← Ελλάδα

ΑΠ 1216/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1216 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία. Περίληψη: Κακουργηματική απάτη (άρθρο 386 §§ 1, 3 ΠΚ). Πότε είναι κατ' επάγγελμα και πότε κατά συνήθεια. (άρθρο 45 ΠΚ). Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως για άρθρο 386 § 3 ΠΚ. Τι είναι περιουσιακό όφελος. Πότε εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Άρθρα 329, 331, 333 § 2, 358, 364 και 369 ΚΠΔ σε συνδ. με 171 § 1δ ΚΠΔ. Πότε υπάρχει απόλυτη ακυρότης από τη λήψη υπ' όψη εγγράφου που δεν ανεγνώσθη. Δεν απαιτείται να αναγνωσθεί εάν είναι το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή αναφέρεται απλώς ιστορικώς ή το περιεχόμενό του προκύπτει από άλλο έγγραφο. Άρθρο 36 § 1 ΠΚ. Ο κατηγορούμενος ομιλεί τελευταίος. Εάν δεν δοθεί ο λόγος με τη σειρά του άρθρου και τελευταία στον κατηγορούμενο, έστω και αν δεν το ζητήσει, άλλως υπάρχει απόλυτη ακυρότης. Απορρίπτει αίτηση. Αριθμός 1216/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Eισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Γιαλάογλου, περί αναιρέσεως της 2275/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους

  1. Ψ1 και
  2. Ψ2 και πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Αγγελίδη. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1589/'
  3. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ.1 και 3 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών? και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (15.000€) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 €). Ούτε για τη θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος απαιτούνται: α) σκοπός του δράστου να περιποιήσει εις τον εαυτόν του ή άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγματοποίηση του οφέλους, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών γεγονότων από τα οποία ως παραγωγό αιτία παρεπλανήθη κάποιος και προέβη στη πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστου και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της αξίας της περιουσίας του παθόντος (έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της). Περιουσιακή βλάβη μπορεί να συνιστά και συγκεκριμένη απειλή ή διακινδύνευση της περιουσίας, όταν επιφέρει μείωση της ενεστώσας αξίας αυτής και μπορεί έτσι να αποτιμηθεί ως επελθούσα βλάβη. Ο σκοπός οφέλους αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου ("υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση") και συνεπώς αξιώνεται ορισμένος δόλος. "Περιουσιακό όφελος" είναι κάθε οικονομική βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως, υπάρχει δε όταν επιδιώκεται η αύξηση της περιουσίας του δράστου ή άλλου καθώς και κάθε ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσίας του. Το επιδιωκόμενο όφελος πρέπει να αποτελεί τον αντίποδα της βλάβης του παθόντος και συνήθως ισούται με αυτό, ήτοι η βλάβη της περιουσίας πρέπει να αντιστοιχεί στο παράνομο περιουσιακό όφελος που ο υπαίτιος επεδίωξε και να είναι άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του υπαιτίου. Πρέπει, δηλαδή, μεταξύ της βλάβης της ξένης περιουσίας και του οφέλους που επιδιώκει ο δράστης να υπάρχει υλική αντιστοιχία ή υλική ταυτότητα, από την οποίαν (υλική αντιστοιχία) προκύπτει εναργώς ο χαρακτήρ του εγκλήματος της απάτης ως τοιούτου περιουσιακής μεταθέσεως (μετατοπίσεως). Κατά το άρθρο 13 στοιχ. στ' ΠΚ "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος". Αποτελεί συνήθως επιβαρυντική περίσταση που επιτείνει την τιμώρηση του βασικού εγκλήματος, για τον χαρακτηρισμό δε της κατ' επάγγελμα τελέσεως αντικειμενικά μεν απαιτείται η επανειλημμένη τέλεση και δεν είναι αναγκαία η προηγουμένη καταδίκη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστου να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επανειλημμένη τέλεση υπάρχει και επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση (ενώ εάν δεν υπάρχει επανειλημμένη τέλεση, αρκεί για το κατ' επάγγελμα να διαπιστώνεται ότι η αξιόποινη πράξη τελείται μεν για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως προκύπτει σκοπός του πορισμού εισοδήματος). Κατά το άρθρο 45 Π.