← Ελλάδα

ΑΠ 1233/2010 — Επανάληψη διαδικασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1233 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Αίτηση επανάληψης διαδικασίας. Προϋποθέσεις για την παραδοχή της αίτησης αυτής. Νέα έγγραφα - νέες αποδείξεις. Δεν συνιστά νέο στοιχείο η απαλλακτική απόφαση συγκατηγορουμένης της αιτούσας για άλλη πράξη από εκείνη που έχει καταδικασθεί η αιτούσα αμετάκλητα, χωρίς να συμπίπτουν τα περιστατικά στα οποία καθεμία των αποφάσεων αναφέρεται. Επίσης οι ιατρικές βεβαιώσεις που προσκομίσθηκαν από την αιτούσα και αφορούν την πνευματική της κατάσταση, δεν καλύπτουν το χρόνο τέλεσης των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε (ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση). Απόρριψη της αίτησης ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, που ερευνάται ερήμην της αιτούσας, αν και κλήθηκε νόμιμα να εμφανισθεί στο Δικαστήριο. Αριθμός 1233/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αιτούσας Χ, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 4417/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αιτούσα ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1261/2009 Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα με αριθμό 380/16-11-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 1 και 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την από 9-9-2009 αίτηση της Χ, με την οποία ζητάει την επανάληψη προς το συμφέρον της της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 4417/18-5-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 10 μηνών η οποία μετατράπηκε προς 4,40 ΕΥΡΩ την ημέρα για ψευδορκία μάρτυρα και για συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος του πρώην συζύγου της Ψ (άρθρα 26 παρ. 1α, 27,94,224 παρ. 2-1 και, 363 σε συνδ. με το άρθρο 362 του Π.Κ.). Κατά την διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικώς αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστες σε αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεότερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν σημεία αμφισβητούμενα της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο έλεγχος από ουσιαστική ή νομική πλευρά της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας που στρέφεται εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως δεν αποτελεί ένδικό μέσο αλλά έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 127/2001 Ποιν. Χρον. ΝΑ 896, Α.Π. 1269/2001 Ποιν. Χρον. ΝΒ 507). Εν προκειμένω η ανωτέρω υπ' αριθμ. 4417/18-5-2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελειμάτων Αθηνών είναι αμετάκλητη, καθόσο όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 2351/7-11-2008 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η κατ' αυτής ασκηθείσα από την αιτούσα αίτηση αναιρέσεως κατά το σκέλος αυτής σχετικά με την ενοχή της για τις ως άνω πράξεις. Επιστράφηκε δε στο ίδιο δικαστήριο, δεκτής γενομένης εν μέρει της ασκηθείσης αναιρέσεως κατά το κεφάλαιο αυτής σχετικά με την μη χορήγηση αναστολής ως προς την επιβληθείσα συνολική ποινή των 10 μηνών, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές. Επίσης από το υπ' αριθμ. 303/1-9-2009 πιστοποιητικό του Γραμματέα των Ποινικών Ενδίκων Μέσων του Εφετείου Αθηνών δεν προκύπτει ότι έχει ασκηθεί κατά της ανωτέρω αποφάσεως (υπ' αριθμ. 4417/18-5-2007) οποιοδήποτε άλλο ένδικο μέσο. Η ως άνω απόφαση με την οποία καταδικάσθηκε η αιτούσα δέχθηκε τα ακόλουθα : Η εν λόγω αιτούσα Χ εξεταζομένη ως μάρτυρας ενόρκως ενώπιον αρμόδιας αρχής, και συγκεκριμένα ενώπιον της Εισηγήτριας που είχε ορισθεί στα πλαίσια της διεξαγωγής αποδείξεων που είχε τάξει η υπ' αριθμ. 