου, ως σύμβουλος σε εταιρικά και επιχειρηματικά θέματα, σχετιζόμενα με την εξέλιξη διαφόρων έργων, διαφήμιση, συγχωνεύσεις και εξαγορές της εδρεύουσας στην Ελλάδα εταιρίας "...... LTD", την από ..... Σύμβαση Παροχής Συμβουλευτικών Υπηρεσιών", τούτο δε έπραξε και με τον εγκαλούντα, τον οποίο, κατά τις μεταξύ τους διαπραγματεύσεις, προσκάλεσε να επισκεφτεί τα ως άνω γραφεία, συστήσας μάλιστα αυτόν και σε άλλα στελέχη, προκειμένου, να πειστεί ακόμη περισσότερο για την ύπαρξη και τη φερεγγυότητα των επικαλούμενων απ' αυτόν δήθεν φερέγγυων αλλοδαπών, επενδυτικών εταιριών (βλ. την ενώπιον του Ανακριτή από 4-2-2004 έκθεση εξέτασης του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1, χωρίς όρκο, ο οποίος κατέθεσε σχετικά: "Ο κατηγορούμενος... με κάλεσε στα γραφεία της εταιρίας που εκπροσωπούσε και στην οποία ήταν μέτοχος. Εγώ πράγματι πήγα στα γραφεία αυτής της εταιρίας, στην οδό ....., στη ..... με το διακριτικό τίτλο "....". Εγώ, πράγματι, είδα πολυτελή γραφεία με άρτιο εξοπλισμό, αρκετούς υπαλλήλους και στελέχη, στα οποία με σύστησε ο κατηγορούμενος καιπείστηκα πλήρως για την αλήθεια των λεγομένων του"). Ακόμη, προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών του, σχετικά με την ύπαρξη και τη φερεγγυότητα των επικαλούμενων απ' αυτόν εταιριών, τις οποίες φερόταν ότι εκπροσωπούσε, ο κατηγορούμενος είχε εφοδιαστεί για διανομή στο επενδυτικό κοινό, με ενημερωτικά -διαφημιστικά φυλλάδια, συντεταγμένα στην αγγλική, που φέρονταν ότι δήθεν είχαν εκδοθεί από τις εταιρίες ".... LTD" και "...... LTD" και προέρχονταν από το εξωτερικό, αναφερόμενα, στις αποδόσεις των προηγουμένων ετών, οι οποίες κυμαίνονταν από 12,60 έως 15,23% μεταξύ των ετών 1997 έως 1999, για το αμοιβαίο κεφάλαιο GOLDSMITH FUND και από 1,2 έως 1,5% για την επένδυση στην αγορά συναλλάγματος της εταιρίας "..... LTD", αντίτυπα των οποίων παρέδωσε στο μηνυτή κατά τις σχετικές διαπραγματεύσεις του με αυτόν, όπως και ο ίδιος ομολόγησε κατά την από 11-2-2004 απολογία του ενώπιον του Ανακριτή ("Εγώ του παρέδωσα τα φυλλάδια για τις δύο αυτές επενδύσεις, ... εγώ του είπα ότι βάσει των φυλλαδίων, όπως διαλαμβανόταν σ' αυτά, οι επενδύσεις αυτές ήταν αποδοτικές, αφού κατά το παρελθόν είχαν παρουσιάσει κέρδη..."). Με τα δεδομένα αυτά, υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε διαμορφώσει τις προϋποθέσεις (υποδομή) για επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της απάτης, ώστε στο μέλλον να ενεργεί ως αυτουργός ή υπό οποιαδήποτε συμμετοχική ιδιότητα στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ίδιου εγκλήματος, αποσκοπώντας με την ενεργεία του αυτή στον πορισμό εισοδήματος (άρθρο 13 εδ. στ' του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996). Τέτοια, δε στοιχεία υποδομής είναι: α) η αξιοποίηση όλων των παραπάνω, "κατ' επίφαση συνεστημένων, εταιριών, και, η επίκληση της ιδιότητάς του, ως μετόχου αυτών, η επίδειξη των πολυτελών γραφείων στη .... της "...... LTD", στην εγκληματική δραστηριότητα της οποίας είχε ενεργό συμμετοχή, η διανομή ενημερωτικών -διαφημιστικών εντύπων στο επενδυτικό κοινό και οι επαφές του με επενδυτές για την προώθηση απατηλών, επενδύσεων. Ο κατηγορούμενος, όχι μόνο είχε πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης της απάτης σε βάρος ανυποψίαστων, πολιτών, όπως προκύπτει από την υποδομή που είχε διαμορφώσει, αλλά και επιχειρούσε πράγματι επαναληπτικά τέτοιες πράξεις, όπως προκύπτει και από το ότι έχει ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για παρόμοια με τη διωκόμενη πράξη, σχετιζόμενη με τις δραστηριότητες της εταιρίας ....., για την οποία απαγγέλθηκε σε βάρος του κατηγορία και απολογήθηκε σε τακτικό ανακριτή, όπως ο ίδιος αναφέρει στην έφεση του, αλλά και από την ενεργό ανάμιξή του στην εγκληματική δραστηριότητα της εταιρίας αυτής, και ειδικότερα για την προώθηση απατηλών επενδύσεων, τόσο στο ανύπαρκτο και χωρίς αντίκρισμα χρηματιστηριακό προϊόν, τύπου αμοιβαίου κεφαλαίου, με την ονομασία ".... LTD" και την εξυπηρέτησή του, όσο και στην αγορά συναλλάγματος της εταιρίας "..... LTD" και μάλιστα παρά το γεγονός, ότι γνώριζε εξαρχής, όπως κατά τα ανωτέρω έγινε δεκτό, την απατηλή δραστηριότητα των εταιρειών για λογαριασμό των οποίων συναλλασσόταν, αποσκοπώντας και σε ίδιο περιουσιακό όφελος". Τέλος από την, κατά τα ανωτέρω, εξακολουθητική τέλεση της ως άνω πράξης της απάτης από τον κατηγορούμενο, συνάγεται ότι αυτός έχει αποκτήσει σταθερή ροπή προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη και το ότι η προώθηση των ως άνω επενδύσεων, δεν αποτελούσε περιεχόμενο των υποχρεώσεών