← Ελλάδα

ΑΠ 1229/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρεοκοπία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1229 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρεοκοπία. Περίληψη: Άρθρο 398 ΠΚ. Πότε δόλια χρεοκοπία. Άρθρο 685 ΕμπΝ. Υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα. Δεν απαιτείται κήρυξη της πτωχεύσεως, αλλά αρκεί παύση πληρωμών (είναι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος). Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Δόλος. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απαράδεκτος ο λόγος που πλήττει την ουσία. Απορρίπτει αίτηση. ΑΡΙΘΜΟΣ 1229/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Απριλίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Σοφία Θωμαΐδου περί αναιρέσεως της 1861/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ

  1. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΠΛΕΚΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ Π ΑΕ", που εδρεύει στην... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1η Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 306/'
  2. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 398 Π.Κ. "Mε φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται ο υπαίτιος δόλιας χρεοκοπίας, κατά τους όρους του εμπορικού νόμου και με φυλάκιση το πολύ δύο ετών ο υπαίτιος απλής χρεοκοπίας", κατά δε το άρθρο 685 του Εμπ. Νόμου "εν περιπτώσει πτωχεύσεως εταιρίας τινός, καταδιώκονται επί δολία χρεωκοπία και τιμωρούνται κατά τους όρους του ποινικού νόμου οι διαχειρισταί αυτής: 1) Εάν δολίως παρέλειψαν την κατά τους ορισμούς του νόμου δημοσίευση του καταστατικού, 2) εάν δηλώσωσιν ψευδώς προϋποσχεθέν ή κατατεθέν κεφάλαιον. .... 5) εάν δώσωσιν αφορμήν εις την πτώχευσιν της εταιρίας εκ δόλου η συνεπεία δολίων πράξεων". Εκ των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι το έγκλημα της δολίας χρεωκοπίας είναι "ποινικός νόμος εν λευκώ", διότι καθορίζεται μόνον η ποινή του, ο δε καθορισμός των ειδικών ουσιαστικών όρων του εγκλήματος, παραπέμπεται στον Εμπορικό Νόμο. Ούτω το έγκλημα της δολίας χρεωκοπίας, είναι υπαλλακτικώς μικτό, διότι οι περισσότεροι τρόποι αποτελούν εκφάνσεις της ιδίας εγκληματικής συμπεριφοράς, ώστε αν ο δράστης πραγματώσει περισσοτέρους τους ενός τρόπους τελέσεώς του, συγχρόνως ή διαδοχικώς εν μόνο έγκλημα χρεωκοπίας τελεί. Δόλιες πράξεις είναι αυτές οι οποίες περιέχουν κατάχρηση των δικαιωμάτων και καθηκόντων του διαχειριστού και προκαλούν αιτιωδώς την πτώχευση της επιχειρήσεως, όπως η απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων της ή η μεταβίβαση υπό των διαχειριστών ΑΕ εικονικώς του ενεργητικού της, κατά την διάρκεια της πτωχεύσεως, υπό την έννοια της παύσεως των πληρωμών? δεν απαιτείται ως εξωτερικός όρος του αξιοποίνου και η κήρυξη της πτωχεύσεως από το πτωχευτικό δικαστήριο, αλλ' αρκεί η διαπίστωση από το ποινικό δικαστήριο της καταστάσεως αυτής (το οποίο, μάλιστα, δεν δεσμεύεται από την απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου). Εντεύθεν και χρόνος τελέσεως της πράξεως της δολίας χρεοκοπίας είναι κατά κανόνα η παύση των πληρωμών αφ' ότου θεωρείται κατ' αρχήν τετελεσμένη αυτή. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πρέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Π.Δ. Ειδικώς ως προς το δόλο, που απαιτείται κατά κανόνα, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, προς στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως των κακουργημάτων και πλημμελημάτων, που συνίσταται κατά το άρθρο 27 παρ. 1 ιδίου Κώδικος εδ. α' στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιοποίνου πράξεως, αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών αυτών και προκύπτουν από αυτή, ούτω δε δεν είναι αναγκαία ειδική αιτιολογία ως προς αυτήν, εκτός εάν ο νόμος απαιτεί η πράξη να έχει τελεσθεί "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού ή με τον σκοπό προκλήσεως ορισμένου αποτελέσματος (άρθρο 27 παρ. 2 Π.