← Ελλάδα

ΑΠ 1233/2009 — Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1233 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως. Περίληψη: Αόριστοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ποινικής διάταξης και αρνητική υπέρβαση εξουσίας και επομένως είναι απορριπτέα η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη (Ολ.ΑΠ 2/02, 19/01). Απορριπτέοι και οι πρόσθετοι λόγοι, αφού για να ερευνηθούν προϋποθέτουν παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως. Αριθμός 1233/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Χριστοδούλου, περί αναιρέσεως της 1766/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους

  1. Ψ1 και 2 Ψ2, που δεν παραστάσθηκαν. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιουνίου 2008 αίτησή της, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 12 Ιανουαρίου 2009 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1492/
  2. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σε αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠοινΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως, που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με το υποβαλλόμενο υπόμνημα. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί βουλευμάτων, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 2/2002). Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ως λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε, πράγμα που συμβαίνει και όταν υπήγαγε τα περιστατικά σε άλλη διάταξη νόμου, που δεν αρμόζει στην περίπτωση. Παράβαση δε κανόνα ουσιαστικού δικαίου εκ πλαγίου με τη μορφή της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, συντρέχει και όταν στην απόφαση υπάρχει ασάφεια ή αντιφατικότητα ή λογικά κενά. Για το ορισμένο δε του λόγου αυτού αναιρέσεως, πρέπει να γίνεται μνεία στο αναιρετήριο, ποίες είναι οι παραβιασθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, ποίες είναι οι νομικές πλημμέλειες της αποφάσεως, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και σε περίπτωση εκ πλαγίου παραβάσεως, ποίες οι ασάφειες ή αντιφάσεις ή τα λογικά κενά στην απόφαση που πλήττεται. Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 28-6-2008 αίτηση της αναιρεσείουσας, πλήττεται η με αριθ. 1766/2008 κατ'έφεση εκδοθείσα απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία αυτή καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως επτά μηνών, για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση κατ'εξακολούθηση, και στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως εκτίθεται κατά αντιγραφή τα παρακάτω:
  3. Εσφαλμένη Αιτιολογία ως Προς την Κατοικία μου Αρνητική Υπέρβαση Εξουσίας ως προς το Δεδικασμένο του Βουλεύματος Η αναιρεσίβλητη δέχεται ότι δεν κατοικούσα στο διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου επί της οδού ... στην ..., γιατί κατά καιρούς δήλωνα αλλού κατοικία, και γιατί τούτο δέχεται το βούλευμα 6213/2002, και για αυτόν τον λόγο καταλήγει ότι δεν είχα εκεί πράγματα μου, και άρα δόλια υπέβαλα ψευδή μήνυση κατά των μηνυτών μου. Το σφάλμα της αναιρεσίβλητης είναι διπλό: Α.Αποτελεί κύριο σφάλμα της η σύνδεση της κατοικίας, μου προς την κατοχή μου του διαμερίσματος της οδού .... Γιατί η μεν κατοικία αποτελεί έννοια που ορίζεται στο άρθρο 51 Α.