Κ. "εάν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου ή στο βούλευμα, και οι επί μέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς (Ολ. ΑΠ 50/1990). Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε εξ ενός εκάστου αυτών, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή η ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 2275/2009 απόφασή του εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, μετ' αναφορά όλων των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβεν υπ' όψη του "μάρτυρες κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ενόρκως στο δικαστήριο τούτο, ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος που αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, απολογία των παρόντων κατηγορουμένων") (εδέχθη) ότι αποδείχθηκε ότι από κοινού κατ' επάγγελμα και εξακολουθητικά ενεργούντες (οι κατηγορούμενοι) παρήστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα Ψ, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος ότι υπήρχε χρηματιστηριακή εταιρεία στη ..., με την επωνυμία EFS Co, που χρηματοδοτούσε κατασκευαστικά έργα παγκοσμίως [και στην Ελλάδα] και με το δέλεαρ ότι αν συμμετείχε σε αυτή θα αποκέρδαινε ποσοστό 38% επι του κεφαλαίου, τον έπεισαν, εμφανίζοντας του την πρώτη κατηγορουμένη και πλαστά έγγραφα της ως άνω ανύπαρκτης εταιρείας αλλά και της Ισπανικής Τράπεζας BANCO DE ESPANA, να τους καταβάλει σταδιακά κατά το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου -Φεβρουαρίου του 2006, το συνολικό ποσό των 530500 ευρώ, το οποίο προσπορίσθηκαν παρανόμως με αντίστοιχη περιουσιακή του ζημία, σαφώς υπερβαίνει το, κατ' άρθρο 386 §3 ΠΚ προβλεπόμενο ποσό των 15.000 ευρώ. Ο πρώτος εξετασθείς, χωρίς όρκο, μάρτυς κατηγορίας και εγκαλών, λόγω του γιου του που σπούδαζε στο ..., από το 2002, διατηρούσε οικογενειακές φιλικές σχέσεις με την οικογένεια Χ1,Χ
  4. Η Χ2, (επίσης κατηγορουμένη η οποία φυγοδικεί και ως προς αυτήν δεν εισήχθη προς εκδίκαση η υπόθεση) μαζί με τον αδελφό της διατηρούσαν χρηματιστηριακό γραφείο στο ... (στο όνομα του αδελφού της) και μέσω αυτού, ο γιος του μηνυτή και ο ίδιος ο μηνυτής, είχαν επενδύσει επιτυχώς ορισμένα χρηματικά ποσά, ενώ στη συνέχεια υπήρχε μεταξύ τους οικονομική συνεργασία. Τον Δεκέμβριο του 2005, η Χ2, που δήλωνε δικηγόρος το επάγγελμα, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Ψ-μηνυτή- πολιτικό μηχανικό και του ανακοίνωσε ότι βρήκε επενδυτές, μέσω της πιο πάνω εταιρίας της, που διατηρούσε στη ..., οι οποίοι ενδιαφερόταν να επενδύσουν σε μεγάλο κατασκευαστικό έργο στην Ελλάδα και έψαχναν για συνεργάτη-ανάδοχο του έργου στο οποίο θα επένδυαν. Ο μηνυτής, όπως ο ίδιος καταθέτει, ενόψει της μεταξύ τους οικογενειακής και φιλικής σχέσης καθώς και του γεγονότος ότι οι επενδύσεις του στην εταιρία της Χ2, του είχαν επιφέρει κέρδη καθώς και ότι η Χ2, ήταν δικηγόρος και προάσπιζε τα συμφέροντά του, ενδιαφέρθηκε πραγματικά για την πρόταση που του έγινε, τη θεώρησε σοβαρή και πραγματοποιήσιμη, γι' αυτό και μετέβη στο ..., προκειμένου να λάβει περισσότερες πληροφορίες. Εκεί, συνάντησε την Χ2 και τον τρίτο κατηγορούμενο, πατέρα της, Χ, με τον οποίο, λόγω ηλικίας είχαν αναπτύξει περισσότερες σχέσεις και δεσμούς. Στη συνάντηση αυτή. παρευρισκόταν και ο Τ, ο οποίος