Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1235 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή. Περίληψη: Έκδοση πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων. Έννοια. Στοιχεία κατ' άρθρο 19 Ν. 2523/
- Δεν απαιτείται για την άσκηση ποινικής διώξεως προηγουμένη έκδοση αποφάσεως του Διοικητικού Δικαστηρίου, αλλά αρκεί το πόρισμα του διοικητικού ελέγχου. Δεν συντρέχει λόγος αναστολής της διαδικασίας ή αναβολής της εκδικάσεως μέχρι εκδόσεως αποφάσεως από το Διοικητικό Δικαστήριο επί της ασκηθείσης προσφυγής κατά της πράξεως επιβολής προστίμου. Έγγραφα συντεταγμένα σε ξένη γλώσσα. Τι πρέπει να διαλαμβάνει η απόφαση. Παραγραφή επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 Ν. 2523/1997, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με Ν. 2954/
- Αρχίζει από την θεώρηση του πορίσματος της έκθεσης ελέγχου της φορολογικής αρχής Εφαρμόζεται και στα αδικήματα του άρθρου 19 που τελέσθηκαν πριν την ισχύ του Ν. 2954/
- Αιτιολογία πλήρης και εμπεριστατωμένη - πότε υπάρχει. Η πλήρης αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται σε όλες τις αποφάσεις και στις παρεμπίπτουσες που απορρίπτουν αίτημα αναβολής κατ' άρθρο 61 ΚΠΔ. ΑΡΙΘΜΟΣ 1235/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αναγνωστόπουλο, περί αναιρέσεως της 54334/2009 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα το "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Γεώργιο Καρακώστα. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 29 Ιανουαρίου 2010, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1426/
- Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος των προσθέτων λόγων αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Σύμφωνα με το άρθρο 11 του Ν 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία ..." το Δημόσιο μπορεί να παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων και για τις αξιώσεις του που απορρέουν από τα αδικήματα του παρόντος νόμου. Η διάταξη του άρθρου 5 του ν.δ 2711/1953 εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 του ν.δ 2711/1953 "περί τροποποιήσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και περί δικών του Δημοσίου διατάξεων", το Δημόσιο "δύναται δια τας εξ` οιουδήποτε αδικήματος απορρέουσας αξιώσεις αποζημιώσεώς του, να παρίσταται ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου, προβάλλον ταύτας το πρώτον επ` ακροατηρίω άμα τη εκφωνήσει της υποθέσεως άνευ εγγράφου τινός προδικασίας και δια μόνης της δηλώσεως του νομίμου πληρεξουσίου του, καταχωριζομένης εις το οικείον πρακτικόν ...". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το Δημόσιο, κατ` εξαίρεση αυτών που ορίζει το άρθρο 68 Κ.Π.Δ, σχετικά με το χρόνο δηλώσεως παραστάσεως πολιτικής αγωγής, το περιεχόμενο και την προδικασία αυτής, διατηρεί πάντοτε το δικαίωμα να επιδιώξει τις περί αποζημιώσεως απαιτήσεις του, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που προκύπτουν από την αποφυγή απόδοσης των αναλογούντων στο Δημόσιο φόρων, συνεπεία διαπράξεως του αδικήματος της φοροδιαφυγής, δια της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, δια δηλώσεως του νομίμου εκπροσώπου του, που καταχωρείται στα πρακτικά με την εκφώνηση της υποθέσεως, πριν δηλαδή την απαγγελία της κατηγορίας και χωρίς καμία προδικασία της σχετικής αγωγής. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 αρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ, και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία, που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του ΚΠΔ. Τούτο ισχύει και για το Δημόσιο, χωρίς στο σημείο αυτό να έχει επιφέρει μεταβολή η διάταξη του άρθρου 5 του ν.δ 2711/1953, που έχει εφαρμογή και επί των αδικημάτων του ν. 2523/1997, με την οποία απαλλάχτηκε το Δημόσιο μόνο από την υποχρέωση για τήρηση της επιβαλλόμενης από το άρθρο 68 του Κ.Π.Δ, προδικασίας (ΑΠ 461/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 54334/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση της με αριθμό 65126/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, σε συνδυασμό με τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας του λόγου της αναιρέσεως, που αναφέρεται στην απόλυτη ακυρότητα, λόγω της παρά το νόμο παράστασης του Ελληνικού Δημοσίου, ως πολιτικώς ενάγοντος, προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δήλωσε, ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον, για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αξιόποινη πράξη, της φοροδιαφυγής με την έκδοση και αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ` εξακολούθηση, και για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, κατά τη δικάσιμο της 3ης Ιουνίου 2009, κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Τη δήλωση αυτή το Ελληνικό Δημόσιο, δια του δικαστικού αντιπροσώπου του, επανέλαβε και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Επομένως, παραδεκτώς παρέστη, το Ελληνικό Δημόσιο, τόσο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, και δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον, σε βάρος του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, αιτούμενο την επιδίκαση υπέρ αυτού χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης ποσού 15.000 €, που επιδικάσθηκε. Ειδικότερα το Δημόσιο νομιμοποιείται ενεργητικώς να παραστεί ως πολιτικώς ενάγον σε δίκη που αφορά παράβαση της φορολογικής νομοθεσίας, όπως εν προκειμένω, η δε δήλωση παραστάσεως υποβλήθηκε, σύμφωνα με όσα ορίζουν οι ανωτέρω διατάξεις περί του ΝΣΚ. Δεν χρειαζόταν δε για το νόμιμο της δηλώσεως που καταχωρήθηκε στα πρακτικά να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ηθική βλάβη του Δημοσίου αφού, κατά την κατηγορία, με τα εικονικά τιμολόγια που εξέδωσε και αποδέχθηκε ο αναιρεσίων σκόπευε, να αποκρύψει μεγάλου ύψους φορολογητέο εισόδημα, προκαλώντας έτσι ζημία στο Δημόσιο και συνακόλουθα ηθική βλάβη, ο αιτιώδης σύνδεσμος της οποίας με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα αξιόποινη πράξη ήταν αυτονόητος και δεν χρειαζόταν ειδικότερη ανάλυση ούτε περαιτέρω αιτιολόγηση από το Δικαστήριο για την παραδοχή της πολιτικής αγωγής και την επιδίκαση του ανωτέρω ποσού που είχε επιδικασθεί και πρωτοδίκως. Συνεπώς οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 Α (δεύτερος, τρίτος) και Δ' ΚΠΔ, (τέταρτος) λόγοι του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. ΙΙ. Ο Ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής: α) τη μη υποβολή ή τη υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18), και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19). Ειδικότερα το άρθρο 19 παρ.1 του πιο πάνω νόμου (όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 40 παρ.1 του ν.3220/2004), ορίζει ότι. "
- Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. ...
- Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου. 3......
- Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία....". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. γ του ίδιου νόμου, όπως το τρίτο εδάφιο αντικαταστάθηκε με την παρ.3 άρθρ.12 Ν.2753/1999 "...Κατ' εξαίρεση, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του ν. 2343/
- Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε ένα
(1)μήνα από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς επί της οικείας απόφασης επιβολής προστίμου (Α.Ε.Π.) του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ.), ανεξάρτητα αν κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, απαιτείται αντικειμενικώς έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί νοθεύσεως της γνησιότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση η αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση γνήσιων στοιχείων. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ.1 περ. η' του Ν.1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωσή του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υποστάσεως και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη. Από τις αυτές διατάξεις προκύπτει περαιτέρω ότι, στις περιπτώσεις που το αδίκημα της φοροδιαφυγής τελείται με τους ανωτέρω τρόπους (έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, αποδοχή εικονικών ή νόθευση), η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν έχει ως προϋπόθεση την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής, όπως ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο της αυτής διατάξεως, για τις λοιπές περιπτώσεις φοροδιαφυγής. Διάταξη, η οποία να καθιστά υποχρεωτική την αναστολή της ποινικής δίωξης για τις ανωτέρω πράξεις της φοροδιαφυγής, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 19 παρ.1 και 4 του ν. 2523/1997, μέχρις ότου να αποφανθούν αμετακλήτως τα Διοικητικά Δικαστήρια επί σχετικής προσφυγής του κατηγορουμένου για την πράξη αυτή, όχι μόνο δεν υφίσταται, αλλά η άποψη αυτή βρίσκεται σε αντίθεση με την προαναφερόμενη διάταξη του εδ. γ' άρθρου 19 παρ.2γ του ν. 2523/
- Η παρεχόμενη δε από τη διάταξη αυτή, κατ' εξαίρεση, δυνατότητα των ποινικών δικαστηρίων να ερευνήσουν αν ο κατηγορούμενος εξέδωσε ή όχι εικονικά φορολογικά στοιχεία με την πιο πάνω έννοια, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνα που εκδίδονται για συναλλαγή εν μέρει ή εν όλω ανύπαρκτη, χωρίς να έχει προηγηθεί τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε, αιτιολογείται από το ότι ο νόμος ποινικοποιεί συμπεριφορά του κατηγορουμένου για την ποινική αξιολόγηση της οποίας δεν είναι απαραίτητη, από τη φύση της, ο προηγούμενος έλεγχος της βασιμότητας ή όχι της εν λόγω φορολογικής παραβάσεως από τα διοικητικά δικαστήρια. Άλλωστε τα αρμόδια ποινικά δικαστήρια καλούνται να αποφανθούν αν συντρέχουν ή όχι της στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω αδικήματος, όπως αυτό προσδιορίζεται στο άρθρο 19 παρ.1 του ν. 2523/97, δηλαδή για ζήτημα το οποίο, σχετίζεται μεν, αλλά δεν ταυτίζεται κατ' ανάγκη, με το αντικείμενο της δίκης ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων. Διαφορετικό δε είναι το θέμα, αν η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου που θα αποφανθεί πρώτο (ποινικό ή διοικητικό) ότι τα επίμαχα φορολογικά στοιχεία ήταν ή όχι πλαστά, είναι δεσμευτική ή όχι, κατά το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, για το δικαστήριο που θα επιληφθεί στη συνέχεια. Για τον αυτό λόγο και δεν είναι υποχρεωτική η αναβολή της ποινικής δίκης για τα εν λόγω αδικήματα μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της ασκηθείσης προσφυγής από το οικείο διοικητικό δικαστήριο. Κατ' ακολουθία τούτων, η αναβολή της ποινικής δίκης, εφόσον είναι εκκρεμής δίκη ενώπιον πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου σχετική με υπόθεση που έχει σχέση με την ποινική δίκη, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη, ανήκει στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας. Η απόφαση, όμως, αυτή, που απορρίπτει σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου, πρέπει, κατ' άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 παρ. 2 του ΚΠΔ να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, διότι, άλλως, δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του αυτού Κώδικα λόγος αναιρέσεως, όχι όμως και αυτός της υπέρβασης εξουσίας για το λόγο ότι το δικαστήριο δεν ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης μέχρι της εκδόσεως τελεσίδικης ή αμετάκλητης απόφασης από τα διοικητικά δικαστήρια επί του παρεμπιπτόντως κριθέντος από το ποινικό δικαστήριο ζητήματος. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως ο αναιρεσείων υπέβαλε αίτημα αναβολής της εκδικάσεως της υποθέσεως μέχρις ότου εκδοθεί από το Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς απόφαση επί της εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 23/2008 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά με την οποία είχε ακυρωθεί η απόφαση του προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος του πρόστιμο του Κ.Β.Σ. σχετιζόμενο με τα εικονικά τιμολόγια για τα οποία η σε βάρος του ποινική δίκη. Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα με την ακόλουθη αιτιολογία: "Από τα πιο πάνω έγγραφα που αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο, προκύπτει ότι ο εκκαλών-κατηγορούμενος άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά προσφυγή κατά της υπ' αριθμ. 207/2003 απόφασης τον Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... με την οποία επιβλήθηκε πρόστιμο σε βάρος τον κατηγορουμένου του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων με αφορμή τα φερόμενα στην παρούσα δίκη εικονικά τιμολόγια. Κατά της προσφυγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 23/2008 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου με την οποία ακυρώθηκε η ως άνω προσβληθείσα απόφαση, διότι αυτή εκδόθηκε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας έκδοσης της και ειδικότερα επειδή δεν δόθηκε στον προσφεύγοντα-κατηγορούμενο η δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης ενώ το ως άνω δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με το αν τα τιμολόγια ήταν εικονικά, γεγονός που θα αποτελούσε προκριματικό ζήτημα για την παρούσα ποινική δίκη. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση στο Διοικητικό Εφετείο Πειραιά, η οποία συζητήθηκε την 24-6-
- Οποιαδήποτε όμως και αν είναι η κρίση του τελευταίου ως άνω Δικαστηρίου, δεν έχει κατά τα προεκτεθέντα (αφού αντικείμενο αυτής θα αποτελέσει η παράβαση ή όχι ουσιώδους τύπου κατά την έκδοση της 207/2003 απόφασης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... και όχι για την καταχώρηση στα βιβλία του και την έκδοση εικονικών τιμολογίων) οποιαδήποτε σχέση με την παρούσα ποινική δίκη. Επομένως, δεν συντρέχει λόγος εφαρμογής του άρθρου 61 Κ.Π.Δ. και πρέπει να απορριφθεί το σχετικό περί αναβολής της δίκης αίτημα και να ανακληθεί η υπ' αριθμ. 4746/2006 προπαρασκευαστική (αναβλητική) απόφαση αυτού του Δικαστηρίου και να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης, ενόψει και του ότι οι επιμέρους πράξεις έχουν ήδη παραγραφεί και υπάρχει άμεσος κίνδυνος παραγραφής και των λοιπών". Η αιτιολογία αυτή, εκτός του αφορώντος την παραγραφή της πράξης τμήμα της, ως προς το οποίο παρίσταται εσφαλμένη, αφού η παραγραφή άρχεται, στην κρινόμενη περίπτωση, όχι από τότε που τελέσθηκε η πράξη, αλλά από την θεώρηση του πορίσματος της εκθέσεως ελέγχου του Σ.Δ.Ο.Ε. η οποία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της έλαβε χώρα στις 16-9-2003 (ΑΠ 993/2009, ΑΠ 271/2009, ΑΠ 1427/2009), τυγχάνει πλήρης και εμπεριστατωμένη, αφού το δικαστήριο εκθέτει για ποιο λόγο δεν επηρεάζει την ενώπιον του ποινική δίκη το αποτέλεσμα εκείνης της διοικητικής δίκης, ενόψει του εκκρεμούντος ενώπιον του διοικητικού εφετείου ζητήματος, ούτε το Δικαστήριο, κατά τα ανωτέρω, είχε υποχρέωση να ερευνήσει την βασιμότητα των λόγων της προσφυγής του αναιρεσείοντος και να διαλάβει περί τούτων αιτιολογία στην ανωτέρω παρεμπίπτουσα απόφαση, όπως αβάσιμα υποστηρίζει αυτός, αφού, όπως είχε δυνατότητα, την κρίση περί της εικονικότητος των επίμαχων τιμολογίων, κατόπιν αξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων που κατ είδος παραθέτει και έλαβε υπόψη, την εξέφερε με την απόφαση επί της ενοχής του. Συνεπώς ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ, δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται, παραδεκτώς, η