Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1232 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Ακυρότητα απόλυτη, Ακυρότητα σχετική. Περίληψη:
- Ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ, προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως, για από-λυτη, άλλως σχετική ακυρότητα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι κατά το άρθρο 211 εδ. α΄ του ΚΠΔ, "με ποινή ακυρότητας της επ' ακροατηρίου διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες κατά την αποδεικτική διαδικασία, όσοι άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση". Ως ανακριτικά καθήκοντα εννοούνται και τα προανακριτικά καθήκοντα. Στην έννοια των εκτελεσάντων ανακριτικά ή προανακριτικά καθήκοντα, περιλαμβάνονται και απαγορεύεται η εξέταση εκείνων που ενήργησαν ΕΔΕ. Η ακυρότητα που επέρχεται από την παράβαση αυτή είναι σχετική, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 171 παρ. 1 του ΚΠΔ, καλυπτόμενη, επομένως, αν δεν προταθεί ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας. Όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας, πράγματι έχει προβεί σε διεξαγωγή ΕΔΕ επί της ενδίκου υποθέσεως ο εν λόγω υπάλληλος, αφού από τα πρακτικά προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος αντιτάχθηκε μεν στην εξέταση του εν λόγω υπαλλήλου ως μάρτυρος, προ της εξετάσεώς του και η ένστασή του αυτή έγινε δεκτή, πλην όμως δεν αντιτάχθηκε αργότερα στην ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και δεν αντιτάχθηκε ρητά και στη μέσω των πρακτικών αυτών ανάγνωση και της δοθείσας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο καταθέσεως του ιδίου υπαλλήλου, οποιαδήποτε τυχόν επελθούσα ακυρότητα, ως σχετική, καλύφθηκε (ΑΠ 965/2008, ΑΠ 60, 1524/2006, ΑΠ 1473/2002). Η Ολ. 4/2008: Οι Ενεργήσαντες ΕΔΕ Οικονομικοί Επιθεωρητές δεν υπάγονται στις απαγορεύσεις του 211α ΚΠΔ.
- Η διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 εδ. β΄ ΚΠΔ δεν απαγγέλει ακυρότητα της κατά παράβαση αυτής αναγνώσεως και αξιολογήσεως μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν, είτε κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσης με τη προκαταρκτική εξέταση, είτε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για συγκεκριμένη πράξη, εφόσον μετά τη λήψη αυτών στο ανακριτικό στάδιο προέκυψαν τυχόν ενδείξεις ενοχής κατά του προσώπου που κατέθεσε αχικώς ως μάρτυρας, ως δράστη της διωχθείσας πράξεως. Όμως, η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Συμβουλίου ή του Δικαστηρίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 ΚΠΔ, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ΄ και 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματος του για δίκαιη δίκη, που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και το δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 ΚΠΔ να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη (Ολομ. ΑΠ 1/2004, ΑΠ 403, 1828/2008).
- Από τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 του ΚΠΔ, κατά την οποία ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται επίσης και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο Εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά του παρέχεται από το νόμο και το Δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 εδαφ. δ΄ του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι, ακυρότητα λαμβανόμενη υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο προκαλείται, εκτός των άλλων και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν, την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, συνάγεται ότι την έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα, δεν δικαιούται να προτείνει ο κατηγορούμενος ως λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 62, 1415/2006).