του που απέρρεαν από τη συναφθείσα μεταξύ αυτού και της προαναφερόμενης εταιρίας σύμβαση έργου, όπως και ο ίδιος ισχυρίζεται και προκύπτει άλλωστε από το περιεχόμενο της ως άνω συμβάσεως. Κατ' ακολουθίαν τούτων, συντρέχουν και οι επιβαρυντικές περιστάσεις 1) της κατ' επάγγελμα και 2) κατά συνήθεια τελέσεως της απάτης που αποδίδεται στον άνω κατηγορούμενο, η οποία μορφοποιεί το αδίκημα της απάτης ως κακούργημα, κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 3 του άρθρου 386 ΠΚ, και δη καθόσον αφορά την κατ' επάγγελμα τέλεση αυτής, τόσο με τη μορφή της επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, όσο και με τη μορφή της διαμόρφωσης υποδομής με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτής. Επομένως, το εκκαλούμενο βούλευμα, το οποίο παρέπεμψε τον κατηγορούμενο στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, για την πράξη της απάτης, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη, υπερβαίνουσα το συνολικό ποσό των 15.000 ευρώ, για την τέλεση της οποίας είχε ασκηθεί κατ' αυτού ποινική δίωξη, αφού δέχτηκε ότι συντρέχουν και οι επιβαρυντικές περιστάσεις 1) της κατ' επάγγελμα και 2) κατά συνήθεια τελέσεως της απάτης που αποδίδεται στον άνω κατηγορούμενο, η οποία μορφοποιεί το αδίκημα της απάτης ως κακούργημα, κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 3 του άρθρου 386 Π.Κ., και δη καθόσον αφορά την κατ' επάγγελμα τέλεση αυτής, τόσο με τη μορφή της επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, όσο και με τη μορφή της διαμόρφωσης υποδομής με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτής, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά αντίθετα ορθά εκτίμησε τα στοιχεία της δικογραφίας και ως προς τη συνδρομή των ως άνω επιβαρυντικών περιστάσεων, γι' αυτό, οι σχετικοί λόγοι της κρινόμενης εφέσεως που υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι κατ' ουσίαν αβάσιμοι. Με τις παραδοχές αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέχει την επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου των επιβαρυντικών περιστάσεων της, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως της απάτης, για την οποία κρίθηκε παραπεμπτέος, αφού εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και στοιχειοθετούν τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου των ως άνω επιβαρυντικών περιστάσεων, τα αποδεικτικά μέσα από οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. στ' και 386 παρ. 3 Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας αυτής δεν υπήρχε ανάγκη να διαληφθούν στο προσβαλλόμενο βούλευμα και τα αναφερόμενα στην αίτηση επί πλέον στοιχεία. Ειδικότερα στο προσβαλλόμενο βούλευμα παρατίθενται, με τρόπο διεξοδικό, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι η τέλεση της αποδιδόμενης στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο αξιόποινης πράξεως της απάτης δεν ήταν ευκαιριακή, αλλά αποτέλεσμα οργανωμένου σχεδιασμού, δηλαδή υποδομής που είχε ως απώτερο σκοπό, όχι μόνο την εξαπάτηση του συγκεκριμένου εγκαλούντος, αλλά και άλλων ανυποψίαστων μελλοντικών επενδυτών. Στη συνεχεία, εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της άπάτης, καθώς και η σταθερή ροπή του αναιρεσείοντος προς διάπραξη του εγκλήματος αυτού, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Επίσης, εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα τα περιστατικά εκείνα, που θεμελιώνουν το στοιχείο της επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως της απάτης και τη σταθερή ροπή του, για διάπραξη του εγκλήματος αυτού, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, ενόψει και της παραδοχής του, ότι σε βάρος του ήδη αναιρεσείοντος, έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για παρόμοια πράξη, ήδη δε έχει απολογηθεί ενώπιον του τακτικού Ανακριτή, όπως παραδέχθηκε ο ίδιος. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, με την επίκληση των προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, είναι απαράδεκτες, γιατί προσβάλλουν την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου (Συμβουλίου). Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και ακολούθως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30-4-2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του υπ' αριθμό 299/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και, μόνο κατά το μέρος που αναιρέθηκε τούτο, με την υπ' αριθμό 1887/2006 απόφαση (σε Συμβούλιο) του Δικαστηρίου αυτού. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου
- Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