εν λόγω παρεμπίπτουσα απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, όχι όμως και για υπέρβαση εξουσίας, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, ενόψει του ότι η αιτηθείσα αναβολή δεν τυγχάνει υποχρεωτική, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Πλημ/κειο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της αποδοχής και έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων και για το χρονικό διάστημα που όπως έκρινε το αξιόποινο δεν εξαλείφθηκε δια παραγραφής: "Κατόπιν της με αριθμό 8764 έγγραφης εντολής του Προϊσταμένου του ΣΔΟΕ, διενεργήθηκε έλεγχος εφαρμογής διατάξεων του π.δ 186/1992 στα προσκομισθέντα στην ανωτέρω υπηρεσία χειρόγραφα βιβλία Γ' κατηγορίας και στοιχεία της ατομικής επιχείρησης, που διατηρούσε ο κατηγορούμενος επί της οδού ..., με αντικείμενο την εμπορία ηλεκτρονικών ειδών και κατά κύριο λόγο από τα τέλη του έτους 2000, σύμφωνα τα με τα βιβλία και στοιχεία της, την εμπορία κινητών τηλεφώνων. Τα παραληφθέντα τιμολόγια αγορών χρήσης 2001 αφορούσαν αγορές κινητών τηλεφώνων από τις επιχειρήσεις α) DAMI ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ οδός ..., β) GLOBALFON ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΕΣ ΑΒΕΕ, ... και γ) ... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ ..., ενώ τα αντίστοιχα τιμολόγια πωλήσεων της αυτής χρήσης, αφορούσαν πωλήσεις κινητών τηλεφώνων και κυρίως ενδοκοινοτικές παραδόσεις στις Ιταλικές Επιχειρήσεις α) EMPORIO ... IT (...χειρηματιών με δραστηριότητα στο εξωτερικό Βασικός Προμηθευτής του κατηγορουμένου ήταν η εταιρία με την επωνυμία "DAMI ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" η οποία ιδρύθηκε από τον αιγυπτιακής καταγωγής ..., το έτος 1998, με σκοπό τις εισαγωγές - εξαγωγές - γενικό εμπόριο, με έδρα το ..., αρχικώς στην οδό ... και από 1-11-2000 στην οδό .... Από τον έλεγχο που διενεργήθηκε από την ως άνω υπηρεσία στην επιχείρηση αυτή, προέκυψαν τα ακόλουθα: Στην ανωτέρω δεύτερη διεύθυνση που είχε δηλωθεί ως έδρα αυτής, υπήρχε ένα ισόγειο γραφείο, το οποίο ήταν μονίμως κλειστό το τελευταίο έτος, σύμφωνα με μάρτυρες των ιδιοκτητών όμορων καταστημάτων και όμοιο έλεγχο της Δ.Ο.Υ ..., γεγονός που επιβεβαιώθηκε από την στοιβαγμένη στην είσοδο αυτού αλληλογραφία και τα σημάδια εγκατάλειψης που παρουσίαζε ο χώρος. Κατά την αναζήτηση του ανωτέρω διαχειριστή της στην δηλωθείσα διεύθυνση ... διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει τέτοιος αριθμός γιατί η εν λόγω οδός τερματίζει στον αριθμό ..., ενώ στην επίσης δηλωθείσα ως διεύθυνση κατοικίας του ... διαπιστώθηκε ότι αυτός είχε μισθώσει προ έτους ένα ισόγειο διαμέρισμα ως έδρα της εταιρίας με την επωνυμία "Χ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" στην οποία συμμετείχε κατά ποσοστό 50% ο κατηγορούμενος, το οποίο ταυτόχρονα χρησιμοποιούσε ως κατοικία του και στο κουδούνι αναγράφονταν το όνομα ... το οποίο δεν χρησιμοποιούσε τον τελευταίο καιρό. Ομοίως δεν ανευρέθη στην οδό ..., η οποία επίσης είχε δηλωθεί ως διεύθυνση κατοικίας του. Τελικώς εντοπίστηκε στην ..., στην οδό ... στον πρώτο όροφο όπου είχε μισθώσει γραφείο με πινακίδα "DAMI ΕΠΕ" και κλήθηκε να δώσει πληροφορίες για τη δραστηριότητά του, δεδομένου ότι είχε δηλώσει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ ... απώλεια (κλοπή) βιβλίων και στοιχείων. Εμφανισθείς, στις 22-4-2002 στο ΣΔΟΕ, επέδειξε το ...-2000 διαβατήριο και την ... άδεια παραμονής αλλοδαπού, η οποία ήταν πλαστή, σύμφωνα με το ...έγγραφο του τμήματος Αλλοδαπών Αττικής. Διαπιστώθηκε ότι αυτός εκτός από την ως άνω ΕΠΕ ήταν και ομόρρυθμό τέλος της εταιρίας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", πρώην "Χ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" στην οποία συμμετείχε με ποσοστό 50% ο κατηγορούμενος, με δραστηριότητα την εμπορία κινητών τηλεφώνων οι αγορές που είχε πραγματοποιήσει η DAMI ΕΠΕ κατά το έτος 2001 ήταν μόνο ενδοκοινοτικές και οι πραγματικές ποσότητες που αγοράστηκαν πωλήθηκαν όλες στην GLUBALFON ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ Α.Ε.Β.