- Το Δικαστήριο, εξετάζει μεν και αυτεπαγγέλτως τη συνδρομή ελαφρυντικών περιστάσεων, αν όμως δεν υποβληθεί ορισμένο αίτημα αναγνωρίσεως ελαφρυντικών περιστάσεων, δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει και να αιτιολογήσει τη μη αναγνώριση. (ΑΠ 807/2007). Απορρίπτει. Αριθμός 1232/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Βλάσση, περί αναιρέσεως της 1119/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1465/
- Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 211 εδ. α' του ΚΠοινΔ, "με ποινή ακυρότητας της επ' ακροατηρίου διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες κατά την αποδεικτική διαδικασία, όσοι άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση". Ως ανακριτικά καθήκοντα εννοούνται και τα προανακριτικά καθήκοντα. Με την άνω εξέταση αυτή στο ακροατήριο ισοδυναμεί και ανάγνωση σ'αυτό της περιεχόμενης στα αναγνωσθέντα πρακτικά προηγούμενης δίκης καταθέσεως για την ίδια ποινική υπόθεση μάρτυρος που άσκησε ανακριτικά ή προανακριτικά καθήκοντα. Στην έννοια των εκτελεσάντων ανακριτικά ή προανακριτικά καθήκοντα, περιλαμβάνονται και απαγορεύεται η εξέταση εκείνων που ενήργησαν επί της υποθέσεως ένορκη διοικητική εξέταση (ΕΔΕ), η οποία, μετά την ισχύ του Ν. 3160/2003, εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση του άρθρου 31 παρ.2 του ΚΠοινΔ. (Ολ.ΑΠ 1/2004). Η ακυρότητα που επέρχεται από την παράβαση αυτή είναι σχετική, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 171 παρ.1 του ΚΠοινΔ, καλυπτόμενη, επομένως, αν δεν προταθεί ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας.( ΑΠ 965/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως διαπιστώνεται από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης , με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για τις αξιόποινες πράξεις της υπεξαγωγής και νοθεύσεως εγγράφων από υπάλληλο και υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατ'εξακολούθηση, αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, στα οποία περιέχεται και ένορκη κατάθεση του μάρτυρος ..., δημοσίου υπαλλήλου, Διευθυντή ΚΕΠ/Ν. Δράμας, που είχε διενεργήσει ΕΔΕ και είχε συντάξει το από 29-9-2003 πόρισμα ΕΔΕ σε βάρος του κατηγορουμένου. Όμως, από τα εν λόγω πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, (βλ. φύλλα 4 και 17 αυτής), προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος εναντιώθηκε μεν δια του συνηγόρου του ρητά στην εξέταση στο ακροατήριο του άνω προσελθόντος μάρτυρος κατηγορίας και το Δικαστήριο δεν εξέτασε τον μάρτυρα αυτόν, πλην δεν εναντιώθηκε αργότερα και στη μη ανάγνωση της δοθείσας υπ'αυτού στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο καταθέσεώς του, η οποία και αναγνώσθηκε εμμέσως δια μέσου των αναγνωσθέντων πρακτικών του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Επομένως, η κατά τα παραπάνω σχετική ακυρότητα της διαδικασίας καλύφθηκε και ο σχετικός, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. (ΑΠ 965/2008,ΑΠ 60,1524/2006). Επειδή κατά το άρθρο 105 Κ.Π.Δ., όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του Ν. 2408/1996, όταν ενεργείται προανάκριση σύμφωνα με το άρθρο 243 παρ. 2 ΚΠοινΔ, η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 και 274 και εκείνος που εξετάζεται έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 103 και 104, η κατά παράβαση του παρόντος άρθρου εξέταση είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Κατά τα άλλα εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου
- Στο δεύτερο αυτό εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31 ΚΠοινΔ, που αναφέρεται στην προκαταρκτική εξέταση, ορίζεται ότι "αν όμως έγινε έγγραφη εξέταση του υπόπτου, η εξέταση αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της Εισαγγελίας". Με την αντικατάσταση αυτή του άρθρου 105 Κ.Π.Δ. με το Ν. 2408/1996 σκοπήθηκε, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση, να τερματισθεί το απαράδεκτο καθεστώς της παραβιάσεως των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου στη διάρκεια της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως, που συνίσταται κυρίως στην απαγόρευση της επικοινωνίας του με το συνήγορο πριν από την εξέτασή του ως "μάρτυρα" γεγονός που θάλπει, κατά τη κοινή πείρα, τη πρακτική αυθαίρετων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και δημιουργεί αρνητική προδιάθεση σε βάρος των αστυνομικών οργάνων. 