← Ελλάδα

ΑΠ 1215/2008 — Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1215 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Αιτιολογία αποφάσεως που απορρίπτει ένδικο μέσο ως εκπρόθεσμο. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας, ως προς το εάν η αναφερόμενη διαμονή της κατηγορουμένης ήταν γνωστή ή όχι στις αρχές. Το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα δήλωσε στον αστυνομικό υπάλληλο διεύθυνση κατοικίας, δεν σημαίνει ότι αυτή είναι η «γνωστή στις αρχές» κατοικία της, εφόσον ο αστυνομικός υπάλληλος σύμφωνα με την ισχύουσα τότε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 14 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 3160/2003 διάταξη του άρθρου 273 ΚΠΔ δεν είχε σχέση με τις αρχές στις οποίες ο κατηγορούμενος δήλωνε την διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του. Περαιτέρω γίνεται εσφαλμένη μνεία του αποδεικτικού επιδόσεως (και της ημερομηνίας) της προσβαλλόμενης απόφασης. Αναιρεί και παραπέμπει. Αριθμός 1215/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Μπελούμπαση, περί αναιρέσεως της 1188/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαρτίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 544/

  1. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη εισαγγελική ή αστυνομική αρχή και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς αυτόν γίνεται ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. δ προσώπων, προς τον δήμαρχο ή αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο, που όρισε ο δήμαρχος, της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων, που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στη αρμόδια εισαγγελική αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Όταν δε το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως ή βουλεύματος επιτρέπεται αναίρεση. (άρθρο 476 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως, ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος αυτού, το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία των κατά τα άρθρα 154 παρ. 1, 156 και 161 παρ. 1 ΚΠΔ στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται δια της εφέσεως λόγος ακυρότητας της επιδόσεως, ή ανώτερης βίας, εκ της οποίας απολέσθηκε η προθεσμία, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του δικαστηρίου. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Στην περίπτωση δε, που με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του ως και η εντεύθεν αδυναμία γνώσης της επιδόσεως, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, άλλως, ιδρύεται ο κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1188 /2006 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, που την εξέδωσε, απέρριψε ως εκπρόθεσμη την 854/28-7-2006 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 5828/16-10-2000 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς με την οποία εκείνη είχε καταδικασθεί σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών, για χρήστη πλαστού εγγράφου (αντιγράφου ποινικού μητρώου), αφού δέχθηκε τα εξής "... Στην κρινόμενη περίπτωση, η κατηγορουμένη καταδικάστηκε ερήμην, με την απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, η οποία έχει αριθμό ΒΤ 5828/
  2. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στην κατηγορουμένη, όπως προκύπτει από το από .... αποδεικτικό επιδόσεως του αστυφύλακα ......., στις 28-2-2002, ως αγνώστου διαμονής, διότι προηγουμένως είχε βεβαιωθεί από την επιμελήτρια της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς ..... ότι αυτή (κατηγορουμένη) τυγχάνει άγνωστη επί της οδού .... αρ. ..., στον ....., διεύθυνση την οποία η ίδια είχε δηλώσει ως τόπο κατοικίας της στην από ...... έκθεση εξετάσεώς της ως κατηγορουμένης ενώπιον του Υπαστυνόμου Α' ..... για την πράξη που της αποδόθηκε κατηγορία της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και για την οποία καταδικάστηκε με την εκκαλουμένη απόφαση. Ορθά επομένως η κατηγορουμένη είχε κληθεί ως αγνώστου διαμονής, εφόσον, κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο, δεν ίσχυε το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ, εφόσον στο εδάφιο α' της παρ. 1 του άρθρου αυτού, δεν περιλαμβανόταν η εμφάνιση του κατηγορουμένου ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων ώστε να τυγχάνει εφαρμογής το εδάφιο γ' και η επίδοση της καταδικαστικής αποφάσεως εγκύρως να γίνεται στη διεύθυνση κατοικίας ή της διαμονής του που δηλώθηκε αρχικά. Η κατηγορουμένη άσκησε την κρινόμενη έφεσή της στις 28-7-2006, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας που τάσσει η διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ. Με την έκθεση εφέσεώς της, η κατηγορουμένη επικαλείται ως λόγο ανώτερης βίας, για την εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου, ότι αυτή δεν έλαβε γνώση της εκκαλουμένης απόφασης προγενεστέρα, διότι η εν λόγω απόφαση της κοινοποιήθηκε ως αγνώστου διαμονής, ενώ αυτή ήταν και είναι γνωστής διαμονής στην οδό .... αρ. ...., στον Πειραιά, από το έτος 1998 μέχρι το τέλος του έτους 2005 και από αρχές του έτους 2006 μέχρι σήμερα διαμένει στην οδό ... αρ. .. στον ..... σε ιδιόκτητη κατοικία του συζύγου της. