Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 122 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της, δεν είναι καταδικαστική και ως εκ τούτου η αναίρεση κατ’ αυτής δεν μπορεί να ασκηθεί με δήλωση του καταδικασθέντος ή του πληρεξουσίου δικηγόρου του που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, διότι καίτοι δεν στρέφεται κατά καταδικαστικής απόφασης, αφού με την προσβαλλομένη απόφαση απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη), ασκήθηκε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Αριθμός 122/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη-Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ψ1, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 46/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Μεταβατικού Εφετείου Δωδεκανήσου στην Κω. Το Τριμελές Μεταβατικό Εφετείο Δωδεκανήσου Κω, με το ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1654/07. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 470/28-11-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι) Το δικαστήριο του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου - που δίκασε ως μεταβατικό στην Κω -, με την υπ'αριθμ. 46/2007 απόφασή του, που εκδόθηκε κατ'έφεση, κήρυξε ως απαράδεκτη την υπ'αριθμ. 19/9-2-2007 έφεση του Ψ1 κατά της υπ'αριθμ. 1499/24-11-2000 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κω (με την οποία είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης 4 ετών για πλαστογραφία με χρήση και απάτη), της οποίας διέταξε και την εκτέλεση. Η άνω απόφαση (46/2007) - που εκδόθηκε με την αυτοπρόσωπη παρουσία του εκκαλούντος, καταχωρήθηκε στο βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ στις 23-7-2007 (βλ. την οικεία βεβαίωση της γραμματέα). Κατ'αυτής άσκησε αναίρεση με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και δη στις 11-9-2007 ο Μιχαήλ Μαυρομιχάλης - δικηγόρος- ως πληρεξούσιος δικηγόρος αυτού (Ψ1) προβάλλων ως λόγο αναιρέσεως ακυρότητα της επίδοσης της κλήσεώς του ως κατηγορουμένου, χωρίς όμως να προσκομίζεται σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο του κατηγορουμένου ή να γίνεται μνεία περί αυτού στην έκθεση αναίρεσης. ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις ασκήσεώς του, το δικαστήριο (ως συμβούλιο) - όταν πρόκειται για προσβαλλόμενη απόφαση- κηρύσσει αυτό απαράδεκτο. Επειδή κατά το άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στον αρμόδιο γραμματέα..... Εξ άλλου ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 2 ΚΠΔ, το δε πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του, προσαρτάται στη σχετική έκθεση, εκτός εάν ο δικαιούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της προσβαλλομένης αποφάσεως, οπότε μπορεί αυτό (πληρεξούσιο) να προσκομισθεί στον γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο μέσα σε 20 ημέρες από την άσκησή του, άλλως το ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο (άρθρο 465 παρ. 1 ΚΠΔ). Τέλος, το ένδικο μέσο κατά καταδικαστικής και μόνον απόφασης (βλ. ΑΠ 235/2006, ΑΠ 2062/2003 κ.α.) μπορεί να ασκηθεί αφενός μεν από τον συνήγορο που είχε παραστεί στη συζήτηση καθ'ήν εκδόθηκε η άνω απόφαση αφετέρου δε μπορεί να ασκηθεί από τον καταδικασθέντα με δήλωση που περιέχει όσα ορίζει η παρ. 2 του άρθρου 474 ΚΠΔ η οποία επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. - βλ. 465 παρ. 2, 473 παρ. 2 ΚΠΔ - Επομένως άσκηση αναίρεσης από πληρεξούσιο δικηγόρο για λογαριασμό του κατηγορουμένου χωρίς την ύπαρξη πληρεξουσίου εγγράφου του τελευταίου προς τον ασκήσαντα αυτή (αναίρεση) δεν είναι δυνατή εάν πρόκειται για μη καταδικαστική απόφαση, όπως επίσης δεν είναι δυνατή η άσκηση αναίρεσης με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου όταν δεν πρόκειται για καταδικαστική απόφαση, όπως επίσης δεν νοείται προσκόμιση ελλείποντος πληρεξουσίου εγγράφου όταν η αναίρεση ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ενώ δεν πρόκειται για καταδικαστική απόφαση ήταν όταν ο κατηγορούμενος ήταν παρών κατά την απαγγελία της προσβαλλομένης απόφασης. Επειδή ως καταδικαστική απόφαση είναι αυτή με την οποία κηρύσσεται ένοχος ο κατηγορούμενος και επιβάλλεται σ'αυτόν ποινή (βλ. ΑΠ 466/2007, ΑΠ 2378/2005, ΑΠ 5/2000 ολ. κ.α.). Επομένως δεν είναι τέτοια η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη (βλ. ΑΠ 1279/2000, ΑΠ 1342/2001, ΑΠ 1340/2001, ΑΠ 273/2007, ΑΠ 134/2004 κ.α.). Επειδή όταν η απόφαση απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται αναίρεση (άρθρο 476 παρ. 2 ΚΠΔ) πλην όμως οι λόγοι αυτής αναφέρονται αποκλειστικά στην μη ορθότητα της κρίσης περί του απαραδέκτου (βλ. ΑΠ 869/2006, ΑΠ 2426/2005, ΑΠ 1119/2005 κ.α.). Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση αναίρεση είναι απαράδεκτη γιατί έχει ασκηθεί από πρόσωπο μη δικαιούμενο χωρίς πληρεξούσιο έγγραφο από τον δικαιούμενο κατηγορούμενο, έχει ασκηθεί χωρίς τη διατύπωση που απαιτεί ο νόμος, δηλ. με δήλωση στον αρμόδιο γραμματέα αλλά με διατύπωση που δεν προβλέπει ο νόμος, η οποία αναφέρεται σε καταδικαστική απόφαση, ενώ η προσβαλλομένη δεν είναι τέτοια. Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α -------------------- Π ρ ο τ ε ί ν ω όπως κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 526/2007 αναίρεση του Ψ1 κατά της υπ'αριθμ. 46/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου - που συνεδρίασε στην Κω - να διαταχθεί η εκτέλεση αυτής και να καταδικαστεί ο ανωτέρω στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 31 Οκτωβρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 του ΚΠοινΔ "Με την επιφύλαξη της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή ή δήλωση μπορεί να γίνει και σ' εκείνον που τη διευθύνει. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 473 του ίδιου Κώδικα "η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1....". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως κατά μη καταδικαστικής απόφασης ασκείται μόνον με δήλωση ενώπιον των περιοριστικώς αναφερομένων στην παρ. 1 του άρθρου 474 προσώπων και όχι με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία αφορά μόνον στην καταδικαστική απόφαση. Περαιτέρω, η απόφαση με την οποία το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την έφεση του κατηγορουμένου κατά καταδικαστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της δεν είναι καταδικαστική. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι, αν το ένδικο μέσο ασκήθηκε (μεταξύ άλλων περιπτώσεων) χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο για την άσκησή του, κηρύσσεται από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο σε συμβούλιο απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 46/2007 απόφαση του Τριμελούς Μεταβατικού Εφετείου Δωδεκανήσου στην Κω, όπως απ' αυτήν προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η έφεση του αναιρεσείοντος Ψ1 κατά της υπ' αριθμ. 1499/2000 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κω, με την οποία είχε κηρυχθεί αυτός ένοχος για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και απάτη από την οποία η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη και του είχε επιβληθεί συνολική ποινή τεσσάρων
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.