← Ελλάδα

ΑΠ 1216/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1216 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών. Περίληψη: Ασφαλιστικές Εισφορές ΤΕΒΕ, Α.Ν. 86/

  1. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση του λόγου της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υποχρεούται στην καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών, ο ασφαλισμένος και στον ΟΓΑ, στην περίπτωση που ο ασφαλισμένος ασκεί επάγγελμα σε κωμοπόλεις ή χωριά κάτω των 2000 κατοίκων. Απορρίπτει την αναίρεση. Αριθμός 1216/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Στρατηγόπουλο, περί αναιρέσεως της 2066/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Απριλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 914/
  2. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 6364/1934, όπως αντικ. με το άρθρο 1 του ν. 1027/1980 "Εις το Ταμείον (Ασφαλίσεως Επαγγελματιών και Βιοτεχνών της Ελλάδος-ΤΕΒΕ), ασφαλίζονται υποχρεωτικώς πάντες οι άνω των 18 ετών επαγγελματίαι και βιοτέχναι, οι διατηρούντες επαγγελματική ή βιοτεχνική στέγη. Ως επαγγελματική ή βιοτεχνική στέγη νοείται κατά τον παρόντα νόμο και η οικία ή οιοσδήποτε χώρος ένθα ασκείται επάγγελμα ή βιοτεχνία". Κατά δε το άρθρο 3 του ίδιου ως άνω νόμου (1027/1980) "εξαιρούνται της παρά τω ΤΕΒΕ υποχρεωτικής ασφαλίσεως, εκτός άλλων και δ) πρόσωπα υπαγόμενα εις την ασφάλιση του ΟΓΑ, δυνάμει των διατάξεων του Ν.Δ. 4521/1966 κλπ". Στο άρθρο μόνο παρ. 1 του άνω Ν.Δ. 4521/1966, με το οποίο αντικ. το άρθρο 1 του Ν.Δ. 4435/1964, ορίζεται ότι: "
  3. Από της ισχύος του παρόντος υπάγονται υποχρεωτικώς μόνον εις την ασφάλιση του ΟΓΑ, δι' άπαντας τους κλάδους ασφαλίσεως, οι επαγγελματίαι και βιοτέχναι οι οπωσδήποτε ασκούντες το επάγγελμα εις κωμοπόλεις, χωρία ή οικισμούς, με πληθυσμό κάτω των 2000 κατοίκων ...
  4. Από της ισχύος του παρόντος εξακολουθούν υπαγόμενοι υποχρεωτικώς εις την ασφάλιση του ΤΕΒΕ, ασχέτως της υπαγωγής των ή μη εις την ασφάλιση του ΟΓΑ, οι επαγγελματίαι και βιοτέχναι οι οπωσδήποτε ασκούντες ασφαλιστέο παρά του ΤΕΒΕ επάγγελμα, εις πόλεις, κωμοπόλεις ή χωρία με πληθυσμό άνω των 2000 κατοίκων". Εξ' άλλου, με το άρθρο 39 παρ. 1 και 2 του Ν. 2084/1992, ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "
  5. Υποχρεωτική ασφάλιση επιτρέπεται σε ένα φορέα κυρίας ασφάλισης ή το Δημόσιο, ένα φορέα επικουρικής ασφάλισης, ένα φορέα ασφάλισης ασθένειας και ένα φορέα ασφάλισης πρόνοιας.