παρουσιάστηκε με το όνομα Τ (πέμπτος κατηγορούμενος του παραπεμπτικού, βουλεύματος, ο οποίος επίσης φυγοδικεί και ως προς αυτόν δεν εισήχθη προς εκδίκαση η υπόθεση). Στη συνάντηση αυτή και οι τρεις μαζί, ενεργούντες από κοινού, παρέστησαν στον μηνυτή, ότι ο Τ είναι εκπρόσωπος και συγγενής του Υπουργού Πετρελαίων της Νιγηρίας και ότι ο θείος του ενδιαφέρεται να χρηματοδοτήσει κατασκευαστικά έργα στην Ελλάδα, ποσού 250.000.000 δολαρίων ΗΠΑ, τα οποία είχε εξάγει από την χώρα του, επιθυμώντας να χαθεί η διαδρομή τους. Για το λόγο αυτό, η Χ2, μέσω του γραφείου της, πρότεινε τον μηνυτή, ώστε αν επιθυμεί να αναλάβει, με την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού, την εκτέλεση των έργων, με την εν λευκώ διαχείριση του κεφαλαίου, με κέρδος ποσοστού 38% επί του παραπάνω ποσού και με έλεγχο ανά τρίμηνο, από εκπρόσωπο του χρηματοδότη. Το ποσό της επενδύσεως, του παρέστησαν ότι είχε τοποθετήσει ο Υπουργός Νιγηρίας, στη χρηματιστηριακή εταιρία με την επωνυμία EFS EURO FINANCE STORAGE COMPANY SPTA SAN DE LA VEGA, ... ESPANA, FINANCIAL SECURITIES/SOLE REPRESENTATIVE AGENT, με έδρα τη ..., της οποίας διευθύντρια ήταν η Μ και ήδη πρώτη κατηγορουμένη. Ο μηνυτής, πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις αφενός μεν της Χ2, που του εμφανίστηκε ως δικηγόρος και είχε το σχετικό γραφείο και τις ανάλογες γνώσεις και αφετέρου του πατέρα της, που τον θεωρούσε φίλο του και δεν προέβη σε περαιτέρω έρευνα για την προτεινόμενη επένδυση, διότι την έρευνα είχε αναθέσει στην Χ2, που θεωρούσε ότι προάσπιζε τα συμφέροντα του, ενώ ήταν αυτή που μιλούσε και Αγγλικά και έκανε τις διαπραγματεύσεις, διότι ο ίδιος δεν γνώριζε καμία ξένη γλώσσα. Ακολούθως, προκειμένου να πειστεί ο μηνυτής, αυτός, η Χ2, ο πατέρας της και ο Τ, τον οποίο γνώριζε ο παθών ως Τ, ταξίδεψαν, την 23.1.2006 στη ..., προκειμένου να. δρομολογηθούν οι σχετικές διατυπώσεις για την ανάληψη του έργου. Εκεί, σε πολυτελές κτίριο που εμφάνισαν ως έδρα της πιο πάνω χρηματιστηριακής εταιρίας, συναντήθηκαν ο μηνυτής, η Χ2, ο πατέρας της Χ, ο Ψ2 (δεύτερος παρών κατηγορούμενος) και ο ... προκειμένου να δρομολογηθούν οι διατυπώσεις για την ανάληψη από τον μηνυτή του ποσού των 250.000..000 δολαρίων. Ήδη όμως, όπως καταθέτει ο μηνυτής, η Χ2, του είχε ζητήσει τηλεφωνικά, όταν ακόμη αυτός ήταν στην ..., να της καταβάλει όταν πάει στη ... το ποσό των 18.500 ευρώ, για έξοδα διακίνησης του ποσού της επένδυσης, αφού επί του παρόντος δεν μπορούσαν να εισπράξουν το σύνολο του ποσού. Κατά τη συνάντηση ήταν παρόντες όλοι οι πιο- πάνω αναφερθέντες και ο .... Αυτοί ζήτησαν και έλαβαν, την επόμενη μέρα, δι' εμβάσματος από την Ελλάδα, μέσω της Τράπεζας Κύπρου (που απέστειλε ο αδελφός του μηνυτή), το ποσό των 70.000 ευρώ, τα οποία όπως του ανακοίνωσαν ήθελε η εταιρία EFS ως προμήθεια προκειμένου να μεταφερθούν τα χρήματα (250.000.000 δολάρια). Στη συνάντηση αυτή, η μεταξύ τους συνεννόηση έγινε στην Αγγλική Γλώσσα, χρησιμοποιώντας την Χ2 ως διερμηνέα. Το ποσό των 70.000 ευ ρω εστάλη, μέσω της Τράπεζας Κύπρου, σε ισπανική τράπεζα, σε λογαριασμό δικαιούχου με το όνομα "Μ". Ο μηνυτής επέστρεψε στην Ελλάδα και την 10-2-2006, στην ..., έλαβε με φαξ από την Χ
