Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1222 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Αίτηση επανάληψης της διαδικασίας. Νέο στοιχείο, αποτελεί η μεταγενέστερη αθωωτική απόφαση για ανθρωποκτονία από αμέλεια, για τον αιτούντα. Δεκτή η αίτηση. Ακυρώνει την απόφαση. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής του αδικήματος. ΑΡΙΘΜΟΣ 1222/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαϊρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ανανιάδη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1745/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιουλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1225/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 397/22.10.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την από 3-7-2007 αίτηση του Χ1 , με την οποία ζητεί την επανάληψη διαδικασίας επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθ. 1745/17-2-2006 καταδικαστική γι'αυτόν απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και εκθέτω τα εξής: Με την ανωτέρω απόφαση ο αιτών καταδικάσθηκε για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως (άρθρο 242 παρ. 1 Π.Κ.) και του επιβλήθηκε η ποινή της φυλακίσεως των επτά
(7)μηνών η οποία ανεστάλη επί τριετία. Η απόφαση αυτή έχει καταστεί αμετάκλητη, αφού, κατόπιν αιτήσεως αναιρέσεως του ιδίου του αιτούντος κατά της αποφάσεως αυτής, εκδόθηκε η υπ'αριθ. 1049/2007 απόφαση του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Με την υπό κρίση από 3-7-2007 αίτηση που υπέβαλε ο αιτών προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αιτείται την κατ'άρθρο 525 επ. Κ.Π.Δ. επανάληψη της διαδικασίας, προς όφελός του, που περατώθηκε με την ανωτέρω καταδικαστική απόφαση, επικαλούμενος τη συνδρομή νέων και αγνώστων στοιχείων (γεγονότων), αγνώστων στο δικαστήριο που τον καταδίκασε, τα οποία, κατ'αυτόν, καθιστούν φανερό ότι είναι αθώος της πράξεως της ψευδούς βεβαιώσεως για την οποία καταδικάσθηκε. Κατά συνέπεια, η παρούσα αίτηση είναι τυπικά δεκτή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 527 παρ. 1 και 3 Κ.Π.Δ. και αφού στρέφεται κατά της αποφάσεως Εφετείου, νομοτύπως, κατ'άρθρο 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ. εισάγεται προς κρίση στο Δικαστήριό σας (σε Συμβούλιο). Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, στις περιπτώσεις που προβλέπονται περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο, μεταξύ των οποίων είναι και η περίπτωση του εδαφίου 2, κατά την οποία: Αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν , γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα, που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο ,που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως, καταθέσεις νέων μαρτύρων, ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία [Α.Π. (σε Συμβ.) 1717/2002, Π.Χ. ΝΓ, 642]. Σύμφωνα με το διατακτικό της πιο πάνω αποφάσεως, για την οποία ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας, ο αιτών καταδικάσθηκε για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως, συνιστάμενη στο ότι: "...... Συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και χρόνο ως διορισμένος ιατρός στο Νοσοκομείο του ..... με την θέση αναπληρωτού Διευθυντού Α' της Καρδιολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου αυτού, στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η έκδοση ιατρικών βεβαιώσεων στις 20-9-1999 με την ως άνω ιδιότητά του, εξέδωσε και χορήγησε στον ως άνω εγκαλούντα (Κ1), την με αριθ. πρωτ. .... βεβαίωση στην οποία με πρόθεση αναφέρει ψευδώς ότι η ασθενής Κ2 εξετάσθηκε κατά την παραμονή της στα Εξωτερικά Παθολογικά Ιατρεία του .... και "από τον ίδιο". Πράγμα το οποίο είναι ψευδές αφού αυτός δεν εξέτασε την ως άνω ασθενή στα Ε.