← Ελλάδα

ΑΠ 1219/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Λαθρομεταναστών μεταφορά

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1219 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Λαθρομεταναστών μεταφορά. Περίληψη: Αλλοδαποί. Μεταφορά κλπ λαθρομεταναστών. Παράβαση άρθρου 55 Ν. 2910/2001, 37 παρ. 1γ Ν. 3153/

  1. Έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, για απόρριψη αναιτιολόγητα αιτημάτων για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων (84 παρ. 2 α, δ και ε), περί μετατροπής της ποινής του σε κοινωφελή εργασία. Αόριστοι λόγοι. Πότε ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων για την χορήγηση αναστολής εκτελέσεως κατά τα άρθρα 99 και 100 του ΠΚ. Ως προς το ύψος της ποινής λαμβάνεται υπόψη η συνολική ποινή. Ταυτότητα αναγνωσθέντων εγγράφων. Απορρίπτει αναίρεση. Αριθμός 1219/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο, για αναίρεση της 1987/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ
  2. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2132/
  3. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 55 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2910/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 37 του ν. 3153/2003 (ΦΕΚ Α' 153/19.6.2003) " "
  4. Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου, που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα αλλοδαπούς, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη τιμωρούνται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο. β) με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν η μεταφορά ενεργείται κατ` επάγγελμα ή αν ο υπαίτιος είναι υπάλληλος ή τουριστικός ή ναυτιλιακός ή ταξιδιωτικός πράκτορας. γ) με κάθειρξη και χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο. δ) με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή τουλάχιστον πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ, αν στην περίπτωση του στοιχείου γ` επήλθε θάνατος. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι θεσμοθετείται αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό τελούμενο με οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους τρόπους , από τα πρόσωπα τα οποία αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς που δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της, ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας, ή διευκολύνουν την μεταφορά ή την προώθησή τους, γνωρίζοντας τη αυθαίρετη είσοδο τούτων ως λαθρομεταναστών. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και του συγκατηγορουμένου του Χ2, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Οι κατηγορούμενοι, στο 8ο χλμ. της Ε.Ο. .... - ......,την 8-5-05, ως μέλη κυκλώματος, με δραστηριότητα την οργάνωση και μεταφορά και διακίνηση και προώθηση στο εσωτερικό επ' αμοιβή, από κοινού με τον Γ1, οδηγό του υπ' αριθ. ...... Ι.Χ.Ε. αυτοκ. ιδιοκτησίας της ......, αλλοδαπών, που στερούνταν νομίμων ταξιδιωτικών εγγράφων εισόδου και παραμονής στην Ελλάδα, ο μεν πρώτος κατηγορούμενος Χ2, παρέλαβε από τον Γ1, που διέφυγε την σύλληψη, τα κλειδιά του υπ' αριθ. ......Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας, ......, που ήταν σταθμευμένο στην οδό ....... της Αλεξανδρούπολης, και αναχώρησαν για το σημείο που προσυμφωνήθηκε, όπου τους περίμενε ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1, οδηγός του υπ' αριθ. ....... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου ιδιοκτησίας της εταιρίας ενοικιάσεως αυτοκινήτων της ......, μαζί με τους αλλοδαπούς, που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και στο διατακτικό της παρούσας, οι οποίοι εισήλθαν παράνομα, χωρίς ταξιδιωτικά έγγραφα στην χώρα, από την Τουρκία μέσω του ποταμού Έβρου με την βοήθεια Τούρκου συνεργάτη τους και επιβίβασαν αυτούς στο φορτηγό αυτοκίνητο με προορισμό την Αθήνα. Ο δεύτερος κατηγορούμενος, προπορεύονταν με το όχημά του, με σκοπό να ειδοποιήσει τους άλλους, σε περίπτωση αστυνομικού ελέγχου ή άλλου εμποδίου, μάλιστα, μετά την ακινητοποίηση των λοιπών οχημάτων, των οποίων προπορεύονταν, επέστρεψε αναζητώντας τους συνεργούς του. Για την πράξη τους αυτή, όπως προκύπτει από τις προανακριτικές καταθέσεις των αλλοδαπών που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, θα ελάμβαναν χρηματική αμοιβή, το ύψος όμως της οποίας γι'αυτούς δεν εξακριβώθηκε. Τα παραπάνω προκύπτουν από τις καταθέσεις του μάρτυρα κατηγορίας αστυνομικού σε συνδυασμό και με τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Όσον αφορά τον ανωτέρω ισχυρισμό του κατηγορουμένου Χ1, για αναγνώριση του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, για να υποβληθεί και να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός αυτός, δεν αρκεί μόνο η επίκληση του λευκού ποινικού μητρώου, αλλά πρέπει να υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ότι ο κατηγορούμενος, μέχρι την πράξη του, διήγαγε έντιμο, ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και καθόλου κοινωνικό βίο........