Κ. ως ο τόπος της κύριας και μόνιμης εγκατάστασης. Αντίθετα τούτα δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την απλή νομή η κατοχή ενός διαμερίσματος κατά τα 974 και 997 Α.Κ. Η αναιρεσίβλητη στηρίζει την κρίση της αυτή στο βούλευμα 6213/2002, το οποίο όμως απλά υποπίπτει και αυτό στο ίδιο σφάλμα της σύγχισης της έννοιας της κατοικίας με την νομή και κατοχή πράγματος, συνάγοντας έλλειψη νομής και κατοχής από την έλλειψη κατοικίας. Μάλιστα είναι προφανές από την όλη οικονομία της αναιρεσίβλητης απόφασης ότι αυτή παρέμεινε προσκολλημένη στο βούλευμα 6213/2002 το οποίο αυτή αντιγράφει εν πολλοίς δουλικά (σαν τυφλοσούρτη), και δεν έχει εκτιμήσει ελεύθερα το αποδεικτικό υλικό όπως όφειλε κατά το 177 Κ.Ποιν.Δ., γιατί θεώρησε ότι καλύπτονται από το δεδικασμένο του απαλλακτικού αυτού βουλεύματος. Κατά στη συζήτηση στο ακροατήριο η πρόεδρος επανειλημμένα απέτρεψε ερωτήσεις σε ζητήματα που 'είχε κρίνει το βούλευμα'. Σίγουρα όμως δεν υφίσταται δεδικασμένο από τις σκέψεις του βουλεύματος αυτού γιατί αυτά έκρινε το βούλευμα παρεμπιπτόντως Α.Π.117/1976, 226/
  4. Γενικά άλλωστε το δεδικασμένο δημιουργείται από το διατακτικό, και όχι από τις σκέψεις της απόφασης η του βουλεύματος, και ούτε από τα κατ' ιδίαν πραγματικά περιστατικά Α.Π.35/1977, 327/
  5. Εγώ εξήγησα ότι είχα τα πράγματα μου στην οδό ... χωρίς να έχω πάντα εκεί την μόνιμη εγκατάσταση μου. Αφού ήμουν και κάτοικος εξωτερικού. Και γιατί άλλωστε, όπως δέχεται και η αναιρεσίβλητη απόφαση, η πολυκατοικία είχε υποβαθμιστεί πολύ, και άρα δεν ήταν πια ευχάριστη η κατοικία εκεί, και προτιμούσα να φιλοξενούμαι σε αδέλφια μου η στη θεία μου, για περισσότερη ασφάλεια, ενόψει αφενός των συνεχών αντιδικιών με ορισμένα από τα αδέλφια μου και αφετέρου της μοναξιάς και της ανασφάλειας της διαμερίσματος αυτού. Τούτο όμως δεν ερμηνεύεται νόμιμα σαν εγκατάλειψη της νομής και κατοχής του. Β.Η αναιρεσίβλητη απόφαση, όπως και το απαλλακτικό βούλευμα 6213/2002, στηρίζεται σε μεμονωμένα γεγονότα που έλαβαν χώρα, στην από 6.6.2001 ένορκη κατάθεση μου στον 31° πταισματοδίκη, και γενικεύει και γενικολογεί ότι εγώ 'Ουδέποτε διέμενα στο διαμέρισμα', ενώ όμως τα γεγονότα αναφέρονται στα συγκεκριμένα αυτά χρονικά σημεία. 2.Αρνητική Υπέρβαση Εξουσίας Ως Προς Το Δεδικασμένο Του Απαλλακτικού Βουλεύματος 6.213/2002 -Έλλειψη Αιτιολογίας Τα Αποδεικτικά Στοιχεία της Παρουσίας μου στο Διαμέρισμα Του Τετάρτου ορόφου της πολυκατοικίας της οδού ... Ενώ η αναιρεσίβλητη διαλαμβάνει 'ότι ουδέποτε διέμενα εκεί', αυτή συγχρόνως χωρίς αιτιολογία παρέλειψε να εκτιμήσει όλα τα πολλά και σημαντικά νόμιμα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία αποδεικνύουν αντίθετα ότι είχα παρουσία εκεί και τουλάχιστον κατοχή του διαμερίσματος. Τα πολλά και σημαντικά αυτά αποδεικτικά στοιχεία παρέλειψε να τα εκτιμήσει επειδή, όπως είναι προφανές από την όλη οικονομία της αναιρεσίβλητης απόφασης, αυτή παρέμεινε προσκολλημένη στο βούλευμα 6213/2002 το οποίο αυτή αντιγράφει εν πολλοίς δουλικά (σαν τυφλοσούρτη), γιατί θεώρησε ότι καλύπτονται από το δεδικασμένο του απαλλακτικού αυτού βουλεύματος. Μάλιστα κατά στη συζήτηση στο ακροατήριο η πρόεδρος επανειλημμένα απέτρεψε ερωτήσεις σε ζητήματα που 'είχε κρίνει το βούλευμα'. Σίγουρα όμως δεν υφίσταται δεδικασμένο από τις σκέψεις του βουλεύματος αυτού γιατί αυτά έκρινε το βούλευμα παρεμπιπτόντως Α.Π.117/1976,226/1975, Γενικά άλλωστε το δεδικασμένο δημιουργείται από το διατακτικό, και όχι από τις σκέψεις της απόφασης η του βουλεύματος, και ούτε από τα κατ'ιδίαν πραγματικά περιστατικά Α.Π.35/1977, 327/