  5. από το ...., το από 6-2-2006 έγγραφο της "BANCO DE ESPANA", με τίτλο μονάδα ελέγχου αλλοδαπών λογαριασμών, με κοινοποίηση στον Διευθυντή της EURO FINANCE STORAGE, EFS, το περιεχόμενο του οποίου ανέφερε ότι "η εκκαθάριση της πληρωμής της επιταγής σας, στο λογαριασμό σας, τελεί εν αναμονή έναντι περαιτέρω πίστωσης και παροχής άδειας μεταφοράς, βάσει των ρυθμίσεων του νέου Ισπανικού νόμου περί ελέγχου κεφαλαίων για το ξέπλυμα χρημάτων και τη φορολογία. Ο δικαιούχος πρέπει να προσκομίσει πιστοποιητικό αντιτρομοκρατικό, και μη σχέσης με ναρκωτικά και ξέπλυμα χρήματος, μετά την οποία, σε διάστημα επτά ημερών, θα δοθεί έγκριση για τη μεταφορά των κεφαλαίων και την άμεση απόδοση στο δικαιούχο". Ακολούθως ο μηνυτής μετέβη στην ..., όπου συνάντησε την Χ2 και τον δεύτερο κατηγορούμενο Ψ2, τον οποίο, κληθείς στο ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου τον αναγνώρισε. Εκεί του συνέστησαν την πρώτη κατηγορουμένη Ψ1, αλλά υπό τα ψευδή στοιχεία "Μ", ως διευθύντρια της εταιρίας EFS EURO FINANCE. Επίσης, του ανέφεραν ότι για να εκταμιευθεί το σύνολο του ποσού, απαιτείται φόρος για το Ισπανικό κράτος 0,1% και με την καταβολή του φόρου αυτού, θα ολοκληρωνόταν η διαδικασία. Ο μηνυτής είχε μεταφέρει στην ..., σε μετρητά και επιταγές το συνολικό ποσό των 210.000 ευρώ, που του είχαν ζητήσει οι κατηγορούμενοι, αλλά εκεί η πρώτη κατηγορουμένη Ψ1, υπό τα ψευδή στοιχεία "Μ", του ανακοίνωσε ότι μετέβη στην Ισπανική Εφορία, αλλά εκεί ότι η Ισπανική Εφορία δεν δέχονται τις επιταγές και πρέπει να γυρίσουν στην Ελλάδα για να τις εξαργυρώσουν. Πράγματι, αφού επέστρεψε στην Ελλάδα, την 15-2-2006, ο μηνυτής συνοδευόμενος από την κόρη του, που εξετάστηκε ως μάρτυρας και έναν φίλο του, μετέβησαν στο ξενοδοχείο ... της ... για να παραδώσουν τα χρήματα στην πρώτη κατηγορουμένη. Αυτή, τελευταία στιγμή άλλαξε τον τόπο συνάντησής του και τελικώς της παρέδωσαν 210.000 ευρώ, στο ξενοδοχείο ... της .... Για τις καταβολές αυτές, υπήρχαν και αποδείξεις τις οποίες υποτίθεται ότι εξέδιδε η EFS και κρατούσε η Χ2, η οποία φυγοδικεί, ως δικηγόρος του μηνυτή, γι' αυτό και ο ίδιος αισθανόταν σίγουρος και ασφαλής. Στη συνέχεια, αφού οι δράστες βεβαιώθηκαν ότι μπορούσαν ν' αποσπούν με ευκολία χρήματα από τον μηνυτή, την 20-2-2006 η πρώτη κατηγορουμένη, που ενεργούσε και για λογαριασμό των λοιπών, με σκοπό να του αποσπάσουν κι' άλλα χρήματα, παρέστησαν στον μηνυτή ψευδώς, ότι το ισπανικό κράτος απαιτεί ποσοστό φόρου 1% και όχι 0,1 %, όπως του είχαν πει και η πρώτη του επέδειξε, για να υπογράψει το από 22-2-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, μεταξύ της εταιρίας EURO FINANCE και του Ψ, συνταχθέν δήθεν από την EFS EURO FINANCE STORAGE, σύμφωνα με το περιεχόμενο του οποίου, η Μ εκπρόσωπος της ως άνω εταιρίας, θα ενεργήσει εξ ονόματος του Χ, με σκοπό την εξασφάλιση ενός δανείου ύψους 1.500.000 δολαρίων ΗΠΑ που απαιτείται προκειμένου να συμπληρωθεί το ποσό του συνολικού φόρου, μη κατοίκων (1%), ύψους 2.500.000 δολαρίων ΗΠΑ, τα οποία απαιτούνται για την τελική και άνευ όρων αποδέσμευση συνολικού ποσού 250.000.000 δολαρίων ΗΠΑ στο λογαριασμό του Ψ μετά την πληρωμή και επιβεβαίωση της συνολικής φορολογικής οφειλής. Ότι ο Ψ θα συγκεντρώσει το εναπομένον υπόλοιπο των 750.000 δολαρίων, έχοντας ήδη καταβάλει 250.000 δολάρια ήτοι 210.000 ευρώ. Ότι σε αποζημίωση για τη διασφάλιση του δανείου ύψους 1.500.000 δολαρίων, ο Ψ, θα καταβάλει ένα επιπλέον σταθερό τόκο ύψους 500.000 δολαρίων, καταβάλλοντας με τον τρόπο αυτό, ένα συνολικό ποσό 2.000.000 δολαρίων, στην εταιρία EURO FINANCE STORAGE, κατά την ολοκλήρωση της συναλλαγής. Ότι το ποσό των 250.000.000 δολαρίων ΗΠΑ παραμένει στην κυριότητα και το αποκλειστικό δικαίωμα του Ψ, μόλις αποδεσμευτούν τα κεφαλαία από την Ισπανική Κεντρική Τράπεζα. Η ισχύς της σύμβασης θα αρχίσει την ημέρα, κατά την οποία ο Ψ θα αναλάβει τον πλήρη έλεγχο των 250.000.000 δολαρίων, μόλις αποδεσμευτούν προς αυτόν, μετά την πληρωμή και την επιβεβαίωση καταβολής του φόρου 1%, ο οποίος πρέπει να καταβληθεί εντός 10 ημερών, από σήμερα, σύμφωνα με τις οδηγίες του Ισπανικού Ανώτατου Δικαστηρίου". Στο τέλος δε του εγγράφου, είχε τεθεί υπογραφή του εκπροσώπου της εταιρίας. Βεβαίως όπως αποδείχθηκε και το προηγούμενο έγγραφο