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και δη τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου και από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν νόμιμα, λόγος ανώτερης βίας για την εκπρόθεσμη άσκηση της ένδικης εφέσεως της κατηγορουμένης, δεν αποδεικνύεται και τούτο διότι. Οι ισχυρισμοί της ιδίας είναι αντιφατικοί, ως εκ τούτου δεν παρέχουν πίστη στο δικαστήριο ότι αυτή έλαβε γνώση της εκκαλουμένης απόφασης μεταγενέστερα της κοινοποιήσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως. Συγκεκριμένα: Η ίδια δήλωσε στην από ...... έκθεση εξετάσεώς της ως άνω κατηγορουμένης, όπως προαναφέρθηκε, ότι ο τόπος της κατοικίας της ήταν τότε στον ...., επί της οδού ... αρ. ..., ενώ στην έκθεση της ένδικης εφέσεώς της αναφέρει ότι, από το έτος 1998 μέχρι τέλους του έτους 2005, κατοικούσε στον Πειραιά επί της οδού .... αρ. ..... β) οι μάρτυρες που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου Γ1 και Γ2 ενόρκως βεβαίωσαν ότι η κατηγορουμένη για δύο έτη συνεχώς, με αρχή το έτος 1998, διέμενε ως φιλοξενούμενη στην κατοικία της πρώτης Γ1, επί της οδού .... αρ. ..., στον ....., επί της οποίας η τελευταία διαμένει μέχρι σήμερα, γεγονός που έρχεται και πάλι σε αντίφαση με το ότι η ίδια δήλωσε κατοικία της επί της οδού .... αρ. ..., στον ....., στον ως άνω προανακριτικό υπάλληλο και ότι από το έτος 2001 τελέστηκε ο γάμος της με τον δεύτερο μάρτυρα Γ2 και από τότε ζουν μαζί σε ιδιόκτητη οικία του τελευταία, η οποία, όπως βεβαιώνεται στην ένδικη έφεση είναι επί της οδού ........ στον .... Επομένως η ένδικη έφεση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεώς της...". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, σε σχέση με την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα, ως εκκαλούσα, αμφισβήτηση της διεύθυνσης της κατοικίας της στην οποία αναζητήθηκε ως τελευταία γνωστή διαμονή, καθώς και της ιδιότητας αυτής ως άγνωστης διαμονής, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, το Τριμελές Εφετείο αντιμετώπισε τους ως άνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας με ελλιπή και ασαφή αιτιολογία, καθόσον δεν εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εάν η ως άνω διαμονή της κατηγορουμένης ήταν γνωστή ή όχι στις αρχές, το δε γεγονός ότι η εκκαλούσα - αναιρεσείουσα δήλωσε στον αστυνομικό υπάλληλο διεύθυνση κατοικίας, δεν σημαίνει ότι έκτοτε εκεί και μόνον έπρεπε να αναζητηθεί, εφόσον ο αστυνομικός υπάλληλος, σύμφωνα με την ισχύουσα τότε, πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 14 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 3160/2003, διάταξη του άρθρου 273 ΚΠΔ δεν είχε σχέση με τις αρχές στις οποίες ο κατηγορούμενος δήλωνε την διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του. Περαιτέρω στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι η εκκαλούμενη απόφαση κοινοποιήθηκε στην κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα στις 28-2-2002, "όπως αυτό προκύπτει από το από ......... αποδεικτικό επιδόσεως του αστυφύλακα .......". Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προς έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε στην κατηγορουμένη αναιρεσείουσα στις ....., ημέρα της εβδομάδος Τετάρτη, όπως αυτό προκύπτει από το από ...... αποδεικτικό επιδόσεως του πιο πάνω αστυφύλακα και όχι στις 28-2-2002, (που είναι ημέρα Πέμπτη), ημερομηνία κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτή ήταν άγνωστης διαμονής. Συνακόλουθα δεν καθίσταται σαφές, αν στη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνεται, όπως απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογία της, ο αληθής χρόνος επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, καθώς και το (αληθές) αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοσή της. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η πιο πάνω πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή της αιτήσεως αναίρεσης, αυτή να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθ. 519 ΚΠΔ), προκειμένου να ερευνηθεί και να κριθεί, αν η έφεση ασκήθηκε παραδεκτώς και, σε καταφατική περίπτωση να κριθεί η παραγραφή ή όχι του αξιοποίνου των αποδιδόμενων στην αναιρεσείουσα πράξεων, δεδομένου ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να αποφανθεί επί του παραδεκτού ή όχι του ενδίκου μέσου της εφέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 1188/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου
  3. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου
  4. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.