  6. Τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία είναι τα εξής: 1)το υπό αριθμό 25 αναγνωστέο έγγραφο, η απόδειξη της ΕΥΔΑΠ στο όνομά μου. Δεν εξηγεί η αναιρεσίβλητη γιατί πλήρωνα εγώ τους λογαριασμούς αυτούς. 2)Το υπό αριθμό 24) αναγνωστέο έγγραφο το Ε-9, στο οποίο περιλαμβάνω το διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου της πολυκατοικίας αυτής 3)την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα μου ... ο οποίος εξήγησε ότι το διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου ήταν χωρισμένο σε δύο ιδιοκτησίες, από τις οποίες η μία ανήκει στην αδελφή μου ... και η άλλη σε εμένα. Ο μάρτυρας ρητά εξηγεί ότι ο δικαστικός επιμελητής κατέγραψε τα πράγματα τουδιαμερίσματος της αδελφής μου, αλλά προφανώς δεν έφθασε μέσα στο δικό μου διαμέρισμα, και για αυτό δεν κατέγραψε κανένα από τα δικά μου πράγματα. Ο μάρτυρας εξηγεί ότι η είσοδος του διαμερίσματος μου ήταν κρυμμένη από ένα ψυγείο ακριβώς για να μη φαίνεται. Εδώ αναφέρω ότι η Εισαγγελέας της έδρας γέλασε άμα άκουσε την εξήγηση. Υπενθυμίζω όμως ότι είμαστε 11 αδέλφια, όπως αποδεικνύεται από το πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών που προσκόμισαν οι μηνυτές μου, και έπρεπε όλοι να λάβουμε από ένα διαμέρισμα σαν κληρονομικό μερίδιο της κληρονομιάς του πατέρα μας, έστω και με ανορθόδοξο τρόπο για την ελαχιστοποίηση των εξόδων. 4)Την ένορκη κατάθεση της μάρτυρας ... η οποία κατέθεσε ρητά και με σαφήνεια ότι είδε η ίδια τους μηνυτές μου να μου πετούν τα πράγματα στο δρόμο για να με αποδιώξουν από το διαμέρισμα. Και ότι μάλιστα έλαβε και αυτή ένα κρεβάτι από τα πεταμένα... 5)Την ένορκη κατάθεση της αδελφής μου συγκατηγορούμενης ... η οποίας είναι ρητή και κατηγορηματική, ότι είχα εκεί και ιδιοκτησία και πράγματα. 6)Αλλά ακόμα και ο μηνυτής Ψ2 κατέθεσε ότι εγώ ερχόμουν στο κτίριο. Και σε μια από τις επισκέψεις μου με ενημέρωσε για τη μεσεγγύηση. Τούτη κατάθεση του μηνυτή μου έρχεται σε αντίθεση με τη μήνυση ότι εγώ δεν είχα εκεί καμιά θέση και καμιά παρουσία. Γιατί εάν δεν είχα θέση, ούτε ιδιοκτησία, παρουσία, ούτε πράγματα στην πολυκατοικία, τότε τι ερχόμουν να κάνω εκεί κάθε τόσο ; Να χαρώ το χάλι της ; 7)την ένορκη κατάθεση κατά την προδικασία της ..., η οποία δεν αναγνώστηκε παρά την αίτηση μου, και η οποία καταθέτει ότι 'την πήρα τηλέφωνο το καλοκαίρι 2001 και κλαίγοντας της είπα ότι επιστρέφοντας από τις διακοπές βρήκα το διαμέρισμα κενό από τα έπιπλα της οικοσκευής και άλλα πράγματα που είχα. Ασφαλώς η αναιρεσίβλητη δεν αναφέρει ρητά ότι δεσμεύτηκε από το δεδικασμένο, γιατί πρόκειται για δικονομικό ζήτημα που δεν χρειάστηκε να αιτιολογηθεί, αλλά είναι διάφανη η προσκόλληση σε αυτό ακόμα και όπου δεν το αναφέρει ρητά, και είναι προφανής και διάφανη η παράλειψη της άσκησης ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων σύμφωνα με το άρθρο 177 Κ.Ποιν.Δ. περί ηθικής απόδειξης.