και αυτό, ήταν πλαστά και οι συμβαλλόμενες εταιρίες ανύπαρκτες. (Όμως από τη διαδικασία δεν αποδείχθηκε ότι οι παρόντες κατηγορούμενοι είναι αυτοί που κατάρτισαν εξ ολοκλήρου τα πλαστά αυτά έγγραφα, που αναφέρθηκαν πιο πάνω). Εκτός από τα προαναφερθέντα αποδείχθηκε πλήρως ότι, των αναμφισβητήτως πλαστών αυτών εγγράφων, των οποίων γνώριζε την πλαστότητα, αφού δρούσε από κοινού με τους λοιπούς κατηγορουμένους που φυγοδικούν, έκανε χρήση η πρώτη κατηγορουμένη, αφού τα απέστειλε τα επέδειξε και επικαλέστηκε την γνησιότητά τους, προκειμένου να πείσει τον παθόντα να καταβάλει το συνολικό ποσό των 530.000 ευρώ. Πράγματι και με τον τρόπο αυτό, τον έπεισε να καταβάλει σ' αυτή (πρώτη κατηγορουμένη) την 25-2-2006 στο ξενοδοχείο ... το ποσό των 232.000 ευρώ, ενώ από κοινού του υποσχέθηκαν ότι το υπόλοιπο θα καταβάλουν αυτοί, προς διευκόλυνσή του και αυτός θα τους το επέστρεφε αργότερα. Στη συνέχεια του είπαν ότι είναι αδύνατον να καταβάλουν-το υπόλοιπο ποσό, διότι τα χρήματα του Υπουργού Νιγηρίας δεσμεύτηκαν κατά την έξοδο από τη χώρα και ότι πρέπει αυτός να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των 300.000 ευρώ, μέχρι την 15-3-
  6. Την 8-3-2006 η πρώτη κατηγορουμένη, απέστειλε στο μηνυτή με φαξ, έγγραφο της EURO FINANCE STORAGE, με υπογραφή του επίσης κατηγορουμένου που φυγοδικεί ..., ως διευθυντού της, προς τον Ψ, το οποίο ανέφερε ότι το ποσό των 250.000.000 θα του αποδοθεί, μόλις καταβάλει τα 300.000 ευρώ που απαιτείται για να συμπληρωθεί το ποσό του φόρου μη κατοίκων από 1%. Για να γίνουν πιο πιστευτοί, του είχαν αποστείλει και αποδείξεις για την καταβολή του ποσού των 442.000 ευρώ, καθώς και έστειλαν και μία τελική εγγύηση. Μετά και την λήψη της τελευταίας επιστολής, κλονίστηκε η εμπιστοσύνη του μηνυτή στους Αναστασία και Χ, αφυπνίστηκε και άρχισε να ερευνά πλέον ο ίδιος την τύχη της φερόμενης ως επενδύσεώς του. Επικοινώνησε με το Προξενείο της Ελλάδας στην ... της ... και διαπίστωσε, ο ίδιος και η κόρη του, που έκανε τις επικοινωνίες διότι γνώριζε Αγγλικά, ότι και η εταιρία με την επωνυμία EURO FINANCE STORAGE ήταν παντελώς ανύπαρκτη, τα γραφεία στα οποία είχε μεταβεί ο μηνυτής, ανήκαν σε άλλη, νόμιμη εταιρία που δεν είχε. καμιά σχέση με τους κατηγορουμένους, το δε. έγγραφο της BANCO DE ESPANA ήταν πλαστό, όπως τους διαβεβαίωσε η ίδια η Τράπεζα. Χαρακτηριστικά δε τα τηλέφωνα της Τράπεζας, ήταν κινητά, των οποίων ο κάτοχος δεν διαπιστώθηκε. Η Τράπεζα, με το από 24.5.2006 έγγραφό της, το οποίο αναγνώσθηκε, τους βεβαιώνει ότι το πιο πάνω έγγραφο που κατείχε ο παθών, δεν είναι αυθεντικό, η λειτουργία της Τράπεζας δεν περιλαμβάνει διεκπεραίωση ιδιωτικών τραπεζικών δραστηριοτήτων με φυσικά ή νομικά πρόσωπα και δεν υπάρχει μονάδα ελέγχου αλλοδαπών λογαριασμών που να διευθύνεται από κάποιον .... Ο μηνυτής, αφού πλέον βεβαιώθηκε ότι έπεσε θύμα απάτης, κατήγγειλε τα γεγονότα στο Τμήμα Οικονομικών Εγκλημάτων της Ασφάλειας, όπου, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η μάρτυς κόρη του, μόλις ανέφεραν την αρχή της περιπέτειάς τους, το αρμόδιο Τμήμα τους περιέγραψε την συνέχεια, διότι η μέθοδος της απάτης αυτής ήταν γνωστή στην Ασφάλεια, από άλλες περιπτώσεις. Έτσι μεθοδεύτηκε, σε συνεργασία με την Ασφάλεια, σχέδιο για τη σύλληψη των δραστών, αφού πρώτα συνέστησαν στον παθόντα και την μάρτυρα κατηγορίας κόρη του να συνεχίσουν τις διαπραγματεύσεις. Πράγματι, μετά από αλλεπάλληλες επικοινωνίες του μηνυτή με τον φερόμενο ως Τ, (Τ), ο τελευταίος δέχτηκε αντί των 232.000 Eυρώ, να καταβάλει ο μηνυτής μόνο 150.000 Eυρώ, αφού δεν διέθετε άλλα χρήματα πλέον. Έτσι, κανονίστηκε να παραδοθούν τα χρήματα στην πρώτη κατηγορουμένη, την 14-3-2006, στο ξενοδοχείο .... Αυτή, πράγματι, μετά από