και ακολουθούσε τους κανόνες της οικογενειακής ζωής, με αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα, πράγμα, που δεν έγινε στην συγκεκριμένη περίπτωση, αφού η συμμόρφωσή του με τους κανόνες αυτούς αναφέρεται γενικά και αόριστα σε συνάρτηση με το λευκό ποινικό του μητρώο ούτε μπορεί να αναγνωριστεί στο πρόσωπό του το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας, αφού ο ισχυρισμός αυτός ούτε ορισμένος είναι, με αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα, αλλά και το κυριότερο, ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν αναγνώρισε απλά, ρητά και χωρίς περιστροφές την πράξη του, ώστε να επικαλεσθεί μεταμέλεια, λέγοντας ότι έπεσε θύμα εκβιασμού και παραπλάνησης. Τέλος και για την καλή διαγωγή μετά την πράξη, ο κατηγορούμενος, επικαλέσθηκε απλά καλή συμπεριφορά χωρίς να προβάλει ειδικά και συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει αυτή και μάλιστα......να εκτείνεται σε μεγάλο χρονικό διάστημα, που δεν αποτελεί τέτοιο το διάστημα που ο κατηγορούμενος, ήταν στην φυλακή, που, ούτως ή άλλως, κατ' ανάγκη, συμμορφώνεται με τους κανόνες της. Επομένως, πρέπει, κατά τα παραπάνω, να απορριφθούν οι ανωτέρω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου Χ1....". Κατ' ακολουθίαν του αιτιολογικού αυτού, το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ενόχους τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενό του Χ2, για τις πράξεις της προώθησης και μεταφοράς στη χώρα αλλοδαπών, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα, από κοινού και κατ' επάγγελμα (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 94 παρ. 1 ΠΚ, 55 παρ. 1β του ν. 2910/2001, όπως η πρώτη παρ. του άρ. 55 αντικ. με το άρθρο 37 παρ.1β του ν. 3153/2003), απορρίπτοντας το αίτημα του αναιρεσείοντος για τη χορήγηση των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α, δ και ε του ΠΚ και επέβαλε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, στον καθένα κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως 24 μηνών και χρηματική ποινή δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, για το καθένα μεταφερόμενο άτομο και συνολική ποινή φυλακίσεως έξι ετών και εννέα μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως και συνολική χρηματική ποινή 110.000 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, το Τριμελές Εφετείο, στο αλληλοσυμπληρούμενο σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, διέλαβε ότι ο αναιρεσείων καταλήφθηκε να προωθεί τους ειδικά μνημονευόμενους στο διατακτικό αλλοδαπούς, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα, αν και γνώριζε ότι αυτοί στερούνταν διαβατηρίου και ταξιδιωτικών εγγράφων , όπως η γνώση αυτή σαφώς συνάγεται από τα εκτιθεμένα στην απόφαση πιο πάνω περιστατικά (συμμετοχή του στην οργανωμένη παραλαβή και μεταφορά λαθρομεταναστών, επιβίβαση σε προπορευόμενο όχημα, προκειμένου να ειδοποιήσει του άλλους σε περίπτωση αστυνομικού ελέγχου κλπ), για την πληρότητα δε της αιτιολογίας της αποφάσεως, δεν ήταν αναγκαία η αναφορά και των επιπλέον στοιχείων που αναφέρει ο αναιρεσείων στην αίτησή του και οι περί του αντιθέτου, αιτιάσεις αυτού, ότι η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω των ελλείψεων αυτών, είναι αβάσιμες. Επίσης το Δικαστήριο της ουσίας, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στήριξε την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πιο πάνω πράξη κατ' επάγγελμα, με την παραδοχή του ότι αυτός και ο συγκατηγορούμενός του ενεργούσαν με βάση οργανωμένο και προμελετημένο σχέδιο, που περιγράφεται στην απόφαση, "ως μέλη κυκλώματος, με δραστηριότητα την οργάνωση και μεταφορά και διακίνηση και προώθηση στο εσωτερικό επ' αμοιβή", με την συνεργασία τρίτων προσώπων ( Γ1), περιγράφει δε κατά τον τρόπο αυτό την υποδομή που αυτός είχε διαμορφώσει και από την οποία προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ως προς την έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, και εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, μεταξύ των οποίων ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα και αναιτιολόγητα αξιολόγησε τις αποδείξεις (καταθέσεις μαρτύρων κλπ) , από τις οποίες, κατά τον αναιρεσείοντα, ουδόλως προκύπτει η ενοχή του, , απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας του νόμου, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, με τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. ΙΙ. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Όταν δε συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μια φορά , το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (περ.α), το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του (περ. δ) και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (περ.ε) . Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την , κατά προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ , που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ , αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα ( θετικά ) περιστατικά έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους του τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α της § 2 του άρθρου 84 ΠΚ., ενώ για τη στοιχειοθέτηση του ελαφρυντικού της ειλικρινούς μετάνοιας, πρέπει η μετάνοια του υπαιτίου, όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με πραγματικά περιστατικά, τα οποία μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος επιζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Επίσης στην τρίτη περίπτωση πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν στις πιο πάνω ποινές , δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, κατέθεσε εγγράφως ισχυρισμούς για την αναγνώριση σ' αυτόν των πιο πάνω τριών ελαφρυντικών περιστάσεων, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικώς. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ζήτησε την αναγνώριση του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, επικαλούμενος, ότι "πριν από την τέλεση της πράξης, για την οποία κατηγορείται, ζούσε φιλήσυχα στην ..., ήταν μικροπωλητής, εργαζόταν για την συντήρηση της οικογένειάς του και δεν είχε απασχολήσει ξανά τις διωκτικές αρχές" , ότι " έχει λευκό ποινικό μητρώο" και ότι " έχει επιδείξει προσήκουσα συμπεριφορά σε όλα τα πεδία δράσης, συμμορφούμενος προς τις κοινωνικές συνθήκες και προσαρμοζόμενος εκουσίως στον αναγκαίο συγχρωτισμό....". Επίσης ζήτησε να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας και της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την τέλεση της πράξης, χωρίς όμως να επικαλεστεί πραγματικά περαστικά που να θεμελιώνουν την βασιμότητα των αιτημάτων αυτών. Με αυτό το περιεχόμενο, οι προταθέντες ισχυρισμοί για τη χορήγηση ελαφρυντικών είναι αόριστοι, αφού δεν εκτίθενται επαρκή περιστατικά που να τους θεμελιώνουν. Συγκεκριμένα, τα περιστατικά ότι ο αναιρεσείων ζούσε φιλήσυχα στην ..... ήταν μικροπωλητής, εργαζόταν για την συντήρηση της οικογένειάς του και δεν είχε απασχολήσει ξανά τις διωκτικές αρχές και ότι έχει λευκό ποινικό μητρώο, όπως ισχυρίζεται, από μόνα τους, δεν δικαιολογούν τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, χωρίς την επίκληση και άλλων συγκεκριμένων θετικών περιστατικών έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς, που ορίζονται στην περίπτωση α της § 2 του άρθρου 84 ΠΚ. Επίσης ουδέν περιστατικό επικαλέστηκε ο αναιρεσείων για να στηρίξει τον περί ειλικρινούς μεταμέλειας και της καλής συμπεριφοράς του μετά την πράξη, ισχυρισμό του. Το Δικαστήριο της ουσίας, αν και δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς, λόγω της αοριστίας τους, απάντησε, με την πιο πάνω αιτιολογημένη απόφασή του, ως εκ περισσού, απορρίπτοντας αυτούς κατ' ουσία. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ τρίτος (με στοιχ. γ) λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως περί συνδρομής των πιο πάνω ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Περαιτέρω, απορριπτέες είναι και διαλαμβανόμενες, στον αυτόν τρίτο λόγο αναιρέσεως ( με στοιχ. γ) αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι το Τριμελές Εφετείο απέρριψε αναιτιολογήτως τον προταθέντα ισχυρισμό του και αίτημα περί μετατροπής της ποινής του σε κοινωφελή εργασία και δεν εξέτασε, πριν μετατρέψει την ποινή του σε χρηματική, την συνδρομή των προϋποθέσεων για την χορήγηση αναστολής εκτελέσεως κατά τα άρθρα 99 και 100 του ΠΚ. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, ο αναιρεσείων, μετά τη έκδοση της αποφάσεως για την μετατροπή της ποινής σε χρηματική, ζήτησε ,δια του συνηγόρου του, "την μετατροπή της επιβληθείσης ποινής φυλακίσεως σε παροχή κοινωφελούς εργασίας". Το υποβληθέν, όμως, με τον τρόπο αυτό, αίτημα, ήταν αόριστο, αφού δεν γινόταν επίκληση περιστατικών από τα οποία προέκυπτε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που θα καθιστούσαν εφικτή την παροχή τέτοιας εργασίας από τον συγκεκριμένο καταδικασμένο, όπως τούτο ορίζεται ρητώς στη διάταξη του άρθρου 82 παρ.6 του ΠΚ. Το Δικαστήριο της ουσίας, αν και δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στο αίτημα αυτό, λόγω της αοριστίας του, απάντησε, ως εκ περισσού, απορρίπτοντας αυτό κατ' ουσία, με την αιτιολογία ότι , για τους διαλαμβανόμενους