1148/2000 προδικαστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατέθεσε εν γνώσει της μεταξύ άλλων τα εξής αναληθή πραγματικά περιστατικά : "Από το έτος 1981 μέχρι σήμερα είμαστε στα δικαστήρια (με τον κ. Ψ). Δεν εμφανίστηκα καθόλου στα δικαστήρια για το διαζύγιο και η υπόθεση εκδικαζόταν ερήμην. Από το 1981 τα παιδιά του ο κύριος Ψ τα είδε μόνο μία φορά όταν του τα πήγα η ίδια στο σπίτι της ερωμένης του ... για μία ημέρα και τους είπε να πάει η μάνα σας τη ... να σας ζήσει γιατί εγώ δεν έχω λεφτά να σας δώσω και τα λεφτά μου θα τα τρώω με τις ερωμένες μου, όπως και έχει γίνει. Άσκησα προφορική μήνυση εναντίον του στις 11-12-1987 ότι είπε στα παιδιά μου αυτή τη φράση να πάει η μάνα σας στη ... για να σας ζήσει. Το αποτέλεσμα αυτής της υποθέσεως ήταν να αθωωθεί ο κύριος Ψ, εφόσον δεν κατέθεσαν τα παιδιά μου. Το 1973 γεννήθηκε η κόρη μου και το 1974 ο γιος μου. Αυτή τη φράση μου την έλεγε μπροστά σε συγγενείς και φίλους. Η εκκαλούσα είναι πρώτη μου εξαδέλφη και Νονά της κόρης μου Ζ. Από το 1981 μέχρι το 1997 ο κύριος Ψ πήγαινε στη μητέρα της εκκαλούσης και είχε επαφή και με την εκκαλούσα. Εγώ είχα επαφή με την κυρία Θ. Την έχω φέρει μάρτυρα την εκκαλούσα εναντίον του κυρίου Ψ στο διάστημα από το 1981 μέχρι το 1996...." Τα ανωτέρω όμως κατατεθέντα από την νυν αιτούσα Χ έκρινε το δικαστήριο που την καταδίκασε με την υπ' αριθμ. 4417/18-5-2007 αμετάκλητη απόφαση ότι ήσαν αναληθή. Και συγκεκριμένα ότι αν και γνώριζε η αιτούσα ότι η εκδίκαση της εφέσεως για το διαζύγιο δεν έγινε ερήμην της, αν και γνώριζε ότι ο πρώην σύζυγός της Ψ δεν έλεγε στα παιδιά του και μάλιστα μέχρι την ενηλικίωσή τους την φράση "να πάει η μάνα σας στη ... για να σας ζήσει" αφού είχε διακόψει κάθε επικοινωνία με αυτά από το έτος 1981, αν και γνώριζε ότι ο πρώην σύζυγός της δεν διατηρούσε επαφή με την μητέρα της Θ Ξ μέχρι το έτος 1997 δοθέντος ότι η μητέρα της ανωτέρω (Ξ) είχε αποβιώσει στις 3-1-1991, αν και γνώριζε ότι δεν έφερε ποτέ ως μάρτυρα την Θ εναντίον του πρώην συζύγου της Ψ, εντούτοις εν γνώσει της κατέθεσε τα ανωτέρω αναληθή πραγματικά περιστατικά· και για τον λόγο αυτό καταδικάσθηκε όπως προαναφέρθηκε αμετακλήτως σε συνολική ποινή φυλακίσεως 10 μηνών που μετετράπηκε προς 4,40 ΕΥΡΩ ημερησίως· απόφαση η οποία επικυρώθηκε και με την υπ' αριθμ. 1910/6-3-2009 νεότερη μετά από αναίρεση (υπ' αριθμ. 2351/7-11-2008 απόφαση Αρείου Πάγου) απόφαση του ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Η αιτούσα νυν προκειμένου να στηρίξει την υπό κρίση αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, επικαλείται και προσκομίζει αφενός την υπ' αριθμ. 34604/3-4-2000 αθωωτική για την συγκατηγορουμένη της απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών Θ, που κατηγορείτο για τα ίδια σχεδόν με εκείνη πραγματικά περιστατικά, και αφετέρου επικαλείται την από 8-9-1997 ένορκη κατάθεση της εν λόγω συγκατηγορουμένης της Θ για την οποία ασκήθηκε σε βάρος της ποινική δίωξη για ψευδορκία και συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος του πρώην συζύγου της Ψ, πράξεις, για τις οποίες όπως προαναφέρθηκε έχει αθωωθεί. Και συγκεκριμένα με την προαναφερόμενη απόφαση υπ' αριθμ. 