  6. Τα πρόσωπα για τα οποία προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις υποχρεωτική ασφάλιση σε περισσότερους του ενός φορείς, λόγω ιδιότητας και απασχόλησης ή για περισσότερες της μιας απασχολήσεις, ασφαλίζονται υποχρεωτικά μόνο σε ένα φορέα, τον οποίο επιλέγουν με δήλωσή τους ...........". Κατά δε το άρθρο 1 του Ν. 2458/1997 ορίζεται ότι "Συνιστάται στον Οργανισμό Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ) αυτοτελής Κλάδος Κύριας Ασφάλισης Αγροτών ....... σκοπός του οποίου είναι η χορήγηση κύριας σύνταξης στα πρόσωπα που αναφέρονται στο επόμενο άρθρο σε περίπτωση γήρατος ή αναπηρίας", με το επόμενο δε άρθρο 2 του νόμου αυτού ορίζεται ότι "Στην ασφάλιση του Κλάδου υπάγονται υποχρεωτικά και αυτοδίκαια όλα τα πρόσωπα που ασφαλίζονται στον ΟΓΑ, σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις ........". Τέλος, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του α.ν. 86/1967 "όστις υπέχων νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν τον ίδιον ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους εις το Υπουργείο Εργασίας (ήδη Κοινωνικών Υπηρεσιών) υπαγομένους πάσης φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφαλίσεως ......, δεν καταβάλει ταύτας εντός μηνός, αφ' ης αύται κατέστησαν απαιτηταί, προς τους ως άνω Οργανισμούς, τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον 10 χιλιάδων δρχ.". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι, από την 1.1.1998 που άρχισε η λειτουργία του Κλάδου Κύριας Ασφάλισης Αγροτών (άρθρο 1 παρ. 4 του Ν. 2458/1997) υπάγονται υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως στην ασφάλιση αυτού, ως φορέα κύριας ασφάλισης (άρθρο 39 παρ. 1 και 2 του Ν. 2084/1992), όλα τα πρόσωπα που έχουν τις προϋποθέσεις να ασφαλισθούν στον ΟΓΑ και οι ασφαλισμένοι σ' αυτόν δεν έχουν υποχρέωση ασφάλισης και σε άλλον ασφαλιστικό φορέα κύριας ασφάλισης, όπως είναι και το ΤΕΒΕ, έστω και αν παραλλήλως προς την ιδιότητα του αγρότη έχουν και την ιδιότητα του επαγγελματία. Αυτά, όμως, δεν ισχύουν δια τον μέχρι την 31.12.1997 χρόνο, διότι, μέχρι τότε, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, οι επαγγελματίες και βιοτέχνες άνω των 18 ετών, οι οποίοι διατηρούσαν επαγγελματική ή βιοτεχνική στέγη και ασκούσαν το επάγγελμά τους σε κωμοπόλεις, χωριά ή οικισμούς άνω των 2000 κατοίκων, ήταν υποχρεωτικά ασφαλισμένοι στο ΤΕΒΕ και υποχρεούνταν σε καταβολή των οφειλόμενων σ' αυτό ασφαλιστικών εισφορών. Αντίθετα υπάγονταν μόνο στην ασφάλιση του ΟΓΑ, αν ασκούσαν το επάγγελμά τους σε κωμοπόλεις, χωριά ή οικισμούς κάτω των 2000 κατοίκων. Ο τόπος, όμως, ασκήσεως της επαγγελματικής δραστηριότητας δεν ταυτίζεται υποχρεωτικώς με τον τόπο στον οποίο διατηρείται η επαγγελματική ή βιοτεχνική στέγη. Έτσι, σε κάθε περίπτωση είναι θέμα πραγματικό, αν η άσκηση του επαγγέλματος γινόταν σε κωμοπόλεις, χωριά ή οικισμούς άνω ή κάτω των 2000 κατοίκων, το οποίο μπορεί να ερευνήσει παρεμπιπτόντως το δικαστήριο, στο οποίο εισάγεται κατηγορία για παράβαση του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 86/