Π.Ι. του ..... Το παραπάνω ψευδές περιστατικό που βεβαιώθηκε μπορεί να έχει έννομες συνέπειες όσον αφορά την ορθή εκτέλεση των ιατρικών καθηκόντων του κατηγορουμένου κατά την αντιμετώπιση του ιατρικού περιστατικού της ασθενούς Κ2 και την συνακόλουθη θεμελίωση ποινικής και αστικής ευθύνης". Ο αιτών, ως νέα γεγονότα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν με την υπ'αριθ. 1745/06 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, επικαλείται την υπ'αριθ. 8352/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε αυτός αθώος της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια της μνημονευόμενης Κ2 και τις στην απόφαση αυτή αναφορές, καταθέσεις, μαρτύρων, έγγραφα και το σκεπτικό και διατακτικό της απόφασης αυτής. Από το περιεχόμενο της απόφασης αυτής, υπ'αριθ. 8352/2006, δεν ανατρέπεται η αλήθεια των γεγονότων που στήριξαν την καταδίκη του με την υπ'αριθ. 1745/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, αφού η υπ'αριθ. 8352/2006 απόφαση στο σκεπτικό της, στη σελίδα 68 αυτής, αναφέρει .......... "Από τον ειδικευόμενο (ιατρό) Δ1 ενημερώθηκαν οι εφημερεύοντες Χ1 (κατηγορούμενος) και ο ειδικευόμενος καρδιολόγος Δ2 και αφού τέθηκε υπόψη του πρώτου από αυτούς το ηλεκτροκαρδιογράφημα που είχε ληφθεί κατά τον αμέσως προηγούμενο χρόνο και τα συμπτώματα που εμφάνιζε η ασθενής, 60 σφύξεις ανά λεπτό και ΑΠ 80ΜΜΗg, ο κατηγορούμενος συνέστησε συνέχιση της χορήγησης φυσιολογικού ορού για την αντιμετώπιση της υπόστασης και συνεχή παρακολούθηση μέσω του ηλεκτροκαρδιογράφου που είχε τοποθετηθεί στην ασθενή και έδιδε συνεχώς ενδείξεις της καρδιακής λειτουργίας, τις οποίες παρακολουθούσε ο γιατρός Δ1 .....". Από την περικοπή του σκεπτικού της απόφασης αυτής σαφώς προκύπτει ότι η αποβιώσασα Κ2 δεν εξετάσθηκε "από τον ίδιο" τον αιτούντα και ότι αρκέσθηκε αυτός στην ενημέρωση που του έγινε και συνέστησε την θεραπευτική αγωγή που αμέσως παραπάνω αναφέρεται. Ειδοποιηθείς δε για την επιδείνωση της παραπάνω παθούσας προσέτρεξε όταν πλέον αυτή κατέληξε. Από την περικοπή της πιο πάνω υπ'αριθ. 8352/2006 απόφασης δεν καθίσταται φανερό ότι αυτός είναι αθώος της πράξεως της ψευδούς βεβαιώσεως για την οποία καταδικάσθηκε με την υπ'αριθ. 1745/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, της οποίας ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας, αλλά αντιθέτως ότι ορθώς καταδικάσθηκε. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να απορριφθεί η από 3-7-2007 αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας του Χ1, κατά της υπ'αριθ. 1745/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 17-9-2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Συνεπώς, η υπό κρίση από 3-7-2007 αίτηση, με την οποία ο αιτών Χ1 , επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη 1745/17-2-2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε για την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης (άρθρο 242 παρ. 1 του ΠΚ) σε ποινή φυλάκισης επτά
