Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1230 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία. Περίληψη: Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για πλαστογραφία (νόθευση), με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Επάρκεια αιτιολογίας. Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας από το γεγονός ότι η νόθευση των στοιχείων του εγγράφου, έλαβε χώρα επί του φωτοαντιγράφου (Ολ. ΑΠ 2/2000). Απορρίπτει. Αριθμός 1230/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 57/01.04.2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Ζακόπουλο, περί αναιρέσεως της 7119/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 92/
- Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΠΚ στοιχείο του εγκλήματος της πλαστογραφίας είναι η κατάρτιση πλαστού ή νόθευση εγγράφου με σκοπό την παραπλάνηση άλλου, με τη χρήση του, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομη συνέπεια, δηλαδή είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης (ΟλΑΠ 855/1978). Εξ' άλλου, κατά το άρθρο 13 περίπτ. γ' ΠΚ, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 1805/1988 "έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός Έγγραφο είναι και κάθε μέσο, το οποίο χρησιμοποιείται από υπολογιστή ή περιφερειακή μνήμη υπολογιστή, με ηλεκτρονικό, μαγνητικό ή άλλο τρόπο, για εγγραφή , αποθήκευση, παραγωγή ή αναπαραγωγή στοιχείων, που δεν μπορούν να διαβαστούν άμεσα, όπως επίσης και κάθε μαγνητικό, ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό στο οποίο εγγράφεται οποιαδήποτε πληροφορία, εικόνα, σύμβολο ή ήχος, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό, εφόσον τα μέσα και τα υλικά αυτά προορίζονται ή είναι πρόσφορα να αποδείξουν γεγονότα, που έχουν έννομη σημασία". Στην έννοια αυτή του εγγράφου περιλαμβάνεται τόσο το τηλεομοιότυπο (TELEFAX), που διαβιβάζεται σε σταθμό λήψεως με πιστή αναπαραγωγή, από απόσταση, κειμένων, σχεδίων ή εικόνων, με τη βοήθεια καταλλήλων τερματικών διατάξεων, όσο και το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου, στο οποίο απεικονίζεται (φωτογραφίζεται) το πρωτότυπο εγγράφου με τη χρησιμοποίηση κατάλληλης συσκευής. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει πιστή αναπαραγωγή του πρωτοτύπου, με μηχανικό τρόπο, ενώ διαφέρουν κατά το ότι το φωτοτυπικό αντίγραφο αναπαράγεται από μία συσκευή (φωτοτυπικό μηχάνημα), ενώ το τηλεομοιότυπο αναπαράγεται, από απόσταση, αφού χρησιμοποιηθούν δύο συσκευές τηλεομοιοτυπίας, μία για τη μεταβίβαση και μία για τη λήψη, σε συνδυασμό με τηλεφωνική συσκευή. Επομένως, το γεγονός με έννομη σημασία, που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει το πρωτότυπο του εγγράφου, εμφανίζεται και στο πιστό τηλεομοιότυπο ή φωτοτυπικό αντίγραφο, έστω και αν δεν είναι επικυρωμένο και επομένως μπορεί να αποδειχθεί με αυτό. 'Ετσι και τα έγγραφα αυτά, παρ' ό,τι δεν είναι πρωτότυπα, είναι δυνατόν να καταστούν υλικό αντικείμενο πλαστογραφίας (κατάρτισης πλαστού ή νόθευσης). Η δημιουργία εγγράφου με τη μέθοδο της φωτοτυπίας και η αλλοίωση, κατά τη φωτοτύπηση, στοιχείων του γνησίου εγγράφου συνιστά κατάρτιση νέου πλαστού εγγράφου, ενώ η χρήση ανεπικύρωτων φωτοτυπικών αντιγράφων εγγράφου, που έχει ήδη νοθευτεί, συνιστά ειδική μορφή χρήσεως πλαστού εγγράφου. Εξ' άλλου, από την ίδια διάταξη του άρθρου 13 περιπτ. γ' ΠΚ συνάγεται ότι η αποδεικτική δύναμη του εγγράφου, με την πιο πάνω ευρεία έννοια δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη, με την αποδεικτική δύναμη που έχουν τα έγγραφα, ως μέσα αποδείξεως, κατά την πολιτική δικονομία και επομένως δεν είναι απαραίτητο να ερευνάται, αν είναι σύμφωνα με τους κανόνες της. Κατά συνέπεια στο χώρο του ποινικού δικαίου, το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου αποτελεί έγγραφο με την πιο πάνω έννοια, χωρίς να απαιτείται η, κατά το άρθρο 449 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., βεβαίωση της ακριβείας του από αρμόδιο, κατά το νόμο, πρόσωπο. Περαιτέρω έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ., ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., συντρέχει, όταν δεν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η έκθεση των περιστατικών αυτών, είναι ελλιπής ή ασαφής ή αντιφατική, ώστε να δημιουργείται αμφιβολία, ως προς την τέλεση από τον κατηγορούμενο, της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που, δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, εξέδωσε αυτή, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς αναφέρει, αποδείχθηκαν τα παρακάτω περιστατικά κατά πιστή μεταφορά: "ο κατηγορούμενος με ιδιωτικό συμφωνητικό το οποίο φέρεται, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο κείμενό του, (και τούτο διότι η θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του πωλητή φέρεται να έχει γίνει την 17-7-1992), να έχει καταρτιστεί την 17-7-98, απέκτησε την κυριότητα ενός σκάφους αναψυχής τύπου .... με το όνομα "......." ολικής χωρητικότητας 5,92 κόρων μήκους 7,98 και πλάτους 2,65 μ. αντί τιμήματος 2.900.000 δρχ. Την 1-8-00, ήτοι αρκετό χρονικό διάστημα μετά την απόκτησή του, ο κατηγορούμενος υπέβαλε προς την ασφαλιστική εταιρεία ....., πρόταση ασφαλίσεως την οποία συνόδευε με σχετικά έγγραφα του πλοίου στην οποία ανέγραψε ως έτος κατασκευής του εκείνο του έτους
- Με βάση την άνω πρόταση, η οποία έγινε αποδεκτή από την ασφαλιστική εταιρεία ως προς τα στοιχεία ασφαλίσεως, αφού αυτά πιστοποιούνταν και από το αντίγραφα που συνόδευαν την πρόταση, καταρτίστηκε η οικεία ασφαλιστική σύμβαση σύμφωνα με την οποία η άνω εταιρεία αναλάμβανε να ασφαλίσει το συγκεκριμένο σκάφος με τα μηχανήματα εφόδια και συναφή αντικείμενα αντί ποσού 21.220.000 δρχ. για το χρονικό διάστημα από 4-8-00 μέχρι 3-8-
- Εκδόθηκε μάλιστα και το ..... ασφαλιστήριο το οποίο πιστοποιούσε τους όρους της άνω σύμβασης. Την .... ο κατηγορούμενος δήλωσε προς τις λιμενικές αρχές του Υ/Χ Πορτοχελίου κλοπή του άνω σκάφους από το αγκυροβόλιο του οικείου λιμένα ενώ σχετική αναφορά υπέβαλε και προς την ασφαλιστική εταιρεία ζητώντας την καταβολή της οικείας αποζημίωσης. Η ασφαλιστική εταιρεία όμως ερευνώντας τις προϋποθέσεις καταβολής της αιτούμενης αποζημίωσης διαπίστωσε ότι η πρόταση ασφαλίσεως που είχε υποβληθεί και με βάση την οποία καταρτίστηκε και η ασφαλιστική σύμβαση ήταν ψευδής δεδομένου ότι η ημερομηνία κατασκευής του σκάφους ήταν το έτος 1990 και όχι το 1998 που είχε δηλωθεί από αυτόν ψευδώς. Ειδικότερα. Η πρόταση ασφαλίσεως συνοδευόταν από δυο έγγραφα ήτοι α) το θεωρημένο από την αστυνομική αρχή αντίγραφο του ... πιστοποιητικού με ημερομηνία έκδοσης ..... στο οποίο ως έτος κατασκευής εμφανιζόταν το έτος 1998 και εκείνο της μηχανής το έτος 1994 β) θεωρημένο αντίγραφο από την αστυνομική αρχή του ...... πιστοποιητικού καταμέτρησης από την ΥΕΝ/ΔΕΕΠ στο οποίο μεταξύ άλλων ως έτος ναυπήγησης αναγραφόταν το έτος
- Στην συνέχεια όμως και μετά από έρευνα των εγγράφων που ήταν κατατεθειμένων στο νηολόγιο του Κ.Λ.Π. αλλά και στο φάκελλο του σκάφους, δεδομένου ότι μετά την παρέλευση λίγου χρονικού διαστήματος ο κατηγορούμενος με νέα δήλωση του ανακάλεσε εκείνη περί απώλειας και υποστήριξε ότι το σκάφος του είχε βρεθεί διαπιστώθηκαν τα εξής. Το σκάφος κατασκευάστηκε το έτος 1990 και όχι το 1998 και πωλήθηκε με τιμολόγιο του πωλητή μόνο το σκάφος αντί 2.900.000 και όχι και η μηχανή του η οποία αγοράστηκε την 25-4-95 αντί 2.065.000 δρχ. (το πρωτότυπο τιμολόγιο φυλάσσεται στο φάκελο του νηολογίου και επικυρωμένο αντίγραφό του αναγνώοτηκε κατά την διαδικασία στο ακροατήριο). Επίσης από το επικυρωμένο από την ΔΕΕΠ αντίγραφο του πιστοποιητικού καταμέτρησης που βρίσκεται στο φάκελο νηολογίων φαίνεται ότι το έτος ναυπήγησής του είναι εκείνο του 1990 και όχι 1998 ενώ το ίδιο προκύπτει και από το σχέδιο του πιστοποιητικού καταμέτρησης το οποίο επίσης αναφέρει ως έτος κατασκευής του σκάφους το