  7. Εξ' άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. 'Οσον αφορά δε τον δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ.1 του Π.Κ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ' αυτή, όταν μάλιστα ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου. Η αιτιολογία δε αυτή, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους οποίους προτείνει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή εκείνους που τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε'του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον 'Αρειο Πάγο, ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου, που δίκασε, ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από 10/1998 έως 9/2000, ενώ ασκούσε το επάγγελμα του εμπόρου οικοδομικών υλικών, δεν κατέβαλε εντός του πρώτου δεκαημέρου εκάστου μηνός, τις βαρύνουσες αυτόν ασφαλιστικές εισφορές προς το Τ.Ε.Β.Ε., μέσα σε ένα μήνα από τότε που αυτές έγιναν απαιτητές, ποσού 3.600,86 ευρώ, καίτοι είχε νόμιμη προς τούτο υποχρέωση. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, από το έτος 1967, ασκούσε το επάγγελμα του εργολάβου οικοδομών με έδρα το ..... Αργολίδας, υπαγόμενος αποκλειστικά στην ασφάλιση του Ο.Γ.Α. (και όχι του Τ.Ε.Β.Ε.), με βάση τις διατάξεις του ν.δ.4435/1964, δεδομένου ότι ο πληθυσμός του .... κατά την απογραφή του έτους 1961 ανερχόταν σε 1.727 κατοίκους. Ακολούθως, το έτος 1996, προέβη σε διακοπή της δραστηριότητάς του ως εργολάβου οικοδομών και άρχισε πλέον να ασκεί εμπορία οικοδομικών υλικών. Κατόπιν τούτου, το γραφείο ΤΕΒΕ Ναυπλίου εξέδωσε σε βάρος του την υπ' αριθμ. .... πράξη επιβολής εισφορών, με την οποία του επιβλήθηκαν εισφορές για το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο έως και τον Οκτώβριο του έτους 1997, δικαίωμα εγγραφής και τέλη καθυστέρησης, συνολικού ποσού 374.700 δρχ. Η ένσταση που υπέβαλε ο προσφεύγων κατά της ως άνω πράξης, με την οποία υποστήριξε ότι ως κρίσιμος χρόνος για την υπαγωγή του ή όχι στην ασφάλιση του ΤΕΒΕ πρέπει να ληφθεί το έτος 1967 οπότε και έκανε έναρξη άσκησης του επαγγέλματος του εργολάβου οικοδομών και όχι το έτος 1996, κατά το οποίο μετέβαλε το είδος της δραστηριότητας του, έγινε αρχικά δεκτή με την υπ' αριθμ. ...... απόφαση της ΤΔΕ Αθηνών του ΤΕΒΕ, με τη σκέψη ότι αυτός έκανε έναρξη του επαγγέλματος του (εργολάβος οικοδομών) στο χωριό ..... την 10.12.1967, ο πληθυσμός του οποίου ανερχόταν, κατά την απογραφή του 1961, σε 1.727 κατοίκους. Στη συνέχεια, όμως, και ύστερα από το υπ' αριθμ. ..... έγγραφο του ΤΕΒΕ Ναυπλίου, στο οποίο γίνεται μνεία της από .... βεβαιώσεως της Δ.Ο.Υ. Ναυπλίου περί μεταβολής της δραστηριότητας του κατηγορουμένου, η ανωτέρω ΤΔΕ, με την υπ' αριθμ. .... απόφασή της, έκρινε εκ νέου την ένσταση του και, αφού ανακάλεσε την αρχική υπ' αριθμ. ..... απόφαση της, αποφάνθηκε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του οι προϋποθέσεις υπαγωγής του στην ασφάλιση του ΤΕΒΕ, καθόσον αυτός έκανε έναρξη του επαγγέλματος του τον 8ο/1996 στο χωριό ....., ο πληθυσμός του οποίου, κατά την απογραφή του έτους 1991, ανερχόταν σε 2.182 κατοίκους και απέρριψε την ένσταση. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι μη νομίμως υπήχθη στην ασφάλιση του Τ.Ε.Β.Ε. διότιόταν έκανε έναρξη του επαγγέλματος του (εμπόριο οικοδομικών υλικών), ήταν 59 ετών και έτσι δεν έπρεπε να ασφαλισθεί στο Τ.Ε.Β.Ε. σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.8 του ν.2335/1995, καθώς και ότι είναι ασφαλισμένος στον Ο.Γ.Α. Αντίθετα το Τ.Ε.Β.Ε. ισχυρίζεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις ασφάλισης του, εφόσον ο κατηγορούμενος ασκεί από το έτος 1996 ασφαλιστέο σ' αυτό επάγγελμα (εμπόριο οικοδομικών υλικών), στο χωριό ...., το οποίο έχει πληθυσμό άνω των 2.000 κατοίκων. Λαμβανομένου υπόψη ότι α) σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν.δ 4435/1964 υπάγονται υποχρεωτικώς στην ασφάλιση του ΤΕΒΕ οι επαγγελματοβιοτέχνες που ασκούν την δραστηριότητα τους σε πόλεις, κωμοπόλεις ή χωριά με πληθυσμό άνω των 2.000 κατοίκων και β) ότι ο πληθυσμός του ...., όπου ο κατηγορούμενος ασκούσε από το έτος 1996 το ασφαλιστέο στο εν λόγω Ταμείο επάγγελμα του εμπόρου οικοδομικών υλικών ανερχόταν, σύμφωνα με την τελευταία πριν από την έναρξη άσκησης του ως άνω επαγγέλματος του απογραφή του έτους 1991, σε 2.182 κατοίκους, συντρέχουν οι τασσόμενες από το ως άνω ν.δ. προϋποθέσεις για την υπαγωγή του κατηγορουμένου στην ασφάλιση του Τ.Ε.Β.Ε. Άλλωστε, ο κατηγορούμενος δεν εξαιρείται από την υποχρεωτική ασφάλιση στο Ταμείο αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.8 του άρθρου του ν.2335/1995, όπως αβασίμως ισχυρίζεται, αφού δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής αυτών, δεδομένου ότι οι τελευταίες αφορούν εκείνους τους επαγγελματοβιοτέχνες που έχουν μεν συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας κατά τηνημερομηνία έναρξης του επαγγέλματος τους και είναι ασφαλισμένοι στον ΟΓΑ, κάνουν, όμως, έναρξη επαγγέλματος σε οικισμούς, χωριά ή κωμοπόλεις με πληθυσμό κάτω των 2.000 κατοίκων (ενώ το ..... έχει πληθυσμό άνω των 2.000 κατοίκων), ασχέτως αν υπάγονται σε δήμους ή κοινότητες άνω των 2.000 κατοίκων. Ούτε, εξάλλου, η ασφάλιση του κατηγορουμένου στον Ο.Γ.Α. μπορεί να δικαιολογήσει την εξαίρεση του από την ασφάλιση του Τ.Ε.Β.Ε. εφόσον συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν για την υποχρεωτική ασφάλισή του σ' αυτό. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, απορριπτόμενων των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου (οι οποίοι άλλωστε έχουν προβληθεί και απορριφθεί και με την υπ'αριθμ.49/2003 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Ναυπλίου) να κηρυχθεί αυτός ένοχος για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών του προς το Τ.Ε.Β.Ε. κατά το χρονικό διάστημα από 10/1998 έως 9/2000, ποσού 3.600,86 ευρώ". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της πράξης της μη έγκαιρης καταβολής εισφορών στο Τ.Ε.Β.Ε, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης 3 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική και σε χρηματική ποινή 200 ευρώ. Έτσι, που έκρινε το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε όλες τις υπόλοιπες ως άνω διατάξεις, που είναι και αυτές ουσιαστικές ποινικές, καθώς και την παραπάνω βασική ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 86/1967, την οποία δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Επίσης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και τις σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών, που αποδείχτηκαν στις παραπάνω διατάξεις, που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα, αιτιολογείται η παραδοχή, ότι ο αναιρεσείων δεν εξαιρείτο της υποχρέωσης ασφάλισής του, στο Τ.Ε.Β.Ε, από το γεγονός που αυτός επικαλείται, ότι προηγουμένως είχε υπαχθεί στην ασφάλιση του Ο.Γ.Α, που ήταν ο κύριος ασφαλιστικός του φορέας του, και συνεπώς, δεν μπορούσε παράλληλα με τον κύριο ασφαλιστικό του φορέα, τον Ο.Γ.Α, να είναι ασφαλισμένος και σε δεύτερο ασφαλιστικό φορά και συγκεκριμένα στο Τ.Ε.Β.Ε. Τούτο, γιατί, στον τόπο όπου αυτός ασκούσε την επαγγελματική δραστηριότητά του, αυτή, του εμπόρου των οικοδομικών υλικών, δηλαδή το .... Αργολίδας, σύμφωνα και με την απογραφή του έτους 1991, ο πληθυσμός υπερέβαινε τους 2.000 κατοίκους, που ήταν και το ελάχιστο όριο για την μη υπαγωγή του, στο καθεστώς ασφάλισης που ίσχυε στο Τ.Ε.Β.Ε, αφού ο πληθυσμός αυτού, όπου και το κέντρο της επαγγελματικής του δραστηριότητας, ανερχόταν σε 2.182 κατοίκους. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 331 του ΚΠΔ, η διαδικασία στο ακροατήριο γίνεται προφορικά. Για τη συζήτηση συντάσσονται πρακτικά, και η απόφαση απαγγέλλεται προφορικά και διατυπώνεται εγγράφως σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 140-