(7)μηνών, ισχυριζόμενος, ότι, από τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτή, γίνεται φανερό ότι είναι αθώος, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ.1 ΚΠΔ, και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, το Τριμελές Εφετείο(Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την υπ' αριθμό 1745/2006 απόφασή του, που κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της κατ' αυτής αιτήσεως αναιρέσεως του αιτούντος, με την υπ' αριθμό 1049/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κήρυξε ένοχο τον αιτούντα και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης επτά
(7)μηνών, για ψευδή βεβαίωση και ειδικότερα, του ότι " στον ως άνω τόπο και χρόνο (Αθήνα 20-9-1999), ως διορισμένος ιατρός στο Νοσοκομείο του ..... με τη θέση του Διευθυντού Α' της Καρδιολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου αυτού, στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η έκδοση των ιατρικών βεβαιώσεων, στις 20-9-1999, με την ως άνω ιδιότητά του, εξέδωσε και χορήγησε στον εγκαλούντα Κ1 την με αριθμό πρωτοκόλλου 14969 βεβαίωση, στην οποία με πρόθεση αναφέρει ψευδώς, ότι η ασθενής Κ2 εξετάσθηκε κατά την παραμονή της στα εξωτερικά Παθολογικά ιατρεία του .... και από τον ίδιο, πράγμα το οποίο είναι ψευδές, αφού αυτός δεν εξέτασε την ως άνω ασθενή στα Ε.Π.Ι του ..... Το παραπάνω ψευδές περιστατικό, που βεβαιώθηκε μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όσον αφορά την ορθή εκτέλεση των ιατρικών καθηκόντων του κατηγορουμένου, κατά την αντιμετώπιση του ιατρικού περιστατικού της ασθενούς Κ2 και τη συνακόλουθη θεμελίωση ποινικής και αστικής ευθύνης". 'Ηδη, ο αιτών προς υποστήριξη της αίτησής του, επικαλείται και προσκομίζει ως νέα στοιχεία, από τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, καθίσταται φανερή η αθωότητά του, την υπ' αριθμό 8352/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (για τα Πλημμελήματα) Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε αθώος της πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια σε βάρος της Κ2 που φέρεται ότι τέλεσε αυτός στην Αθήνα στις 18-3-1999. Σύμφωνα, λοιπόν, με την απόφαση αυτή και τα σε αυτή ενσωματωμένα πρακτικά, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, προκύπτουν τα ακόλουθα. Τις απογευματινές ώρες της 18ης Μαρτίου 1999, η άγουσα το 38ον έτος της ηλικίας της Κ2 διακομίστηκε επειγόντως στο Κ.Υ Σπάτων, εξαιτίας αιφνίδιου λιποθυμικού επεισοδίου, συνεπεία λήψεως υπερδοσολογίας φαρμάκων. Μετά την προσωρινή ανάταξή της, η ίδια η ασθενής ανέφερε στο θεράποντα ιατρό του Κέντρου Υγείας, ...... ότι είχε λάβει ταυτόχρονα αντιϋπερτασικά φάρμακα και συγκεκριμένα δυο δισκία Adalat των 10 mg, 4 δισκία Inderal των 40 mg και 3 Lexotanil των 1,5 mg, τα οποία της προκάλεσαν πτώση της αρτηριακής πίεσης με λιποθυμικές τάσεις. Από τον ως άνω ιατρό συστήθηκε η άμεση διακομιδή της σε Νοσοκομείο του Κέντρου των Αθηνών. Με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ, η ασθενής διακομίστηκε στο εφημερεύον Νοσοκομείο του ...... όπου παραλήφθηκε από την υπεύθυνη παθολόγο ιατρό εφημερίας Χ2 και τέθηκε υπό τις άμεσες φροντίδες του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού των εξωτερικών ιατρείων της Γ' Παθολογικής Κλινικής περί ώρα 16.30 μ.