  7. Έλλειψη Αιτιολογίας Ως προς την ιδιοκτησία μου Η αναιρεσίβλητη απόφαση δέχεται δογματικά και αναιτιολόγητα ότι το διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου της πολυκατοικίας επί της οδού ... στην ... της ... δεν μου ανήκει, αλλά συγχρόνως δέχεται ότι 'η πολυκατοικία αυτή υπήρξε αντικείμενο περιουσιακών διενέξεων των ιδιοκτητών της' εξαιτίας των οποίων αυτή 'ήταν εγκαταλελειμμένη και τα διαμερίσματα της ήταν πολλά παραβιασμένα και είχε καταντήσει τόπος κατοικίας αστέγων'. Από τη διαπίστωση αυτή συνάγει περαιτέρω ότι ήμουν ξένη προς το διαμέρισμα. Η διατύπωση αποτελεί αντιγραφή του βουλεύματος 6213/2002, το οποίο πάντως λησμόνησε να επικαλεστεί η αναιρεσίβλητη. Έτσι όμως η απόφαση αυτή έχει ελλιπή και εντελώς ανεπαρκή αιτιολογία, αφού δεν προσδιορίζει: 1) από ποια στοιχεία δέχεται ότι το διαμέρισμα δεν μου ανήκει 2) ποιος ήταν τελικά ιδιοκτήτης του διαμερίσματος, 3) ούτε ποιοι έστω το διεκδικούσαν, και ειδικότερα αν το διεκδικώ εύλογα και εγώ, η γιατί εγώ δεν το διεκδικώ 4) και από ποια τα στοιχεία προκύπτουν αυτά. Γιατί με δεδομένο ότι το διαμέρισμα ήταν αντικείμενο κληρονομικών διαφορών όπως όλη η πολυκατοικία, όπως αποδεικνύεται από την 186/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η αναιρεσίβλητη απόφαση θα έπρεπε να προσδιορίσει γιατί ειδικά εγώ δεν μπορώ να είμαι και εγώ αν όχι αναγνωρισμένη ιδιοκτήτρια - πάντως διεκδικητής του διαμερίσματος, αφού τυχαίνω και εγώ κληρονόμος του πατέρα μας ΙΖ που αποβίωσε στις 15.8.1974, όπως και τα 10 αδέλφια μας. Και με δεδομένο ότι όλα τα αδέλφια μου έπρεπε να λάβουν ένα διαμέρισμα από την πολυκατοικία, για ποιόν λόγο να μη δικαιούμαι και εγώ ένα διαμέρισμα από αυτό σαν ισότιμη κληρονόμος, και αφού δεν έχω λάβει άλλο διαμέρισμα εκεί. Και πως είναι δυνατό να μας λύσει το ποινικό δικαστήριο όλα τις κληρονομικές μας διαφορές με μία παρεμπίπτουσα αναιτιολόγητη κρίση. Με άλλα λόγια ναι μεν δεν αποδείχθηκε ιδιοκτησία μου επί του διαμερίσματος, κατά την αστήρικτη κρίση της αναιρεσίβλητης, αλλά εγώ πάντως επικαλέστηκα και απέδειξα νόμιμο κληρονομικό δικαίωμα επί αυτού ως μεριδίου της κληρονομιάς του πατέρα μου Ζ, όχι λιγότερο έναντι των άλλων. 4.Εσφαλμένη Αιτιολογία Ως προς την Ανυπαρξία των Πραγμάτων μου Αντιφατική κρίση προς την Προηγούμενη Διαπίστωση της Αναιρεσίβλητης Ενώ στηρίχθηκε η αναιρεσίβλητη στις παραπάνω σκέψεις περί κατοικίας μου, και αγνόησε τον ισχυρισμό μου περί νόμιμου κληρονομικού δικαιώματος επί του διαμερίσματος, αυτή δέχθηκε ότι: '...βεβαίως δεν είχα μέσα σε αυτό πράγματα που να μου ανήκουν' με τη γενικόλογη αιτιολογία ότι 'δεν ήταν δυνατόν να υπάρχουν σε αυτήν την πολυκατοικία πράγματα και μάλιστα αξίας γιατί αυτή ήταν εγκαταλελειμμένη και πολλά διαμερίσματα είχαν παραβιαστεί'. Η κρίση αυτή αποτελεί βέβαια και αυτή αντιγραφή του βουλεύματος, το οποίο πάντως λησμονεί να αναφέρει η αναιρεσίβλητη, και η οποία κρίση είναι πολλαπλά εσφαλμένη και αντιφατική: 1)Αυτή ελέγχεται ως άκρως υπερβολική, αφού το γεγονός της κατά καιρούς παραβίασης κάποιων διαμερισμάτων της πολυκατοικίας δεν σημαίνει κατά ανάγκη ότι έπρεπε όλα τα διαμερίσματα αυτής να έχουν εκκενωθεί! Γιατί πρόκειται για πολυκατοικία στην ... της ..., και όχι σε περιοχή σε αφύλακτα σύνορα της χώρας, που έχει ερημώσει λόγω εχθρικών επιδρομών. Η διαπίστωση της ότι η πολυκατοικία ήταν εγκαταλελειμμένη έρχεται αμέσως σε αντίφαση με την παραπάνω διαπίστωση της ότι έλαβε χώρα έξωση αλλοδαπών από το διαμέρισμα του τέταρτου ορόφου. 