αλλεπάλληλες αλλαγές στον τόπο συνάντησης, εμφανίστηκε στο πιο πάνω ξενοδοχείο και παρέλαβε το ποσό των 150.000 Eυρώ, σε προσημειωμένα από την αστυνομία χαρτονομίσματα των 500 Eυρώ. Στη συνάντηση μετέβησαν ο μηνυτής, με τη κόρη του ... (μάρτυς κατηγορίας) και μία αστυνομικό, δήθεν ως φίλη τους και παρέδωσαν στην πρώτη κατηγορουμένη Ψ1, που αυτοί γνώριζαν ως "Μ" το ανωτέρω ποσό των προσημειωμένων χαρτονομισμάτων. Αυτή, μόλις παρέλαβε το πιο πάνω ποσό, συνελήφθη αμέσως και φυγαδεύτηκε, μυστικά, από το ξενοδοχείο, στο οποίο παρέμειναν ο μηνυτής, η κόρη του, η αστυνομικός και άλλοι αστυνομικοί, με πολιτικά. Πράγματι εμφανίστηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος, ανησύχησε και ήρθε προς αναζήτηση της πρώτης. Ο μηνυτής και τότε και ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αναγνώρισε και τους δύο δηλαδή ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος είναι αυτός που είχε συναντήσει στην ... όλες τις φορές που μετέβη και την πρώτη κατηγορουμένη. Αυτή, ομολογεί ότι είχε αναλάβει μόνο την μεταφορά των χρημάτων και δεν είχε άλλη ανάμιξη, πλην όμως και ο μηνυτής την αναγνώρισε, καθώς και η κόρη του. Επίσης αποδείχθηκε ότι οι δύο αυτοί κατηγορούμενοι, είχαν εισέλθει μαζί στην Ελλάδα, την 13-3-2006 και μάλιστα μετέβησαν μαζί στο ξενοδοχείο ..., την 13-3-2006 στο οποίο είχαν κάνει κράτηση για δύο διαφορετικά δωμάτια, μέσω του γραφείου TRANS HOTEL που εδρεύει στη .... Ο ισχυρισμός του ότι γνωρίστηκαν μέσω του Internet και ήρθαν στην Ελλάδα για πρώτη συνάντηση και προκειμένου να συνάψουν ερωτική σχέση και ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, καμία σχέση δεν έχει με το αδίκημα που του αποδίδεται, διαψεύδεται ευθέως από όσα ήδη κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας και εκτέθηκαν πιο πάνω, αλλά και από την εξέλιξη των γεγονότων. Από το σύνολο των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών που ήδη εκτέθηκαν πιο πάνω, την οργάνωση και το είδος και τον τρόπο της εξαπατήσεως του παθόντος, από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων της χρήσεως των πλαστών εγγράφων και της απάτης, προκύπτει ότι όλοι οι κατηγορούμενοι, μαζί με αυτούς που φυγοδικούν έδρασαν από κοινού, με κοινό δόλο με διακριτούς αλλά και αλληλοσυμπληρούμενους ρόλους ο καθένας, με αποκλειστικό σκοπό την διάπραξη των πιο πάνω εγκλημάτων προς πορισμό ικανού εισοδήματος και ροπή προς διάπραξη των εγκλημάτων αυτών, ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους, ενώ το αντίστοιχο όφελος που αποκόμισαν, καθώς και η αντίστοιχη ζημία που επέφεραν, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και ειδικότερα ανέρχεται σε 530.500 ευρώ". Μετά ταύτα εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα του ότι : "Κατά το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο 2005 μέχρι την 4/3/2006 ενεργώντας από κοινού, εξακολουθητικά και κατ' επάγγελμα με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος (και περιουσιακή ζημία στον εγκαλούντα) που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 Ευρώ, παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα, Ψ, πολιτικό μηχανικό, ότι ο Υπουργός πετρελαίων της ... ενδιαφέρεται να χρηματοδοτήσει κατασκευαστικά έργα, ποσού 250.000.000 δολαρίων στην Ελλάδα, με κεφάλαιο που έχει εξαγάγει από τη χώρα του, και ότι αν επιθυμεί ο εγκαλών, μπορεί να αναλάβει, με την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού, την εκτέλεση των έργων, με την εν λευκώ διαχείριση του κεφαλαίου, με κέρδος ποσοστού 38% επί του παραπάνω ποσού, και με έλεγχο ανά τρίμηνο από εκπρόσωπο του χρηματοδότη. Ότι, το ως άνω χρηματικό ποσό, είχε τοποθετήσει ο Υπουργός, στη χρηματιστηριακή εταιρία, με την επωνυμία EFS EURO