μ της ίδιας ημέρας. Παρά την, από μέρους των ιατρών της Γ' Παθολογικής Κλινικής, αντιμετώπιση του περιστατικού αυτού, και προσωρινή ανάταξή της, κρίθηκε αναγκαία, ενόψει της όλης κατάστασης της υγείας της ασθενούς και κυρίως λόγω της εμφάνισης ορισμένων συμπτωμάτων ( μη ικανοποιητικός αριθμός σφίξεων και χαμηλή αρτηριακή πίεση), η συνδρομή των εφημερευόντων επίσης, ιατρών της Καρδιολογικής Κλινικής, στην οποία προϊστατο ο αιτών Χ1 , ιατρός Καρδιολόγος, Αναπληρωτής Διευθυντής της Καρδιολογικής Κλινικής. Μετά την ενημέρωση των καρδιολόγων ιατρών από τον ιατρό παθολόγο Δ1 η ασθενής τέθηκε πλέον υπό την αιγίδα των ιατρών της Καρδιολογικής κλινικής. Ειδικότερα, και όσον αφορά την όποια συμμετοχή του αιτούντος, τέθηκε υπόψη αυτού το ηλεκτροκαρδιογράφημα, που είχε ληφθεί προηγουμένως, καθώς και η εικόνα που η ασθενής παρουσίαζε τη χρονική εκείνη στιγμή, έχουσα 60 σφύξεις ανά λεπτό και αρτηριακή πίεση 80 mmHg. Μετά την μελέτη του ηλεκτροκαρδιογραφήματος από τον ιατρό Χ1 και την κλινική εικόνα της ασθενούς, υποδείχθηκε από τον ίδιο στους συνεργάτες του, η συνέχιση της χορήγησης του φυσιολογικού ορού, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο της υπότασης της ασθενούς, και η συνεχής παρακολούθησή της μέσω του του ηλεκτροκαρδιογράφου, που ήδη είχε τοποθετηθεί στην ασθενή και κατέγραφε συνεχώς τις ενδείξεις της καρδιακής λειτουργίας, τις οποίες παρακολουθούσε ο ιατρός του Παθολογικού τμήματος, Δ1 . Παρά δε την προσωρινή βελτίωση της καταστάσεως της ασθενούς, για την οποία δεν κρίθηκε αναγκαία από τους εφημερεύοντες ιατρούς της Παθολογικής κλινικής, η διακομιδή της σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, η ασθενής εμφάνισε επιδείνωση, με αποτέλεσμα να περιέλθει η ασθενής σε κατάσταση καρδιακής ασυστολίας και παρά τις επίμονες προσπάθειες του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, αυτή να καταλήξει, λόγω οξείας κάμψης του μυοκαρδίου. Ως αιτία δε του θανάτου της, σύμφωνα με την έκθεση νεκροψίας του ιατροδικαστή ...... αναφέρεται η οξεία κάμψη του μυοκαρδίου, συνεπεία υπερδοσολογίας φαρμάκων. Σύμφωνα δε με τις παραδοχές της υπ' αριθμό 8352/8-11-2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (για τα Πλημμελήματα) Αθηνών, με την οποία απαλλάχθηκε τόσο ο αιτών, όσο και η συγκατηγορούμενή του, στη δίκη εκείνη, ιατρός Χ2 ο θάνατος της ασθενούς, δεν αποδείχτηκε ότι συνδέεται αιτιωδώς με υπαίτια πράξη ή παράλειψη των κατηγορουμένων (συμπεριλαμβανομένου του αιτούντος), το δε αποτέλεσμα του θανάτου της ασθενούς, δεν οφείλεται σε παράβαση κοινώς ανεγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης και οι ενέργειές τους υπήρξαν σύμφωνες με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο από την ιατρική και τη νομική επιστήμη καθήκον επιμελείας. Περί του κρίσιμου δε, στην προκείμενη περίπτωση, γεγονότος αυτού, της εξέτασης ή μη της ασθενούς Κ2 από τον αιτούντα ιατρό Χ1 , κατά το χρόνο της παραμονής και νοσηλείας της στα εξωτερικά ιατρεία της Παθολογικής κλινικής του "....", για την οποία εκδόθηκε από τον ως άνω αναπληρωτή Διευθυντή, η επίμαχη ιατρική βεβαίωση, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: α) Ο Κ1 , σύζυγος της αποβιώσασας Κ2 στην κατάθεσή του, ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, που εξέδωσε την υπ' αριθμό 8352/2006 απόφαση, μεταξύ άλλων, κατέθεσε " ότι εκείνη την ημέρα (προφανώς κατά την μοναδική της παραμονής της συζύγου του στο ως άνω Θεραπευτήριο), δεν μίλησα καθόλου με τον Χ1 (υπονοεί τον αιτούντα) και δεν ξέρω αν έδωσε οδηγίες ή είδε το ηλεκτροκαρδιογράφημα. Δεν τον είδα να την εξετάζει καθόλου". Περαιτέρω, ο ίδιος μάρτυρας καταθέτει ότι ο Δ1 (ιατρός εφημερίας του Παθολογικού τμήματος), ενημέρωνε τους καρδιολόγους και αυτοί συνέστησαν να παραμείνει η ασθενής στα Ε.Π.Ι. Ακόμη, καταθέτει ότι ο Χ1 , ήταν απέναντι από το χώρο που βρισκόταν ο χώρος υποδοχής των ασθενών των Ε.Π.