Ε.,ενώ την μεταφορά των προϊόντων αυτών πραγματοποιούσαν διεθνείς μεταφορικές εταιρίες μέχρι το αεροδρόμιο Ελληνικού και μετά την διακοπή λειτουργίας του, το Ελ. Βενιζέλος, όπου παραλαμβάνονταν, όπως προέκυψε, από τα μεταφορικά έγγραφα που διατηρούν οι εν λόγω μεταφορικές εταιρίες στο αρχείο τους, από τονΔ, ο οποίος ήταν υπάλληλος του κατηγορουμένου και όχι της DAMI ΕΠΕ και μεταφερόνταν από αυτόν στην αγοράστρια εταιρία αφενός με το ΙΧΦ ... ιδιοκτησίας της ατομικής ως άνω επιχείρησης του κατηγορουμένου, αφετέρου με το υπ' αριθ. ... αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της εταιρίας με την επωνυμία "Χ ΟΕ" Εκτός της ανωτέρω συμμετοχής υπαλλήλων και, μεταφορικών μέσων του κατηγορουμένου στη μεταφορά των εμπορευμάτων της DAMI ΕΠΕ, σε τιμολόγια προμηθευτών αυτής (CELLSTAR UK LIMITED) και σε αλληλογραφία διεθνών μεταφορικών εταιρίων (SCHENKER ΑΕ) αναγράφεται το όνομα του κατηγορουμένου. Άλλωστε, ο ίδιος ο προαναφερόμενος διαχειριστής της DAMI ΕΠΕ, εξεταζόμενος από αρμοδίου υπαλλήλου ΣΔΟΕ, όπως κατέθεσε στο ακροατήριο ο πρώτος από τους μάρτυρες κατηγορίας, ανέφερε ότι στις αγορές και πωλήσεις κινητών τηλεφώνων τον βοηθούσε ο κατηγορούμενος, μαζί με τον οποίο εξέδισε τα τιμολόγια και γενικά όλα τα φορολογικά στοιχεία. Επίσης, στις αποδείξεις είσπραξης που εξέδιδε η DAMI ΕΠΕ για την πώληση κινητών τηλεφώνων υπέγραψαν, μέχρι τέλος Μαρτίου 2001 ο ... και από τον Απρίλιο του ίδιου έτους ο Δ, υπάλληλοι και οι δυο της επιχείρησης του κατηγορούμενου. Ενώ για τα κινητά τηλέφωνα που πώλησε η DAMI ΕΠΕ προς την GLOBALFON ΑΕΒΕ υπήρχαν τιμολόγια αγοράς, για πλήθος άλλα δελτία αποστολής - τιμολόγια πώλησης δεν αποδεικνύονταν αντίστοιχες αγορές, ήταν και η ατομική επιχείρηση του κατηγορουμένου. Ειδικότερα, λάμβανε χώρα η ακόλουθη συναλλαγή: "Ο κατηγορούμενος φερόταν να αγοράζει από την DAMI ΕΠΕ εμπορεύματα (κινητά τηλέφωνα) για τα οποία δεν υπήρχαν αντίστοιχα παραστατικά αγοράς. Επιπλέον, στο Αναλυτικό ημερολόγιο Διαφόρων Πράξεων της επιχείρησής του έχουν καταχωριστεί όλα τα δελτία αποστολής -τιμολόγια πώλησης από την DAMI ΕΠΕ, στα οποία αναγράφεται τόπος αποστολής η οδός ..., διεύθυνση όμως στην οποία, όπως προαναφέρθηκε η πωλήτρια επιχείρηση δεν λειτουργούσε, ενώ όλες οι πληρωμές για τις εν λόγω συναλλαγές, για τις οποίες εκδόθηκαν οι αντίστοιχες αποδείξεις συνολικού ποσού 1.768.683.9000 δρχ. φέρονται να έχουν γίνει μόνο με μετρητά, πράγμα που δεν συνηθίζεται στην συναλλακτική πρακτική. 2) Ακολούθως, με διαφορά 2-3 ωρών, ο κατηγορούμενος εξέδιδε τιμολόγια αποστολής των φερόμενων ως πωληθέντων εμπορευμάτων στις προαναφερθείσες αλλοδαπές εταιρίες των ως άνω Ελλήνων Επιχειρηματιών, προς τις οποίες τα εμπορεύματα φέρονται να μεταφέρονται με μέσα δημόσιας χρήσης και με το ΙΧΦ ... αυτοκίνητο του κατηγορουμένου, χωρίς για τις δεύτερες να αναγράφονται στα σχετικά δελτία αποστολής - τιμολόγια και στο CMR στοιχεία του παραλαβόντος, ενώ στις αποστολές προς την ως άνω γερμανική εταιρία δεν προσκομίστηκαν κατά τον έλεγχο παραστατικά δαπανών ή άλλο στοιχείο από το οποίο να αποδεικνύεται η διέλευση του ανωτέρω φορτηγού από το ... στην έδρα του παραλήπτη στην .... Εξάλλου, στις περιπτώσεις που η μεταφορά γινόταν με μεταφορικά μέσα των αγοραστών θα έπρεπε ο πωλητής να έχει στην κατοχή του αποδεικτικά στοιχεία (αποδείξεις διοδίων, τελών διέλευσης, στοιχεία αυτοκινήτου και οδηγού) διέλευσης του αυτοκινήτου από το λιμάνι της ..., τα οποία δεν υπήρχαν. Να σημειωθεί ότι και αυτές οι πληρωμές, συνολικού ποσού 1.629.419.000 δραχ. εμφανίζονται να γίνονται από τις ως άνω αλλοδαπές εταιρίες με μετρητά στην Ελλάδα και όχι με εμβάσματα μέσω τραπεζών προς τον κατηγορούμενο, όπως συνηθίζεται, ενώ οι ως άνω Ιταλικές επιχειρήσεις δεν τηρούσαν τραπεζικούς λογαριασμούς στην Ελλάδα, από τους οποίους να παρέχεται η δυνατότητα ανάληψης χρημάτων του ανωτέρω ύψους. Ειδικότερα, όσον αφορά στο ανύπαρκτο των εν λόγω πωλήσεων προς την εταιρία Η, όπως κατέθεσε ο πρώτος μάρτυρας κατηγορίας εξεταζόμενος στο ακροατήριο, οι Ιταλικές αρχές διενεργώντας έλεγχο στην επιχείρηση EMPORIO DI Η, διαπίστωσαν ότι οι συσκευασίες που έπρεπε να περιέχουν τα τηλέφωνα που φέρονταν πωληθέντα από τον κατηγορούμενο, ήταν άδειες, ότι δηλαδή τα κινητά τηλέφωνα δεν έφυγαν ποτέ από την Ελλάδα, 3) Στη συνέχεια, οι εν λόγω δύο ιταλικές εταιρίες και η γερμανική πωλούσαν τα κινητά τηλέφωνα που φερόταν ότι είχαν αγοράσει από τον κατηγορούμενο, σε ανύπαρκτες εταιρίες, όπως διευκρινίζεται κατωτέρω, με έδρα την Ελλάδα, επέστρεφαν δηλαδή τα πωληθέντα κινητά τηλέφωνα στην Ελλάδα. Οι εταιρείες στις οποίες οι προαναφερόμενες τρεις αλλοδαπές εταιρίες φερόνταν να πωλούν τελικώς τα φερόμενα ως αγορασθέντα από τον κατηγορούμενο κινητά τηλέφωνα ήταν κατά τον διενεργεθέντα έλεγχο οι α) ... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ, εξαφανισμένη επιχείρηση και κηρυγμένη σε κατάσταση πτώχευσης από 17-5-1999 β) ..., εξαφανισμένη, που δεν λειτούργησε ποτέ στη δηλωθείσα ως έδρα διεύθυνση γ) ..., εξαφανισμένη χωρίς υποβολή δηλώσεων από το 1997 δ) ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΣ ..., εξαφανισμένη, η οποία το έτος 2001 υπέβαλε περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ 1ου, 2ου και 3ου μήνα, χωρίς να δηλώσει ενδοκοινοτικές συναλλαγές. ε) ..., εξαφανισμένη επιχείρηση για την οποία έγινε υποβολή δήλωσης έναρξης εργασιών με χρήση πλαστής βεβαίωσης κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης αστυνομικής ταυτότητας και στ) ... εξαφανισμένη χωρίς δήλωση εισοδημάτων για τα έτη 2000 και
- Από τα παραπάνω που αποδείχθηκαν προκύπτει ότι οι ως άνω συναλλαγές δεν ήταν πραγματικές αλλά αποτελούσαν συναλλαγή που χαρακτηρίστηκε από τον πρώτο μάρτυρα κατηγορίας ως "στοβιλισμός της συναλλαγής τύπου carousel" με σκοπό την παράνομη είσπραξη από τον κατηγορούμενο ΦΠΑ από την ενδοκοινοτική συναλλαγή. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος φερόταν να αγοράζει κινητά τηλέφωνα από την DAMI ΕΠΕ, τα οποία στη συνέχεια φερόταν να πωλεί στις ως άνω αλλοδαπές εταιρίες Ελλήνων επιχειρηματιών, χωρίς να υπολογιστεί το ΦΠΑ στα τιμολόγια που εξέδιδε λόγω ενδοκοινοτικής παράδοσης, δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις για την επιστροφή του ΦΠΑ των αγορών τους, δηλαδή του ΦΠΑ των τιμολογίων αγορών από την DAMI ΕΠΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1642/1986, όπως ισχύει μετά την ισχύ των διατάξεων του ν. 2859/2000, ζημιώνοντας έτσι το Ελληνικό Δημόσιο. Επομένως, αποδείχθηκε χωρίς αμφιβολία ότι: Α) Τα τιμολόγια που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, με τα οποία ο κατηγορούμενος φέρεται να αγόρασε από την εταιρία με την επωνυμία "DAMI ΕΠΕ" κινητά τηλέφωνα, ήταν εικονικά γιατί δεν αφορούσαν πραγματικές συναλλαγές και αυτός το γνώριζε με βεβαιότητα, εφόσον αποδείχθηκε ότι εμπλέκονται στενά στη δραστηριότητα της DAMI ΕΠΕ με την άμεση συμμετοχή του στην έκδοση τιμολογίων, με τη μεταφορά των εμπορευμάτων και τις συναλλαγές της με την αλλοδαπή και β)Τα τιμολόγια που αναφέρονται στο κατηγορητήριο με τα οποία ο κατηγορούμενος φέρεται να πώλησε τα ίδια ως άνω εμπορεύματα, ήταν προφανώς εικονικά, εφόσον δεν είχε ποτέ λάβει χώρα η αγορά των πωλούμενων εμπορευμάτων". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο των ανωτέρω πράξεων και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών
(3)ετών, για κάθε μία και συνολική τεσσάρων
(4)ετών την οποία μετέτρεψε προς δέκα
(10)Ευρώ την ημέρα. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Πλημ/κειο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ 1 ΠΚ και 19 Ν.2523/1997, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο, κατά τα ανωτέρω, να διαλάβει οποιαδήποτε αιτιολογία του σκοπού για τον οποίο ο αναιρεσείων εξέδωσε και αποδέχθηκε τα αναφερόμενα αναλυτικά στο διατακτικό, κατά παραπομπή από το σκεπτικό, εικονικά τιμολόγια, αφού πλέον, όπως λέχθηκε στην προηγούμενη νομική σκέψη, κάτι τέτοιο δεν αξιώνει η έχουσα εφαρμογή στην κρινόμενη περίπτωση διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 Ν. 2523/1997, εν αντιθέσει προς την προηγούμενη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1 του Ν. 1591/1986. Ως εκ περισσού δε διέλαβε και περί αυτού σκέψεις η προσβαλλομένη απόφαση σε τρόπο ώστε να μη δημιουργείται αντίφαση εκ των πλεοναστικώς εκτιθεμένων, ως προς τον σκοπό εκδόσεως και αποδοχής των εικονικών τιμολογίων, αιτιολογιών, ούτε να γεννάται ζήτημα ελλείψεων αυτών, όπως αβάσιμα υποστηρίζει με τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ, πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων. Εξάλλου δεν ήταν υποχρεωμένο το Δικαστήριο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να προβεί σε συγκριτική αξιολόγηση όλων των αναγνωσθέντων εγγράφων και δεν συνάγεται, εκ του ότι δεν μνημονεύει ειδικώς, ούτε αξιολογεί κατ ιδίαν, τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα στον τρίτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων έγγραφα, ότι δεν τα έλαβε υπόψη ούτε τα εκτίμησε, αρκούσης της αναφοράς στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν, μεταξύ των άλλων και όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Ούτε μπορεί να συναχθεί μια τέτοια κρίση, εκ του παρατιθέμενου στο αποδεικτικό πόρισμα της αποφάσεως, περί της εικονικότητας, κατά την ανωτέρω έννοια, των επίμαχων τιμολογίων, που εξέδωσε και αποδέχθηκε ο αναιρεσείων, μεταξύ των πολλών άλλων, επιχειρήματος περί της μη πραγματοποιήσεως των αγορών και πωλήσεων των εμπορευμάτων που αφορούσαν τα εν λόγω τιμολόγια και της κατ ακολουθία μη εισαγωγής στην επιχείρησή του και μη εξαγωγής τους απ αυτήν, με προορισμό τις αναφερόμενες χώρες της Ευρώπης, λόγω μη προσκομίσεως εγγράφων που να αποδεικνύουν ότι τα αυτοκίνητα που τα μετέφεραν πέρασαν από τα σύνορα της Ελλάδος, ενώ είχαν αναγνωσθεί τα αναφερόμενα στον λόγο αυτό έγγραφα, που εκδίδονται κατά τις διασυνοριακές μεταφορές, αφού, από τις παραδοχές τις αποφάσεως, καθίσταται σαφές ότι το Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι τα έγγραφα αυτά αφορούσαν διακίνηση των συγκεκριμένων εμπορευμάτων (κινητών τηλεφώνων), την οποία (διακίνηση) προς και από την επιχείρησή του, απέκρουσε με τις ειδικές αιτιολογίες και επιχειρήματα που παραθέτει. Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ'ΚΠΔ, πρώτος του κυρίου δικογράφου και τρίτος του δικογράφου των προσθέτων λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. ΙV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Περίπτωση μη ανάγνωσης εγγράφου που δημιουργεί την πιο πάνω ακυρότητα υπάρχει και όταν το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο ήταν συνταγμένο σε ξένη γλώσσα και δεν βεβαιώνεται στην κατά τη δίκη αυτή εκδοθείσα απόφαση, ότι ο κατηγορούμενος ή ο εκπροσωπών αυτόν συνήγορός του μπορούσε να αντιληφθεί την έννοια των αναγραφόμενων σ' αυτό. Τα ανωτέρω δεν ισχύουν όταν τα ξενόγλωσσα έγγραφα τα προσκομίζει ο ίδιος ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του, που τον εκπροσώπησε στην δίκη, προς υπεράσπισή του, και ζήτησε να αναγνωσθούν, όπως και έγινε, διότι στην περίπτωση αυτή, ως επικαλούμενος και προσάγων αυτά, γνωρίζει το περιεχόμενό τους και μπορεί έτσι να προβαίνει κατ' άρθρο 358 του ΚΠΔ, σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία, είναι δε διαφορετικό ζήτημα το ότι το δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί την ανάγνωσή τους, εφόσον δεν προσκομίζονται σε επίσημη μετάφραση, το οποίο δεν τίθεται εν προκειμένω. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλομένης, μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων αναφέρονται: με αριθμό 180 "φωτοαντίγραφο ιταλικού εγγράφου" και 184 "τέσσερις
(4)σελ. σε φωτοαντίγραφο (ΔΑΤ και άδεια οδήγησης Ζ και ιταλικό έγγραφο)". Από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των επίμαχων εγγράφων και δη των τεσσάρων σε φωτοτυπία εγγράφων που αναφέρονται με αριθμό 184, μεταξύ των αναγνωσθέντων ένα
(1)Δ.Α.Τ., ένα
(1)Ιταλικό Έγγραφο, και η άδεια ικανότητος οδήγησης της Ζ, προκύπτει ότι πρόκειται για το ... Δ.Α.Τ. της Ζ το από... έγγραφο του Ιταλικού υπουργείου Μεταφορών (πρόκειται για άδεια κυκλοφορίας με αριθμό ... αυτοκινήτου, συντεταγμένο στην Ιταλική γλώσσα) και την με αριθμό ... άδεια ικανότητος οδήγησης της ανωτέρω Ζ, σε δύο φύλλα. Τα έγγραφα όμως αυτά προσκομίσθηκαν και από τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο σε φωτοτυπικά αντίγραφα, θεωρημένα για την ακρίβειά τους προς το πρωτότυπο από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του Διονύσιο Κριθαρά, που τον εκπροσώπησε ενώπιον του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστηρίου. Συνεπώς, κατά τα ανωτέρω, δεν γεννάται ζήτημα να μη αντιλαμβάνεται το περιεχόμενο του εγγράφου ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου που το προσκόμισε στη δίκη και ζήτησε να αναγνωσθεί, προς υπεράσπιση του αναιρεσείοντος, με πλήθος άλλων εγγράφων που αφορούν τις, κατά τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, εμπορικές δοσοληψίες με αλλοδαπές επιχειρήσεις, για τις οποίες γίνεται αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως η ιταλική επιχείρηση ELEKTRON, έγγραφα της οποίας συντεταγμένα στην αγγλική, όπως και έγγραφα του κατηγορουμένου προς αυτήν, συντεταγμένα στην ίδια γλώσσα, τα οποία προσκομίσθησαν από τον ίδιο, όπως τα με αριθμό 163 δέκα επτά