FINANCE STORAGE COMPANY SPTA SAN DE LA VEGA, SALIDA 16, MADRID ESPANA, FINANCIAL SECURITIES/SOLE REPRESENTATIVE AGENT, με έδρα τη ..., που διευθύνει η πρώτη κατηγορουμένη, εμφανιζόμενη με τα στοιχεία Μ και ότι, προκειμένου να γίνει η αποδέσμευση και μεταβίβαση του ως άνω ποσού, στο όνομα του εγκαλούντος, έπρεπε να καταβάλει χρηματικά ποσά για έξοδα διακίνησης και φόρους στο Ισπανικό κράτος. Επίσης παρέστησαν σ' αυτόν ψευδώς, ότι τα αναφερόμενα στη επόμενη παράγραφο πλαστά έγγραφα, της τράπεζας BANCO DE ESPANA και της εταιρίας EURO FINANCE STORAGE, είναι γνήσια, και έχουν εκδοθεί από τα ως άνω νομικά πρόσωπα, και με τον τρόπο αυτό, τον έπεισαν να τους καταβάλει τα χρηματικά ποσά α) Στη ..., τον Ιανουάριο 2006, τα ποσά των 18.500 ευρώ και 70.000 Ευρώ, β) στην ..., το Φεβρουάριο 2006, τα ποσά των 210.000 Ευρώ και 232.000 ευρώ και συνολικά το χρηματικό ποσό των 530.500 ευρώ και έτσι έβλαψαν την περιουσία του κατά το ποσό αυτό, καθόσον αν αυτός γνώριζε ότι, ουδέν κεφάλαιο υπήρχε για επένδυση, ουδεμία σχέση είχε ο Υπουργός της Νιγηρίας, ότι τα προσκομισθέντα έγγραφα της ισπανικής τράπεζας BANCO DE ESPANA και της εταιρίας EURO FINANCE STORAGE είναι πλαστά, δεν θα προέβαινε στην καταβολή του ανωτέρω χρηματικού ποσού και δεν θα είχε υποστεί την περιουσιακή βλάβη, αξίας ποσού 530.500 Ευρώ". Με αυτά που εδέχθη η προσβαλλομένη απόφαση τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό διέλαβε την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εις αυτήν εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως, για την οποία κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των στις διατάξεις των άρθρων 27 § 1, 45, 98 και 386 §§ 1 και 3 ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και δεν παρεβίασεν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει σ' αυτή όλα κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβεν υπ' όψη χωρίς να είναι ανάγκη να εκθέτει τι προέκυψεν εξ ενός εκάστου χωριστά δι' έναν έκαστον των κατηγορουμένων, δια το αδίκημα δια το οποίον και κατεδικάσθη και ο αναιρεσείων, ούτε είναι επίσης ανάγκη να αναφέρει ποίον ειδικώς αποδεικτικό μέσο συνδέεται με τον τελευταίον αυτόν, όπως αβασίμως αιτιάται ούτος, (αναφέρει) τον σκοπό του αναιρεσείοντος να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος και την παράσταση των ψευδών γεγονότων ως αληθινών, τα οποία εγνώριζε, προς δε την βλάβη της περιουσίας του παθόντος, η οποία και επετεύχθη κατά τον τρόπον που εν εκτάσει αναφέρει δι' όλους τους κατηγορουμένους, τα περιστατικά της κατ'επάγγελμα τελέσεως της πράξεως ως και την από κοινού δράση αυτών και ιδιαίτερα την συμμετοχή του αναιρεσείοντος με την συνάντησή του με τον μηνυτή Ψ, την παράσταση σ' αυτόν των άνω εκτεθέντων εν γνώσει ψευδών περιστατικών, την εξ αυτού παραπλάνησή του και την υπ' αυτού καταβολή εις τον αναιρεσείοντα των αναφερθέντων ποσών. Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδία όσον αφορά την κατ' επάγγελμα ως και την από κοινού τέλεση της κακουργηματικής απάτης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 364 § 1, 369 και 171 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ προκύπτει ότι η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού εγγράφου, που δεν αναγνώσθη κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικος λόγον αναιρέσεως, διότι ούτω παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 Κ.Π.Δ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημοσίας συζητήσεως που συντάσσονται δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου, θα πρέπει όμως να προσδιορίζονται τα στοιχεία που το ταυτοποιούν, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί που εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου, εκτός εάν αυτό είναι το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι στοιχείο του κατηγορητηρίου, ή αναφέρεται απλώς ιστορικώς και διηγηματικώς στο αιτιολογικό της αποφάσεως ή το περιεχόμενο που προκύπτει από άλλα αναγνωσθέντα έγγραφα, οπότε δεν υπάρχει η άνω απόλυτη ακυρότης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ο κατηγορούμενος αναιρεσείων κατεδικάσθη για κακουργηματική απάτη (κατ' επάγγελμα) από κοινού κατ' εξακολούθηση εις ποινή καθείρξεως έξι