Ι., χωρίς να αποκλείει ο παραπάνω μάρτυρας, το γεγονός να εξέτασε ο αιτών τη σύζυγό του, όταν αναφέρει "δεν ξέρω αν ο Χ1 έδωσε οδηγίες ή είδε το καρδιογράφημα. Δεν τον είδα να την εξετάζει... ". Τα όσα λοιπόν κατέθεσε ο μάρτυρας αυτός, δεν αποκλείουν την περίπτωση, να έχει εξετάσει ο αιτών τη σύζυγό του, κατά τη διάρκεια της παραμονής της στους χώρους υποδοχής των Ε.Π.Ι., β) ο ...... ιατρός, Διευθυντής της Καρδιολογικής Κλινικής του ως άνω θεραπευτηρίου, στην οποία υπηρετούσε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, στην κατάθεσή του ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, βεβαιώνει, ότι " ο κ. Δ2 (ειδικευόμενος ιατρός καρδιολόγος κατά το χρόνο του συμβάντος) συμφώνησε με τον κ. Χ1 (αιτούντα), για την αγωγή που έπρεπε να ακολουθηθεί, δηλαδή με τη συνέχιση της χορήγησης ορού, παρατήρηση της πίεσης, αναμονή των υγρών". Ο ίδιος μάρτυρας, στην κατάθεσή του αυτή, βεβαιώνει επίσης, ότι όλοι οι γιατροί ήταν δίπλα και οι νεφρολόγοι και οι καρδιολόγοι, όπως επίσης, ότι "ο κ. Χ1 πήγε στην ανακοπή, πριν δεν χρειαζόταν", γεγονός που εμφανώς δηλοί, ότι, σε κάθε περίπτωση, ο ως άνω ιατρός Χ1 , λόγω και της μικρής αποστάσεως των 2 μέτρων που μεσολαβούσε, από το σημείο παραμονής της ασθενούς, είχε άμεση και συνεχή επαφή με τους συνεργάτες του για την αντιμετώπιση της συγκεκριμένης ασθενούς, γ) ο ιατρός ...... που έχει άμεση αντίληψη του περιστατικού, στην κατάθεσή του ενώπιον του παραπάνω Δικαστηρίου, βεβαιώνει, όχι μόνο για την αυτοπρόσωπη παρουσία του αιτούντος, αλλά και εκφράζει την απορία του για το μεγάλο αριθμό επισκέψεων του ιατρού Χ1 με τον ιατρό της Κλινικής του Δ2, στο χώρο νοσηλείας της ασθενούς, δ) η Χ2 ιατρός Παθολόγος, που υπήρξε η υπεύθυνη ιατρός των εξωτερικών ιατρείων της Παθολογικής Κλινικής και η οποία επιλήφθηκε κατά πρώτον της ασθενούς και συγκατηγορούμενη με τον αιτούντα, στην πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, κατά την απολογία της στο ίδιο Δικαστήριο, καταθέτει ότι "έγινε προσπάθεια ανάνηψης της ασθενούς από τον κ. Χ1". Από τα στοιχεία αυτά, σαφώς προκύπτει ότι ο αιτών Χ1 , με την προαναφερθείσα ιδιότητά του, αυτή, του Αναπληρωτή Διευθυντή της Καρδιολογικής Κλινικής, του ως άνω Νοσηλευτικού Ιδρύματος, μετά την πρόσκληση των ιατρών της Κλινικής του, από την υπεύθυνη του Παθολογικού τμήματος, ιατρό Χ2 είχε ενεργό ρόλο και ανάμειξη για την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας της ασθενούς Κ2 μετά τη διακομιδή και νοσηλεία της στα εξωτερικά ιατρεία της Παθολογικής Κλινικής του ..... Η εξέταση της συγκεκριμένης ασθενούς, σε οποιαδήποτε περίπτωση, δεν περιορίζεται μόνο στην ψηλάφηση των ασθενών σημείων του σώματος ή στην λήψη της πίεσης ή στη θερμομέτρηση ή στην τοποθέτηση ηλεκτροκαρδιογράφου ή οποιασδήποτε άλλης ενδεδειγμένης ιατρικής πράξεως, αλλά περιλαμβάνει, κυρίως, για τον υπεύθυνο της κλινικής, Διευθυντή ή Αναπληρωτή, μετά την ενημέρωσή του, από τον υπεύθυνο για κάθε περιστατικό ιατρό, κυρίως ειδικευμένο, και, μετά από μελέτη και εκτίμηση όλων των αντικειμενικών ευρημάτων, τη λήψη των αναγκαίων θεραπευτικών μέτρων και υπόδειξη προς τους συνεργάτες του, της αναγκαίας θεραπευτικής αγωγής, χωρίς βέβαια να αποκλείεται και η προσωπική του συμβολή, λόγω της εμπειρίας του, σε κάθε κρίσιμο και επείγον περιστατικό, που συνέχεται με την αποτροπή κινδύνου της υγείας ή της ζωής του ασθενούς. Ανάλογη, όμως, συμβολή από μέρους του αιτούντος εκδηλώθηκε ποικιλοτρόπως, όχι μόνο με την αξιολόγηση των κλινοεργαστηριακών εξετάσεων της ασθενούς, όπως με τη μελέτη