2)Η αναιρεσίβλητη - και στην πραγματικότητα το βούλευμα που αυτή αντιγράφει δουλικά - σοκαρίστηκε εμφανώς από τα παθήματα της πολυκατοικίας μας, και την αποκάλεσε εγκαταλελειμμένη, αλλά δεν αναλογίστηκε ότι αυτή αποτελεί το κληρονομικό στοιχείο του πατέρα μας, και ότι απλά δεν έχουμε δυνατότητα επιλογής κατά βούληση άλλης καλύτερης πολυκατοικίας. Είμαστε υποχρεωμένοι να επιβιώσουμε σε αυτήν και να μη την εγκαταλείψουμε. Ιδιαίτερα εγώ που είμαι η φτωχότερη και πιο αδικημένη από την κληρονομική μοιρασιά. 3)Η αναιρεσίβλητη διαπίστωσε ότι όλη η πολυκατοικία είναι αντικείμενο περιουσιακών διεκδικήσεων. Και συμπέρανε ότι άρα εγώ δεν είχα πράγματα εκεί. Εντούτοις η διαπίστωση της αυτή δικαιολογεί πλήρως κατά την κοινή πείρα ακριβώς το αντίθετο συμπέρασμα, ότι δηλαδή εγώ είχα κάθε λόγο να έχω και να διατηρώ εκεί μέσα τα πράγματα μου και μάλιστα εν ανάγκη και με θυσίες. Γιατί η απόσυρση των πραγμάτων μου θα σήμαινε εκ των πραγμάτων την υποχώρηση μου στις διεκδικήσεις των άλλων διεκδικητών. Ενώ η διατήρηση εκεί των πραγμάτων μου υποστηρίζει τα κληρονομικά μου δικαιώματα. Το βασικότατο, ουσιωδέστατο και εντελώς στοιχειώδες τούτο δίδαγμα της κοινής πείρας απέτυχε να κατανοήσει η αναιρεσίβλητη, όπως και το βούλευμα που αυτήαντιγράφει δουλικά, η οποία κατέληξε έτσι στο αντίθετο εσφαλμένο και έκδηλα αφελές πόρισμα. 4)Εσφαλμένα δέχεται η αναιρεσίβλητη ότι ο πίνακας του Μονέ δεν έχει αξία επειδή ήταν απλό αντίγραφο. Τα καλά αντίγραφα μεγάλων ζωγράφων έχουν αξιόλογη αξία. Εγώ είμαι πια φτωχή, και για εμένα τα πράγματα μου είχαν αξία οικονομική μεγάλη γιατί δεν μπορώ πια να τα αντικαταστήσω. 5). Ψευδής Ερμηνεία άρθρου 367 Π.Κ. η Αόριστη Αιτιολογία Η αναιρεσίβλητη απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό μου άρθρου 367 Π.Κ. που υπέβαλα νόμιμα στο ακροατήριο ως αβάσιμο με την αόριστη και ασαφή αιτιολογία ότι όσα κατέθεσα και διέδωσα δεν είναι μεταξύ των περιπτώσεων που αναφέρονται στη διάταξη αυτή. Η απορριπτική αυτή κρίση είναι ακατανόητη, γιατί η μεν καταμήνυση μου για διατάραξη της οικιακής ειρήνης πρώτιστο σκοπό είχε την προστασία η διαφύλαξη του δικαιώματος μου ανενόχλητης χρήσης του διαμερίσματος μου που κατείχα και διεκδικώ η του όμοιου δικαιολογημένου ενδιαφέροντος μου. Η κατηγορία μου της κλοπής έγινε για την ανάκτηση των πραγμάτων μου. Καμιά από τις δύο κατηγορίες δεν έγινε βέβαια για τη δυσφήμηση των μηνυτών. Ακόμα και το ίδιο το επίμαχο απαλλακτικό βούλευμα 6213/2002 δεν αποκλείει την περίπτωση να είχα στο διαμέρισμα πράγματα και να μου τα πήραν άλλοι. Και αφού η αναιρεσίβλητη απόφαση δέχεται - αντιγράφοντας πάντα το απαλλακτικό βούλευμα 6213/2002 - ότι η πολυκατοικία είναι αντικείμενο περιουσιακών διεκδικήσεων των ιδιοκτητών της, αποδεικνύεται σαφέστερος ο λόγος της μήνυσης μου, δηλαδή η ανάγκη προστασίας τόσο της ιδιοκτησίας μου, όσο και των κινητών πραγμάτων μου, τα οποία κινητά πράγματα έχουν πάντα και συναισθηματική αξία, και κανένας δεν θέλει να βρίσκει το σπίτι του άδειο όταν γυρνάει σε αυτό. Ενόψει άρα του μεγάλου περιουσιακού διακυβεύματος, ενός διαμερίσματος πολυκατοικίας από το οποίο αποβλήθηκα, όσο και της μεγάλης -για εμένα προσωπικά- συναισθηματικής και οικονομικής αξίας των κινητών πραγμάτων που έχασα, έπρεπε να γίνει δεκτό, και μάλιστα χωρίς δυσκολία, ότι δεν είχα δόλο συκοφαντίας η εξύβρισης, η