σε αυτή λόγους, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την μετατροπή της ποινής φυλακίσεως σε παροχή κοινωφελούς εργασίας. Εξάλλου, από την διατύπωση των άρθρων 99, 100 παρ.1 και 100Α παρ.1 του ΠΚ, προκύπτει ότι, ως ποινή της οποίας μπορεί να ανασταλεί η εκτέλεση, νοείται, επί συρρεόντων εγκλημάτων, η συνολική, διότι η ποινή αυτή μέσω της οποίας εκτελούνται και οι προσμετρούμενες ποινές, οι οποίες παρά τη διατήρηση της αυτοτέλειάς τους, δεν είναι δεκτικές αυτοτελούς εκτελέσεως, είναι εκείνη που επιβάλλεται τελικά και αυτής μόνο την αναστολή μπορεί να αποφασίσει το δικαστήριο αν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα , για κατά συρροή παράβαση του άρθρου 55 παρ.1 β του ν. 2910/201, όπως αντικ. με το άρ. 37 παρ.1β του ν.3153/2003 και επέβαλε τις πιο πάνω αναφερόμενες ποινές ( 24 μήνες για κάθε μεταφερόμενο λαθρομετανάστη και συνολική ποινή 6 ετών και 9 μηνών) και αποφάνθηκε για την μετατροπή της, ενώ, όπως διαπιστώνεται από τα πρακτικά της δίκης, δεν υπήρξε αίτημα του αναιρεσείοντος ή του συνηγόρου του για τη χορήγηση αναστολής εκτέλεσης της ποινής. Έτσι το εφετείο, ούτε υποχρεούνταν να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα, την μη χορήγηση της πιο πάνω αναστολής ( εφόσον δεν υποβλήθηκε αίτημα), ούτε υπερέβη την εξουσία του, αφού η αναστολή της πιο πάνω ποινής δεν είναι επιτρεπτή, και, συνεπώς, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, οι περί του αντιθέτου και από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Η του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης. ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης , διότι, έτσι, παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα, εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που αναγνώσθηκε, δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της απόφασης ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό και αν στήριξε ή όχι σ' αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Θράκης που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων και τα προσδιοριζόμενα με αύξοντα αριθμό, ως εξής: " .... 1) Δύο εκθέσεις σύλληψης, 2) δύο εκθέσεις κατάσχεσης αυτοκινήτων, 3) δύο εκθέσεις κατάσχεσης κινητών τηλεφώνων, 4) δύο εξετάσεις κατηγορουμένων αλλοδαπών 4) φωτ/φο βεβαίωσης έναρξης εργασιών μη φυσικού προσώπου αριθμ. Δήλωσης .... 5) Το από ... ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης κύριας κατοικίας και η από .... απόδειξη ενοικίων 6)Εκκαθαριστικό σημείωμα οικ. έτους 2004 7) τα πρακτικά και η απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης. Επίσης από την υπεράσπιση των κατηγορουμένων προσκομίσθηκαν και αναγνώσθηκαν τα εξής έγγραφα : 1) Η από .... βεβαίωση από .... 2) Η από ... βεβαίωση υποβολής αιτήματος 3) Η υπ'αριθμ. πρωτ. .... χορήγηση βεβαίωσης 4) Βεβαίωση του ιδιοκτήτη συνεργείου ......". Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών, ενόψει και της αριθμήσεώς τους, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού, ειδικότερα με την ανάγνωση του κειμένου τους, κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, όπως και των υπολοίπων, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού του στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι δεν υπήρχαν άλλα έγγραφα με τα στοιχεία αυτά. Ως εκ τούτου, το Τριμελές Εφετείο, που δίκασε, ορθώς έλαβε υπόψη του τα ως άνω αριθμούμενα έγγραφα. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ τρίτος λόγος αναίρεσης ( με στοιχ.α) της αίτησης του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της, κατά το άρθρο 171 παρ.1 Δ ΚΠΔ ,απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας, προς στήριξη της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίσης του, έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω αριθμούμενα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τα λοιπά, οι περιεχόμενες στον αυτό λόγο αναίρεσης αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, μεταξύ των οποίων, ότι " αγνοήθηκαν" έγγραφα ( που δεν προσδιορίζονται), τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα , αποδείκνυαν την αθωότητά του, ενώ λήφθηκαν υπόψη καταθέσεις , όχι "εξ ιδίας αντιλήψεως" μαρτύρων κλπ , απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση ακυρότητας της διαδικασίας, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Συνακόλουθα, μετά την απόρριψη όλων τω λόγων αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5-12-2005 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως του Χ1(με αρ.πρωτ. 10439/5-12-2005), κατά της 1987/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)Ευρώ. - Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Μαΐου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.