του ηλεκτροκαρδιογραφήματος, αλλά και με τις υποδείξεις του, προς τους ιεραρχικά κατώτερα συναδέλφους του, τόσο με τη συνεχή παρακολούθηση της ασθενούς, όσο και με τη χορήγηση της αναγκαίας θεραπευτικής αγωγής, αλλά και με τη συνεχή ενημέρωσή του και ανταλλαγή απόψεων με τους θεράποντες ιατρούς της Παθολογικής Κλινικής, ώστε η όλη του εμπλοκή να μην μπορεί να αξιολογηθεί διαφορετικά, παρά μόνο με το ότι αυτή είχε σχέση με την ουσιαστική εξέτασή της. Το γεγονός, λοιπόν που αυτός (αιτών), με την ιδιότητα του Αναπληρωτή Διευθυντή της Καρδιολογικής Κλινικής, βεβαίωσε στην από 20-9-1999, βεβαίωσή του, ότι η ασθενής Κ2 εξετάστηκε και από τον ίδιο κατά την παραμονή της, στα εξωτερικά ιατρεία της Παθολογικής Κλινικής του ...., δεν απέχει της αληθείας, αφού, όπως προέκυψε ο αιτών, πράγματι είχε ενεργό συμμετοχή στην παρακολούθηση του συγκεκριμένου ιατρικού συμβάντος. Τα έγγραφα αυτά, που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών, περιέχουν νέα στοιχεία και αποδείξεις, οι οποίες, συνδυαζόμενες με τις προϋπάρχουσες, καθιστούν πρόδηλη την αθωότητά του. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση, πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσία και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακυρουμένης της αποφάσεως αυτής, δεν συντρέχει λόγος να παραπεμφθεί η υπόθεση για επανάληψη της συζήτησης, σύμφωνα με το άρθρο 528 παρ.1 του Κ.Π.Δ, σε άλλο Δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής του αξιόποινου τη πράξεως αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του Κ.Π.Δ, λόγω της πλημμεληματικής μορφής του αδικήματος, της ψευδούς βεβαιώσεως (242 παρ.1 του Π.Κ) αφού, από την προαναφερόμενη ημερομηνία, κατά την οποία φέρεται ότι τελέσθηκε (20-9-1999), και μέχρι την ημερομηνία διασκέψεως της υποθέσεως (28-2-2008), παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον των οκτώ
(8)ετών, συμπεριλαμβανομένου του χρόνου αναστολής της παραγραφής. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 3-7-2007 αίτηση του Χ1, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας της υπόθεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμό 1745/17-12-2006 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Ακυρώνει την υπ' αριθμό 1745/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε σε βάρος του αιτούντος Χ1 , για την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως, που φέρεται ότι τελέστηκε από αυτόν στην Αθήνα, με την ιδιότητα του διορισμένου ιατρού στο Νοσοκομείο του ...... στη θέση του αναπληρωτή Διευθυντού Α' της Καρδιολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου αυτού και στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η έκδοση ιατρικών βεβαιώσεων. Συγκεκριμένα, εξέδωσε και χορήγησε στον εγκαλούντα την 20-9-1999 με την ως άνω ιδιότητά του, την με αριθμό 14969 βεβαίωση, στην οποία με πρόθεση αναφέρει ψευδώς, ότι η ασθενής Κ2 εξετάσθηκε κατά την παραμονή της στα εξωτερικά Παθολογικά ιατρεία του .... και από τον ίδιο, πράγμα το οποίο είναι ψευδές, αφού, αυτός δεν εξέτασε την ως άνω ασθενή στα Ε.Π.Ι του ..... Το παραπάνω ψευδές περιστατικό που βεβαιώθηκε, μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όσον αφορά την ορθή εκτέλεση των ιατρικών καθηκόντων του, κατά την αντιμετώπιση του ιατρικού περιστατικού της ασθενούς Κ2 και την συνακόλουθα θεμελίωση ποινικής και αστικής ευθύνης. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαϊου 2008.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