ψευδούς καταμήνυσης η ψευδορκίας αλλά ενήργησα προς προστασία νόμιμου δικαιώματος μου η πάντως δικαιολογημένου συμφέροντός μου. Το αντίθετο πόρισμα της αναιρεσίβλητης είναι αόριστο, ακατανόητο, παράλογο και μυωπικό, και δεν αποδίδει Δικαιοσύνη, αλλά με αδικεί αφόρητα έντονα, αφού με δέχεται σαν κακόβουλη και σατανική, η οποία αιφνιδίως και στα καλά καθούμενα μηχανεύθηκα ψευδείς κατηγορίες κατά των αδελφών μου, μόνο και μόνο για να τους κατηγορήσω χωρίς πραγματικό λόγο. Γιατί πάντως έμαθα ότι τα πράγματα μου δεν τα κατέγραψε ο δικαστικός επιμελητής, και άρα η προκείμενη περίσταση δεν ήταν για εμένα αφορμή εύκολης κατηγορίας, ακόμα και αν ήμουν κακόβουλη και σατανική. Εξάλλου αν ήμουν τόσο κακόβουλη και σατανική, γιατί να στραφώ και κατά του μεσεγγυούχου δικηγόρου, με τον οποίο σε κάθε περίπτωση ουδεμία είχα άλλη διαφορά; Και μάλιστα ενώ αυτός ήταν και δικηγόρος διορισμένος από το Δικαστήριο και άρα κατά τεκμήριο πιο δύσκολο να στοιχειοθετήσω κατηγορία εναντίον του; Είναι αυταπόδεικτο ότι το πόρισμα της αναιρεσίβλητης είναι μετέωρο και ακατανόητο. Η καταμήνυση μου υπήρξε μία αυθόρμητη προσπάθεια υπεράσπισης του βάναυσα θιγόμενου έννομου συμφέροντος μου και ξέσπασμα δίκαιης αγανάκτησης. 6.Εσφαλμένη Απόρριψη του Ισχυρισμού μου περί Πραγματικής Πλάνης Με Εσφαλμένες Αιτιολογίες Χωρίς Νόμιμη Βάση Η αναιρεσίβλητη απέρριψε το ισχυρισμό μου άρθρου 30 Π.Κ. περί πραγματικής πλάνης ως προς τον διορισμό του μεσεγγυούχου Ψ2, με τις αιτιολογίες ότι 1) η σχετική απόφαση μου είχε επιδοθεί σε προσωπική επικοινωνία μαζί του και παρουσία της κοινής γνωστής μας ... και 2) η τελευταία μου ανήγγειλε και γνωστοποίησε την ιδιότητα του. 1)Η αναιρεσίβλητη επικαλείται ανύπαρκτη επίδοση, την οποία ούτε προσδιορίζει, ούτε υπάρχει ούτε στα αναγνωστέα έγγραφα ούτε ολωσδιόλου. Η παράλειψη αυτή είναι καίριας σημασίας και αποτελεί αναιρετικό σφάλμα γιατί δεν είναι δεν είναι δυνατό να γίνεται διαπίστωση επίδοσης χωρίς το επιδοτήριο του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή. 2)Όσον αφορά τη δεύτερη αιτιολογία πρέπει να υπενθυμίσω ότι η γνωστοποίηση μίας απόφασης διορισμού μεσεγγυούχου δεν γίνεται μέσω δηλώσεων, παραστάσεων, η πληροφοριών γειτόνων όπως η ..., αλλά με κοινοποίησή της. Γιατί ο διορισμός ενός μεσεγγυούχου ορίζει και τις αρμοδιότητες του, τις οποίες δεν είναι δυνατό ούτε να γνωρίζει ούτε να βεβαιώνει υπεύθυνα ένας γείτονας η ένας περαστικός. Ιδιαίτερα στο προκείμενο όπου ο διορισμός έγινε σε δίκη μεταξύ τρίτων, όπως δέχεται η αναιρεσίβλητη, της ... και του ..., όπου εγώ δεν είχα συμμετάσχει σαν διάδικος, έπρεπε να μου είχε επιδοθεί η απόφαση. Πέραν τούτου όμως, ο διορισμός μεσεγγυούχου δεν ισχύει έναντι εκείνου κατά του οποίου δεν ασκήθηκε αγωγή εντός 30 ημερών σύμφωνα με τα άρθρα 727 και 715 Κ.Πολ.Δ. Στο προκείμενο ουδέποτε ασκήθηκε αγωγή εναντίον μου από την ... και ο διορισμός αυτός άρθηκε αυτοδίκαια όσον αφορά εμένα, εάν υποτεθεί ότι ίσχυσε ποτέ. Επιπλέον δεν μου κοινοποιήθηκε ποτέ εξωστική απόφαση με επιταγή προς εκτέλεση πριν από τρεις ημέρες όπως θα έπρεπε επί ποινή μάλιστα ακυρότητας σύμφωνα με το άρθρο 924-926 Κ. Πολιτικής Δικονομίας. Τέτοια έγγραφα που θεμελιώνουν και αποδεικνύουν δικονομικές ιδιότητες, όπως αυτή του μεσεγγυούχου, δεν είναι δυνατό να αποδεικνύονται με τη γενική γνώση από φήμες η πληροφορίες γειτόνων, ακριβώς λόγω της ανάγκης τήρησης των λεπτομερειακών δικονομικών κανόνων.