(6)ετών. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά και την απόφαση το ανωτέρω εφετείο για τον σχηματσιμό της κρίσεώς του περί ενοχής του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος έλαβεν υπ' όψη του τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που ανεγνώσθησαν καθώς και τα έγγραφα που ανεγνώσθησαν και αναφέρονται στα πρακτικά. Μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων αναφέρεται, και υπό τον αριθμόν 22, το από 27/1/2006 εξοδολόγιο εξερχομένου εμβάσματος, και δύο από 14/3/2006 εκθέσεις καταγραφής εισερχομένων και εξερχομένων κλήσεων από μνήμη κινητού τηλεφώνου με διερμηνέα, και συνεπώς η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι ελήφθησαν υπ' όψη έγγραφα που δεν ανεγνώσθησαν, είναι αβάσιμος. Το υπ' αριθμ. 14/2006 ένταλμα συλλήψεως της Ανακρίτριας του 18ου Τακτικού Τμήματος του Πλημμελειοδικείου Αθηνών δεν απηκείτο να αναγνωσθεί διότι είναι έγγραφο διαδικαστικό και όχι τοιούτο της αποδεικτικής διαδικασίας εις το οποίο εστηρίχθη το δικαστήριο για να συνάγει ενοχή του αναιρεσείοντος ούτε, άλλωστε, προκύπτει ότι ελήφθη υπ' όψη γι' αυτήν, ενώ η "από 26/1/2006 επιστολή εγγύησης της EURO FINANCE STORAGE COMPANY" και το "από 13/1/2006 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπέγραψε ο μηνυτής, από πουθενά δεν προκύπτει ότι ελήφθησαν υπ' όψη για την ενοχή του αναιρεσείοντος και συνεπώς η αιτίαση αυτού, ότι ελήφθησαν υπόψη έγγραφα που δεν ανεγνώσθησαν είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 5 1 στοιχ. δ' αυτού, περί απολύτου ακυρότητος, εκ των άνω λόγων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' άρθρον 369 § 1 ΚΠΔ όταν τελειώνει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο, κατά δε την § 3 του ιδίου άρθρου ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι είναι υποχρεωτική η δόση του λόγου από τον διευθύνοντα την συζήτηση στον εισαγγελέα και τους διαδίκους με την άνω κεκανονισμένη σειρά, στον κατηγορούμενο δε στο τέλος, έστω και αν δεν τον ζητήσει. Η παράβαση των ανωτέρω και ειδικώς προκειμένου για τον κατηγορούμενο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 §1 εδ. δ ΚΠΔ., διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, και ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, μετά την πρόταση του εισαγγελέως επί της ποινής και την αίτηση του πολ. ενάγοντος να γίνει δεκτή η αγωγή του, "οι συνήγοροι των κατηγορουμένων και οι κατηγορούμενοι αφού έλαβαν διαδοχικά τον λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησαν να επιβληθεί το ελάχιστον της ποινής". Συνεπώς ο σχετικός λόγος της αναιρέσεως περί απολύτου ακυρότητος εκ του ότι δεν εδόθη ο λόγος στον συνήγορο του αναιρεσείοντος και στον αναιρεσείοντα επί της ποινής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών και μην υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ) και στη δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2 Νοεμβρίου 2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2275/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εξ ευρώ διακοσίων είκοσι
(220)και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος εξ ευρώ πεντακοσίων
(500). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.