34604/3-4-2000 έχει αθωωθεί αμετακλήτως όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. πρωτ. 5002/26-10-2009 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Αρείου Πάγου του ότι : ενόρκως εξεταζομένη ενώπιον της Ειρηνοδίκου Καπανδριτίου, αρμοδίας προς τούτο αρχής, την 8-9-1997, επί σχετικής μηνύσεως- εγκλήσεως της Χ (αιτούσης) κατά του πρώην συζύγου της Ψ, κατέθεσε εν γνώσει της ψευδή πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα ότι "ήμουνα μπροστά όταν ο Ψ πατέρας της Ζ την οποία έχω βαφτίσει είπε ενώπιον των παιδιών στην μάνα τους Χ : "να πας στην ... να γαμηθείς να ζήσεις τα παιδιά σου". Σχετικά δε με την ως άνω φράση η θυγατέρα του Ψ και της Χ (αιτούσης), Ζ, όταν εξετάσθηκε ενόρκως στις 3-4-2000 στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 34604/3-4-2000 αμετάκλητη αθωωτική απόφαση, κατέθεσε ότι "Από μικρό παιδί άκουγα τον πατέρα μου να λέει αισχρόλογα". Δεν επιβεβαιώνει δηλαδή ότι κάποια στιγμή άκουσε τον πατέρα της Ψ να λέει στη μητέρα της Χ (αιτούσα)την προαναφερόμενη φράση, ότι δηλαδή "να πας στη ... .........", απλά ισχυρίζεται ότι αισχρολογούσε γενικά. Αλλά και το σημείο αυτό της καταθέσεως της ανωτέρω μάρτυρος Ζ κρίνεται μη αξιόπιστο, διότι όπως δέχεται η υπ' αριθμ. 2351/7-11-2008 απόφαση του Αρείου Πάγου ο Ψ είχε διακόψει οποιαδήποτε επικοινωνία με τα παιδιά του από το έτος 1981. Και επί πλέον διότι για την μήνυση-έγκληση που υπέβαλε η αιτούσα Χ κατά του πρώην συζύγου της Ψ και συγκεκριμένα ότι της είπε την φράση "να πας στη ... να...........να ζήσεις τα παιδιά σου", έχει αμετακλήτως αθωωθεί ο Ψ. Εν όψει των ανωτέρω εκτεθέντων δεν υπάρχει βεβαιότητα ότι πράγματι λέχθηκε από τον Ψ η προαναφερόμενη φράση σε βάρος της πρώην συζύγου του Χ και μάλιστα μπροστά στα παιδιά τους. Ως εκ τούτου η υπό κρίση αίτηση, δοθέντος ότι τα άλλα σημεία της υπ' αριθμ. 4417/18-5-2007 αμετάκλητης καταδικαστικής αποφάσεως δεν αμφισβητούνται, πρέπει, να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Α) Να απορριφθεί η από 9-9-2009 αίτηση της Χ, για επανάληψη προς το συμφέρον της, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 4417/18-5-2007 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της ως άνω αιτούσης. Αθήνα 30-10-2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 9-12-2009 αίτηση της Χ, ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας, κατά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4417/2007 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Η αιτούσα όμως δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Συμβουλίου του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίασης του, όταν εκφωνήθηκε και συζητήθηκε η υπόθεση αυτή, παρότι είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί ενώπιον αυτού, όπως προκύπτει από το από 28-12-2009 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου .... Επομένως το Συμβούλιο τούτο θα προχωρήσει στην περαιτέρω διαδικασία ερήμην της αιτούσας (άρθρο 528 ΚΠΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 του ΚΠοινΔ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις αναφερόμενες σ' αυτήν περιπτώσεις μεταξύ των οποίων και εκείνη κατά την οποία, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές, ή και τροποποιητικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και κατ' εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται, o έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υπόθεσης, επί τη βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 και 528 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορό του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο (αρμόδιο) Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα (καλούμενο προς τούτο). Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση όλων των εγγράφων που υπάρχουν στη δικογραφία προκύπτουν το ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. 4417/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών η αιτούσα καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για τα πλημμελήματα της ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του μηνυτή-εγκαλούντος Ψ (πρώην συζύγου της), σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα

(10)μηνών. Η ανωτέρω απόφαση κατέστη αμετάκλητη, αφού με την υπ' αριθμ. 2351/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου έγινε δεκτή η από 17-7-2007 αίτηση αναίρεσης της ήδη αιτούσας και της συγκατηγορούμενης της Θ μόνο ως προς τη διάταξη της ως άνω ποινής που είχε επιβληθεί σ' αυτές. Για την παραδοχή της αιτήσεώς της, ως νέα στοιχεία επικαλείται την υπ' αριθμ. 34604/2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία κηρύχθηκε αθώα η συγκατηγορούμενη της Θ για τα εγκλήματα της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης, κατά της απόφασης δε αυτής δεν ασκήθηκε κάποιο ένδικο μέσο. Από την αντιπαραβολή όμως των σκεπτικών και διατακτικών των ως άνω δύο αποφάσεων [υπ' αρ. 4417/2007 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και υπ' αρ. 34604/2000 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου] προκύπτει ότι η κατηγορουμένη Θ διώχθηκε για διαφορετικά εγκλήματα που φέρονταν ότι είχαν τελεσθεί σε διαφορετικούς χρόνους και συγκεκριμένα με την πρώτη καταδικάσθηκε ως ηθική αυτουργός στα εγκλήματα της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφήμησης που τέλεσε στις 17-5-2002, ενώ με την δεύτερη των αποφάσεων αυτών αθωώθηκε για τα εγκλήματα της ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης που φερόταν ότι τέλεσε την 8-9-1997. Ακόμη δεν προκύπτει το αντίθετο προς τις παραδοχές της καταδικαστικής υπ' αρ. 4417/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών από την ένορκη εξέταση ως μάρτυρα της Θ στις 8-9-1997 ενώπιον της Ειρηνοδίκου Καπανδριτίου Ευαγγελίας Ζουμπούνη, που ήταν έκτοτε γνωστή στην αιτούσα και μπορούσε να την προσκομίσει στο Δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω καταδικαστική απόφαση. Τέλος, οι με αριθμ. πρωτ. 8365/15-9-2008 και 11655/3-11-2009 ιατρικές βεβαιώσεις του Σισμανόγλειου Γενικού Νοσοκομείου που προσκομίσθηκαν στο Δικαστήριο από την Ζ, θυγατέρας της αιτούσας, κατόπιν ειδικής προς τούτο εξουσιοδότησης, δεν αναιρούν τις σε βάρος τις παραδοχές της ως άνω απόφασης, ενόψει και του ότι οι εν λόγω βεβαιώσεις που αναφέρονται σε διατάραξη των νοητικών λειτουργιών της δεν καλύπτουν και την 17-5-2002, ημέρα που τέλεσε η αιτούσα τις σε βάρος του τέως συζύγου της αξιόποινες πράξεις. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω καθίσταται φανερό ότι εάν οι ως άνω αποδείξεις είχαν προσκομισθεί στο Δικαστήριο που καταδίκασε την αιτούσα για τα εγκλήματα της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης σε συνδυασμό με τις αποδείξεις εκείνες που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως δεν θα κηρυσσόταν αθώα των πράξεων αυτών. Συνεπώς, η ένδικη αίτηση επανάληψης της διαδικασίας είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, καταδικασθεί δε η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση της Χ, για επανάληψη της διαδικασίας και ακύρωση της υπ' αριθμ. 4417/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου
  1. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.