Κ.) ή αν έχει τη μορφή του ενδεχομένου δόλου. Περαιτέρω περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη στη διάταξη που εφαρμόσθη, καθώς και όταν η διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως αναγόμενο στην ταυτότητα και τα στοιχεία του οικείου εγκλήματος που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος του Αρείου Πάγου, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1861/2009 απόφασή του με αναφορά κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβεν υπ' όψη και δη "τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του (ότι απεδείχθησαν) τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Χ ΑΕΒΕ" και τον διακριτικό τίτλο "BARETTI ΑΕΒΕ", η οποία είχε την έδρα της στην οδό ... και της οποίας ο πρώτος κατηγορούμενος Χ ήταν μόνος μέτοχος και διευθύνων σύμβουλος, στις αρχές του έτους 2002 όφειλε από τις εμπορικές της συναλλαγές στην εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "Πλεκτοβιομηχανία Π ΑΕ" η οποία είχε την έδρα της στην ΒΙ.ΠΕ. ... και της οποίας νόμιμη εκπρόσωπος ήταν η πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Δ, τα ποσά των 6997,60 και 11888,90 ευρώ, που είχε διαταχθεί να της καταβάλει με τις ... διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντίστοιχα. Στις 12-4-2002 ο πρώτος κατηγορούμενος ως διαχειριστής της ανωτέρω οφειλέτιδας εταιρείας υπέβαλε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την υπό ίδια ημερομηνία δήλωση παύσεως των πληρωμών της προκειμένου να κηρυχθεί αυτή σε κατάσταση πτωχεύσεως, έχοντας ο ίδιος προκαλέσει από δόλο την αδυναμία καταβολής των ληξιπρόθεσμων χρεών της με την χωρίς αντάλλαγμα μεταβίβαση των περιουσιακών της στοιχείων και δη των εμπορευμάτων της στην εταιρεία με την επωνυμία "BAREDINO ΕΠΕ", η οποία είχε την έδρα της στην οδό ..., στον ίδιο χώρο όπου στεγαζόταν το κατάστημα της υπό πτώχευση εταιρίας.....". Με αυτά που εδέχθη το ανωτέρω δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της δολίας χρεοκοπίας, για το οποίο και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 και 398 ΠΚ και 685 αριθμ. 5 Εμπ.Ν που εφήρμοσε, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει ούτω την απόφασή του νομίμου βάσεως. Ειδικότερα αναφέρει όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβεν υπ' όψη του ήτοι το σύνολο των μαρτυρικών καταθέσων και των αναγνωσθέντων εγγράφων, αφού ουδέν εξήρεσε, τα οποία και σαφώς συνεξετίμησε για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση για το έγκλημα της δολίας χρεοκοπίας, από τα περιστατικά της οποίας συνάγεται ο δόλος, τον οποίον μνημονεύει, χωρίς στην προκειμένη περίπτωση να χρειάζεται ειδικοτέρα επ' αυτού αιτιολογία, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, τον χρόνο τελέσεως της πράξεως, που είναι η 12/4/2002 του χρόνου ήτοι παύσεως των πληρωμών, ότε και μετεβίβασεν άνευ ανταλλάγματος όλα τα εμπορεύματα ο αναιρεσείων, και συνεπώς δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται το είδος και η αξία των εμπορευμάτων, αφού η απόφαση δέχεται ότι έλαβεν χώρα "μεταβίβαση των περιουσιακών της εταιρίας στοιχείων και δη των εμπορευμάτων της", δηλαδή όχι μερική, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Συνεπώς οι σχετικοί μόνοι λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ιδία εις των ανωτέρω ελλείψεων και εσφαλμένης εφαρμογής (εκ πλαγίου παραβιάσεως) των ουσιαστικών διατάξεων του Ποινικού Κώδικος και του Εμπορικού Νόμου (άρθρα 398 και 685 παρ. 1 αντιστοίχως), είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Καθ' ο μέρος δε υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1/2/2010 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1861/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι

(220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.