- Δηλαδή ο κατηγορούμενος προκειμένου να επιτύχει την ασφάλιση του σκάφους του σε ποσό ιδιαίτερο υψηλό για την πραγματική του αξία νόθευσε τα άνω δύο έγγραφα που υπέβαλε μαζί με την πρόταση ασφαλίσεως ως προς τον χρόνο κατασκευής του σκάφους και διόρθωσε το έτος κατασκευής από το 1990 στο
- Στην συνέχεια αφού εξέδοσε νέα φωτοτυπικά αντίγραφα με διορθωμένο το έτος κατασκευής έτσι ώστε να μη φαίνεται η διόρθωση (νόθευση), το υπέβαλε μαζί με την πρόταση ασφαλίσεως στην ασφαλιστική εταιρεία προκειμένου οι αρμόδιοι υπάλληλοι αυτής πεισθούν ως προς το έτος κατασκευής αυτού και το ασφαλίσουν στην ιδιαίτερα υψηλή τιμή για το πραγματικό έτος κατασκευής του που ήταν το
- Αποδεικνύεται δηλαδή ότι αυτός τέλεσε το αδίκημα της νόθευσης εγγράφου για την οποία κατηγορείται, ενώ, ο ισχυρισμός του ότι τα σχετικά νοθευμένα έγγραφα δεν εμπίπτουν στην έννοια του εγγράφου, γιατί ήταν απλά ανεπικύρωτα φωτοτυπικά αντίγραφα, με αποτέλεσμα να μη θεμελιώνεται η αποδιδόμενη σ' αυτόν πιο πάνω αξιόποινη πράξη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού στο χώρο του ποινικού δικαίου και το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου αποτελεί έγγραφο που έχει την αποδεικτική δύναμή του, κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' Π.Κ., εγγράφου, χωρίς να απαιτείται η κατά το άρθρο 449 παρ. 2 ΚΠολΔ βεβαίωση της ακριβείας του από το αρμόδιο κατά νόμο πρόσωπο. Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της πλαστογραφίας(νόθευσης) με χρήση του πλαστού εγγράφου, κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλάκισης επτά
(7)μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μια τριετία. Με τις παραδοχές της αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω αδικήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις,( άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 και 216 παρ. 1 του ΠΚ), τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, είναι αρκετό ότι αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους και δεν είναι αναγκαία η αναφορά για κάθε περιστατικό που δέχεται, του αποδεικτικού μέσου από το οποίο προκύπτει, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Εξ' άλλου, στην αρχή του σκεπτικού της απόφασης αναφέρονται όλα τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο έλαβε υπόψη του για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση και δεν ήταν αναγκαία η αναφορά σε σχέση με κάθε περιστατικό που δέχεται, αφού με πληρότητα αναφέρεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων προκειμένου να παραπλανήσει την ασφαλιστική εταιρεία ....., ως προς τον ακριβή χρόνο ναυπήγησης του σκάφους του, νόθευσε τον πραγματικό χρόνο, που αναγράφονταν στα οικεία ναυτιλιακά έγγραφα του,(πρωτόκολλο γενικής επιθεώρησης και πιστοποιητικό καταμέτρησης), από το έτος 1990 στο 1998, τα οποία αναπαρήγαγε με τη μέθοδο της φωτοτυπίας και υπέβαλε στην ως άνω ασφαλιστική εταιρεία. Αιτιολογείται επίσης, η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων με τις ενέργειές του αυτές, απέβλεπε να συνομολογηθεί η ασφαλιστική αξία του σκάφους του, σε μεγαλύτερο οικονομικό μέγεθος, ώστε σε περίπτωση συνδρομής του ασφαλιζόμενου κινδύνου, το καταβλητέο ασφάλισμα να είναι οπωσδήποτε μεγαλύτερο εκείνου, που αντιστοιχούσε στην πραγματική αξία του σκάφους αυτού. Προσέτι, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όπως αβασίμως παραπονείται ο αναιρεσείων, από το γεγονός ότι δεν μπορεί να συντρέξει το αδίκημα αυτό, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος, ενόψει του ότι η φερόμενη από αυτόν νόθευση των επίμαχων εγγράφων, έλαβε χώρα, όχι στα σώματα των πρωτοτύπων εγγράφων, αλλά σε απλά ανεπικύρωτα φωτοαντίγραφα αυτών. Επομένως, οι μοναδικοί λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ., για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν είναι αβάσιμοι. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις με τις οποίες, υπό την επίκληση του λόγου ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμό 7.119/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Μαΐου
- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