  8. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 141 παρ. 1 εδάφιο πρώτο του ΚΠΔ, τα πρακτικά συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν με συντομία τις καταθέσεις των μαρτύρων και τις προσθήκες ή τις διαφορές των καταθέσεων που γίνονται στο ακροατήριο σε σχέση με εκείνες που έγιναν στην ανάκριση, όπως επίσης και τα συμπεράσματα των πραγματογνωμόνων και των τεχνικών συμβούλων, τις απολογίες και τις δηλώσεις των κατηγορουμένων και των αστικώς υπευθύνων, τις προτάσεις και τις αιτήσεις του εισαγγελέα και των διαδίκων, τις αποφάσεις του δικαστηρίου και τις διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση και γενικά κάθε αξιόλογο γεγονός κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Στην παρ. 2 εδάφιο πρώτο του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ζητούν την καταχώριση κάθε δήλωσης όσων εξετάζονται ή εκείνων που μετέχουν στη δίκη, αν έχουν συμφέρον και δεν είναι αντίθετο στο νόμο, και να παραδίδουν γραπτώς σε αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση τις δηλώσεις τους που αναπτύχθηκαν προφορικά. Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει με σαφήνεια ότι οι διάδικοι δικαιούνται να εγχειρίσουν σε αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση εγγράφως τις δηλώσεις τους, επομένως και τους ισχυρισμούς τους, πρέπει όμως να προβάλουν και να αναπτύξουν αυτούς και προφορικά κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς τους, ώστε να γίνουν αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση. Αυτό, άλλωστε, επιβάλλεται και από την αρχή της προφορικότητας της επ' ακροατηρίου κυρίας διαδικασίας, η οποία καθιερώνεται από το άρθρο 331 του ΚΠΔ, και η οποία, όχι μόνο δεν περιστέλλεται με την προαναφερθείσα διάταξη, αλλά, αντιθέτως, ενισχύεται, αφού η καταχώριση των δηλώσεων αυτών στα πρακτικά τελεί, εκτός των άλλων, και υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης προφορικής ανάπτυξής τους. Έτσι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος περιλαμβάνεται σε έγγραφο υπόμνημα που δόθηκε στον διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά προκύπτει ότι έγινε και προφορική ανάπτυξή του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς του. Διαφορετικά ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αυτόν.(Ολ. Α.Π 2/2005). Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, με έγγραφο υπόμνημά του, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, είχε υποβάλει και τον αυτοτελή ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης και συγγνωστής νομικής πλάνης (άρθρο 30 παρ.1 και 2 του Π.Κ), χωρίς όμως, να έχει προβεί και σε προφορική ανάπτυξή τους. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα στον εν λόγω ισχυρισμό, ως εκ περισσού δε διέλαβε στην απόφασή του διάταξη, με την οποία απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό αυτό. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που, με αυτούς πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί την εκτίμηση των ως άνω αποδείξεων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση, είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την με αριθμό 2 από 27 Απριλίου 2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμό 2066/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Μαΐου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.