'Ετσι με τη πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού καθίσταται πλέον υποχρεωτικό εκείνος που έχει συλληφθεί ως δράστης ή σε βάρος του οποίου υπάρχουν υπόνοιες ότι ενέχεται στη πράξη για την οποία διεξάγεται προανάκριση χωρίς προηγουμένη παραγγελία του Εισαγγελέα, να εξετάζεται σύμφωνα με ό,τι ισχύει για τον κατηγορούμενο, ώστε να αποκλείεται το τέχνασμα της "μαρτυροποίησης" και να διασφαλίζεται το υπερασπιστικό του δικαίωμα, ενώ με τη δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου ορίζεται ρητά ότι η κατά παράβαση του πρώτου εδαφίου εξέταση του δράστη που έχει συλληφθεί ή του υπόπτου, είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Επειδή ναι μεν η διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 εδ. β' ΚΠοινΔ δεν απαγγέλλει ακυρότητα της κατά παράβαση αυτής αναγνώσεως και αξιολογήσεως μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν, είτε κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσης διοικητικής εξετάσεως, η οποία μετά την ισχύ του Ν. 3160/2003 εξομοιώνεται με τη προκαταρκτική εξέταση, είτε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για συγκεκριμένη πράξη, εφόσον μετά τη λήψη αυτών στο ανακριτικό στάδιο προέκυψαν τυχόν ενδείξεις ενοχής κατά του προσώπου που κατέθεσε αρχικώς ως μάρτυρας, ως δράστη της διωχθείσας πράξεως. Όμως, η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Συμβουλίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 ΚΠοινΔ, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' και 510 παρ. 1 στοιχ. Α. ΚΠοινΔ διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεώς του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη, που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και το δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 ΚΠοινΔ να αρνηθεί τη κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που έχει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μη εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά τη κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιον είχε καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής. (Ολομ. ΑΠ 1/2004,ΑΠ 403, 1828/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο νόμιμα ανέγνωσε και αξιολόγησε αποδεικτικά και το από 29-9-2003 πόρισμα της διενεργηθείσας ένορκης διοικητικής εξετάσεως (ΕΔΕ) του προϊσταμένου του ΚΕΠ Ν. Δράμας .... Από τα ίδια πρακτικά δεν προκύπτει ότι στο αιτιολογικό λήφθηκαν υπόψη οι μαρτυρικές καταθέσεις του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, που είχε δώσει αυτός κατά την άνω ΕΔΕ, πριν αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι δε γίνεται πουθενά μνεία τέτοιων μαρτυρικών καταθέσεων του ελεγχομένου αρχικά από την υπηρεσία του δημοσίου υπαλλήλου κατηγορουμένου, ούτε και για επιβαρυντικά στοιχεία σε βάρος αυτού που να προκύπτουν από τέτοιες καταθέσεις του. Συνεπώς, ο προβαλλόμενος για απόλυτη ακυρότητα συναφής από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α δεύτερος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, κατά την οποία, ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται επίσης και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο Εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το Δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 εδαφ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι, ακυρότητα λαμβανομένη υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο προκαλείται, εκτός των άλλων, και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν, την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, συνάγεται ότι την έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα, δεν δικαιούται να προτείνει ο κατηγορούμενος ως λόγο αναιρέσεως. (ΑΠ 62,1415/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ισχυρίζεται ότι υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτημα για μη ανάγνωση της περιεχομένης στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως καταθέσεως του διενεργήσαντος την ΕΔΕ μάρτυρος ... και το Δικαστήριο προχώρησε στην ανάγνωση, χωρίς να προτείνει σχετικά με την άνω ένστασή του ο Εισαγγελέας της έδρας, προκληθείσας ακυρότητας για έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα. Όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο κατηγορούμενος εναντιώθηκε στην αρχή της αποδεικτικής διαδικασίας στην εξέταση στο ακροατήριο του άνω προσελθόντος μάρτυρος κατηγορίας ... και η ένστασή του αυτή, με σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέα, έγινε δεκτή και δεν εξετάστηκε ο μάρτυρας αυτός. Όμως, δεν προκύπτει από τα πρακτικά αυτά, ότι, όταν αργότερα κατά την ανάγνωση των εγγράφων, αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, κατά την οποίαν και είχε καταθέσει χωρίς αντίρρηση του κατηγορουμένου, ο ίδιος μάρτυρας, πρόβαλε κάποια σχετική αντίρρηση ο κατηγορούμενος και αίτημα να μην αναγνωσθεί η στα πρακτικά εκείνα περιλαμβανόμενη κατάθεση του άνω μάρτυρα. Επομένως, ανεξάρτητα του ότι, κατά τα πρεκτεθέντα, την έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα, δε δικαιούται να επικαλεσθεί ο κατηγορούμενος, δεν υπήρξε και αίτημα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ώστε να τύχει απαντήσεως. Κατ'ακολουθίαν, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ, προβαλλόμενος τρίτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα, έλλειψη ακροάσεως του ιδίου του κατηγορουμένου και έλλειψη αιτιολογίας με την σιγή απόρριψη του παραπάνω αιτήματός του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περιστάσεως. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού με αίτημα κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του.(ΑΠ 807/2007). Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β, γ, δ και ε . Στην προκείμενη περίπτωση, όπως διαπιστώνεται από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατά την αγόρευσή του επί της ενοχής, (βλ. φύλλο 21 πρακτικών) ζήτησε να του αναγνωρισθεί μόνο το ελαφρυντικό της περιπτώσεως β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, αορίστως χωρίς αιτιολόγηση και παράθεση περιστατικών, που να δικαιολογούν την αναγνώρισή του. Το Δικαστήριο στη συνέχεια έκρινε και χορήγησε στον κατηγορούμενο (βλ. φύλλα 67, 101 και 113 πρακτικών) τα ελαφρυντικά : α) του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, β και δ ΠΚ, για τις πράξεις Γ και Δ που καταδικάσθηκε της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ'εξακολούθηση και β) του άρθρου 84 παρ.2 εδ. β και δ ΠΚ, για τις πράξεις Α, Β, Ε και ΣΤ που καταδικάσθηκε, της νοθεύσεως εγγράφων και της υπεξαγωγής εγγράφων προσιτών στην υπηρεσία, λόγω της υπηρεσίας κατ'εξακολούθηση. Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 83, 84 και 85 του ΠΚ και ειδικότερα, αφού το Δικαστήριο δέχθηκε συνδρομή του εδαφίου α, β, δ του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, θάπρεπε να αναγνωρίσει την ελαφρυντική αυτή περίσταση του εδ. α, όχι μόνο για το αδίκημα της υπεξαιρέσεως, αλλά και για τα υπόλοιπα δύο αδικήματα της υπεξαγωγής και της νοθεύσεως εγγράφων, για τα οποία αναγνώρισε και τις παραπάνω άλλες δύο ελαφρυντικές περιστάσεις εδαφ. β και δ της παρ.2 του άρθρου 84 ΠΚ. Στον παραπάνω όμως ισχυρισμό, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη και όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, δεν είχε υποβάλλει τέτοιο αίτημα στο Δικαστήριο, για αναγνώριση και της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α του ΠΚ, ώστε να έχει υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και δη αιτιολογημένα. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ, λόγος, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων των άρθρων 83,84 και 85 του ΠΚ, που υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε, χωρίς να διαλάβει ειδική αιτιολογία στην απόφασή του, τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4-9-2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της με αριθ. 1119/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαΐου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