  8. Έλλειψη Δίκαιης Δίκης Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων απαιτεί την διενέργεια μιας συνολικά δίκαιης δίκης. Δεν ενδιαφέρεται για το αν τηρήθηκε η Δικονομία η μία επί μέρους διάταξη. Δεν είναι δυνατόν να καταδικάζομαι εγώ από την αναιρεσίβλητη επειδή άσκησα τα δικαιώματα μου, όταν αδικήθηκα το 2001, και επειδή εκδόθηκε το 6213/2002 απαλλακτικό βούλευμα, να χρησιμοποιείται τώρα από την αναιρεσίβλητη άκριτα, τυφλά και δουλικά, και έτσι να ξανααδικούμαι και πάλι, και να τιμωρούμαι γιατί δεν απέδειξα τα νόμιμα δικαιώματα μου όταν τα άσκησα. Γιατί στην υπόθεση της προκείμενης δίκης τούτης, της μήνυσης των μηνυτών εναντίον μου, εγώ ουδέποτε κρίθηκα σε μία έστω δίκαιη διαδικασία, αλλά έλαβα μέρος μόνο στην παραπάνω διαδικασία όπου το Δικαστήριο απεμπόλησε το δικαίωμα και καθήκον του της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων και της ηθικής απόδειξης και προσκολλήθηκε δουλικά στο απαλλακτικό βούλευμα 6.213/2002, χωρίς να εκτιμήσει τη σωρεία των αντίθετων αποδεικτικών μέσων κατά αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Και κατέληξε σε μια 'περίεργη' καταδικαστική απόφαση η οποία γεννάει περισσότερα ερωτήματα από όσα επιλύει και με αδικεί πιο πολύ από όσο αυτοί που μου πέταξαν τα πράγματα από το διαμέρισμα. Για Όλα Αυτά Και όσα προσθέσω νόμιμα Ζητώ Να αναιρεθεί η αναιρεσίβλητη απόφαση. Να καταδικαστεί το Δημόσιο στη δικαστική μου δαπάνη. Αντίκλητο μου διορίζω τον πληρεξούσιο που υπογράφει το παρόν". Με αυτό όμως το περιεχόμενο, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, οι παραπάνω λόγοι είναι αόριστοι, αποτελούν απλώς αντιγραφή της έννοιας της ελλείψεως της ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, όπως ερμηνεύονται από τη νομολογία και δεν προσδιορίζεται στην κρινόμενη αίτηση της αναιρεσείουσας, σε τι συνίστανται οι αποδιδόμενες στην πληττόμενη απόφαση και σε ποία συγκεκριμένα κεφάλαια αυτής, νομικές πλημμέλειες και αιτιάσεις, ποίες οι ασάφειες, ποιες οι ελλείψεις, τα λογικά κενά και οι αντιφάσεις. Είναι επομένως ασαφείς και εντελώς αόριστες και ανεπίδεκτες δικαστικής εκτιμήσεως οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και συνεπώς απορριπτέοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Ε του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως. Όσον αφορά τον επικαλούμενο λόγο, "αρνητικής υπέρβασης εξουσίας ως προς το δεδικασμένο του με αριθ. 6213/2002 απαλλακτικού βουλεύματος", η αίτηση είναι επίσης απορριπτέα ως παντελώς αόριστη, καθόσον δεν προσδιορίζονται οι παραδοχές του άνω βουλεύματος ούτε εκείνες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, για να κριθεί αν το δικάσαν Δικαστήριο δέχθηκε κατ'αρχήν ή δεν δέχθηκε ύπαρξη δεδικασμένου και αν τα πραγματικά περιστατικά ταυτίζονται. Όσον αφορά το λόγο αναιρέσεως ότι με ασαφή και αόριστη αιτιολογία απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο υπό της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης υποβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός του άρθρου 367 ΠΚ και πραγματικής πλάνης του άρθρου 30 ΠΚ, η κρινόμενη αίτηση είναι επίσης απορριπτέα ως αόριστη, διότι δεν εκτίθενται σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά υπό τα οποία προβλήθηκαν οι εν λόγω αυτοτελείς ισχυρισμοί, για να κριθεί αν κατ'αρχήν υποβλήθηκαν νομίμως και κατά ορισμένο