(17)φωτοτυπημένα αντίγραφα εγγράφων στα οποία περιλαμβάνονται και το από ... έγγραφο στην αγγλική γλώσσα της ανωτέρω ιταλικής εταιρίας που απευθύνεται προς τον αναιρεσείοντα, το ... τιμολόγιο πωλήσεως με το οποίο φέρεται να της πουλάει κινητά τηλέφωνα ΝΟΚΙΑ, το από 28/8/2001 έγγραφο του ιδίου προς την γερμανική εταιρία GA.MA, το οποίο συνοδεύει το ... τιμολόγιο -Δ.Α. του, με το οποίο φέρεται να της πουλάει κινητά τηλέφωνα ΝΟΚΙΑ. Επίσης όμοια έγγραφα τυγχάνουν και τα με αριθ. 166 αναγνωσθέντα, όπως επίσης και το από 22-6-2001 έγγραφο της ιταλικής εταιρίας ELEKTRON στην αγγλική πάντοτε γλώσσα με αριθμό 150 αναγνωσθέντος, το οποίο, όπως συμβαίνει και με πλήθος άλλων εγγράφων, δεν φέρει σημειωμένο επ αυτού τον αριθμό "150", όπως επίσης και τα με αριθμούς 174 αναγνωσθέντα, τρία
(3)φωτοτυπημένα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και έγγραφο της ELEKTRON προς τον αναιρεσείοντα και 188, 189 αναγνωσθέντα επτά
(7)και εννέα
(9)φωτοτυπημένα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και επιστολές στην ίδια γλώσσα του αναιρεσείοντος προς τις ανωτέρω ιταλική και γερμανική εταιρίες ELEKTRON και GA.MA. Με αριθμό ''180'' ιταλικό έγγραφο δεν ταυτοποιήθηκε, αλλ αντιθέτως τον αριθμό αυτό φέρει το ... τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών της εταιρίας SIGMA (ΣΙΓΜΑ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ Α.Ε.), το οποίο είναι συντεταγμένο στην ελληνική γλώσσα και έχει εκδοθεί για παροχή υπηρεσιών (πρακτόρευση) στον αναιρεσείοντα. Αντιθέτως μεμονωμένο έγγραφο στην ιταλική γλώσσα, χωρίς να φέρει το αριθμό 180, είναι το από 6/11/2000 έγγραφο, το οποίο προσκόμισε στο δικαστήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος Διονύσιος Κριθαράς, που φέρει την από 10-9-2004 επικύρωση του ιδίου. Τα με αριθμούς 180 και 184 αναγνωσθέντα έγγραφα, επί των οποίων στηρίζει τον παρόντα πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων, επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων, μεταξύ πολλών άλλων, με τον τρίτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων, που απορρίφθηκε κατά τα ανωτέρω στην προηγούμενη σκέψη εκτεθέντα, προς απόδειξη της αβασιμότητας των παραδοχών της προσβαλλομένης ότι τα κινητά τηλέφωνα που φέρεται ότι πώλησε σε εταιρίες του εξωτερικού ο αναιρεσείων, με τα εικονικά τιμολόγια, τα οποία και εξήχθησαν από την Ελλάδα και παραδόθηκαν σ αυτές, ουδέποτε πωλήθηκαν, εξήχθησαν από το δήθεν κατάστημά του και από τη Χώρα και παραδόθηκαν στις αγοράστριες εταιρίες της αλλοδαπής, για τις οποίες γίνεται λόγος στο σκεπτικό της προσβαλλομένης. Όλα τα ανωτέρω έγγραφα αναγνώσθηκαν, χωρίς να προβληθεί οποιαδήποτε αντίρρηση από τον πληρεξούσιο δικηγόρο που εκπροσωπούσε στην δίκη τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα. Ενόψει όλων των προεκτεθέντων δεν απαιτούνταν, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, να διαβεβαιώνεται στην απόφαση ότι ο συνήγορός του ήταν σε θέση να κατανοήσει το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών και να μη παράγεται, κατά τα ανωτέρω, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, εκ της παραλείψεως αυτής. Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Α', σε συνδυασμό με 171 παρ. 1 δ του ΚΠΔ πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων της αιτήσεως αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, τόσον η κρινόμενη κυρία αίτηση αναιρέσεως, όσον και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στην δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου που παραστάθηκε (176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, την από 18-9-2009 αίτηση (δήλωση) του Χ και τους πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της με αριθμ. 54334/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κειου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)€ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου από τριακόσια
(300)€. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