τρόπο, ώστε να υποχρεούται το Δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόρριψή τους, ούτε εκτίθενται τα περιστατικά που δέχθηκε συναφώς το Δικαστήριο και απέρριψεν ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς αυτούς, για να κριθεί η τυχόν έλλειψη νόμιμης και επαρκούς αιτιολογίας. Πέραν τούτων, η επικληθείσα διάταξη του άρθρου 367 ΠΚ, περί άρσεως του αδίκου, κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, δεν εφαρμόζεται επί των αδικημάτων που καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων. Όσα δε σε έκταση εκτίθενται, όπως παραπάνω, στην κρινόμενη αίτηση, είναι σχολιασμός των αποδεικτικών μέσων και αναφορές στην ουσία της υποθέσεως και σε κατά την αναιρεσείουσα εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (μαρτυρικών καταθέσεων και εγγράφων) και σε εσφαλμένες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία δέχθηκε κατά την αιτούσα άκριτα και τυφλά το σε βάρος της απαλλακτικό βούλευμα και συνολικά ότι αδικήθηκε η αιτούσα που καταδικάσθηκε. Όμως, όλα αυτά πλήττουν την ουσία της υποθέσεως και με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως η προσβαλλόμενη απόφαση πλήττεται απαραδέκτως, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, διότι δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, όπως αιτιάται η αναιρεσείουσα, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, αόριστα επικαλείται με τον τελευταίο λόγο αναιρέσεως η αιτούσα έλλειψη δίκαιης δίκης, όπως απαιτεί η ΕΣΔΑ, γιατί εκδόθηκε κατ'αυτήν "μία περίεργη καταδικαστική απόφαση που την αδικεί και δεν κρίθηκε σε μία δίκαιη δίκη", χωρίς να παραθέτει περιστατικά και να αναφέρει από πού συγκεκριμένα συνάγεται το συμπέρασμα ότι δεν έγινε δίκαιη δίκη και ποία υπερασπιστικά της δικαιώματα παραβιάστηκαν. Εξάλλου, κατά το άρθρο 509 παρ.2 του ΚΠοινΔ, εκτός από τους λόγους που αναφέρονται στην έκθεση για την αναίρεση (άρθρο 473 παρ.
  9. και 474 παρ.2) μπορεί να προστεθούν και πρόσθετοι λόγοι με έγγραφο που κατατίθεται δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη για τη συζήτηση της αναιρέσεως ημέρα στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και συντάσσεται ατελώς σχετική έκθεση πάνω στα έγγραφα που κατατίθενται, αν δε δεν τηρηθεί η παραπάνω προθεσμία ή οι διατυπώσεις ασκήσεως τους, οι πρόσθετοι λόγοι είναι απαράδεκτοι. Επίσης, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι παραδεκτοί μόνον εφ' όσον είναι έγκυρος και παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 28-6-2008 αίτηση της κατηγορουμένης Χ, ζητείται η αναίρεση της με αριθ. 1766/2008 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Περαιτέρω η αναιρεσείουσα κατέθεσεν εμπρόθεσμα με δικόγραφο στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, στις 12-1-2009, προσθέτους λόγους, συνταχθείσης σχετικής εκθέσεως. Όμως, αφού κατά τα παραπάνω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας των λόγων αυτής, και οι πρόσθετοι λόγοι δε μπορούν να ερευνηθούν και θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μετά των προσθέτων λόγων αυτής, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28-6-2008 αίτηση της Χ, μετά των προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της με αριθ. 1766/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαΐου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.