Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1243 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Ερμηνεία βούλησης διαθέτη. Περίληψη: Ερμηνεία διαθήκης. Αναζητείται μόνο η αληθής βούληση του διαθέτη, κατ' αρθρ. 173 ΑΚ. Μη εφαρμογή των κριτηρίων που αρθρ. 200 του ΑΚ. Αναιρετικός έλεγχος κατ' άρθρ. 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. Αναιρεί Εφ.Πατρ. 967/
- Αριθμός 1243/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλύματος του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Β. Δ. του Ν., συζ. Μ. Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κλικίζο. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Δ. του Ν., συζ. Φ. Λ., κατοίκου ..., και 2) Ε. Δ. του Ν. . Η 1η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Λεπίδα και η 2η δεν παραστάθηκε, διότι όπως αναφέρεται στην από 19/4/2011 κλήση απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους: 1) Β. Ζ. του Π., 2) Π. Ζ. του Β., και 3) Ν. Ζ. του Β., κατοίκους ..., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη. Ο Β. Ζ., ατομικά και ως ασκών τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του Π. και Ν., παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/1/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 76/2005 του ιδίου Δικαστηρίου και 967/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/1/2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από την από 10/9/2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 επ. ΑΚ κατά την ερμηνεία της διαθήκης αναζητείται μόνο η αληθινή βούληση του διαθέτη, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 του ΑΚ, αφού αυτά αναφέρονται σε συμβάσεις και όχι σε μονομερείς δικαιοπραξίες. Σκοπείται, δηλαδή, η ανεύρεση της υποκειμενικής άποψης του διαθέτη, χωρίς να ερευνάται η αντικειμενική έννοια υπό την οποία θα αντιλαμβάνονταν τη βούλησή του οι τρίτοι, κατά την συναλλακτική καλή πίστη. Προσφυγή σε ερμηνεία της διαθήκης συγχωρείται μόνο εάν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο της διαθήκης, ήτοι ότι δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της διαθήκης η έννοια της βούλησης του διαθέτη, είτε γιατί αυτή δεν εκφράστηκε με σαφήνεια, δημιουργώντας έτσι αντίστοιχη αμφιβολία, είτε γιατί η ίδια εκφράστηκε ατελώς, παρουσιάζοντας έτσι αντίστοιχο κενό. Τόσο η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και η μετά τη διαπίστωση αυτή κρίση για την αληθινή βούληση του διαθέτη, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο τον Αρείου Πάγου. Αντίθετα, ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ανωτέρω ερμηνευτικών κανόνων όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρότι αμέσως ή εμμέσως διαπίστωσε κενό ή ασάφεια στη διαθήκη, δεν προσέφυγε σε ερμηνεία της, ή, αν και προσέφυγε σε ερμηνεία της, δεν αναζήτησε, ακόμη και λαμβάνοντας στοιχεία εκτός της διαθήκης, την αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική του άποψη, αλλά ερμήνευσε τη βούληση του διαθέτη όπως αντικειμενικά, κατά την συναλλακτική καλή πίστη, την εκλαμβάνουν οι τρίτοι (ΑΠ 96/2010, ΑΠ 1262/2008, ΑΠ 865/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με το επικαλούμενο με την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων δικαίωμα συγκυριότητας επί του υπό διανομήν κοινού ακινήτου: Ο πατέρας των διαδίκων Ν. Δ., ο οποίος απεβίωσε στις 7-4-1976, ήταν κύριος, νομέας και κάτοχος ενός ακινήτου, έκτασης 4.276 τμ, που βρίσκεται στη θέση "..." του χωριού ... και συνορεύει (...). Στο ανατολικό τμήμα αυτού του ακινήτου, προς την κοινοτική οδό, ο Ν. Δ. είχε κατασκευάσει οικία, και το τμήμα αυτό, έκτασης 600 τμ, διαχώρισε από την υπόλοιπη έκταση με φράκτη. Έτσι, ο Ν. Δ. διαχώρισε το όλο ακίνητο των 4.276 τμ σε δύο επί μέρους τμήματα, ένα 600 τμ, στο οποίο βρισκόταν η οικία του, και ένα 3.676 τμ και κατά νεότερη καταμέτρηση 3.655,63 τμ, το οποίο χρησιμοποιούσε ως δενδροπερίβολο και αποτελεί το επίδικο στην παρούσα δίκη. Περαιτέρω, ο Ν. Δ. διατύπωσε την τελευταία του θέληση στην .../2-1-1976 δημόσια διαθήκη του ενώπιον του συμβολαιογράφου Ερινεού Δημητρίου Μερτικά, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα 135/2-6-1976 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Στη διαθήκη αυτή όρισε, εκτός των άλλων, που δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση, και τα εξής: Α) "Ονομάζω και εγκαθιστώ κληρονόμους μου της μετά το θάνατο μου ευρεθησομένης κινητής και ακίνητης περιουσίας μου τα τέκνα μου: 1) Β. Δ., 2) Μ. Δ., 3) Ε. Δ. και τη σύζυγο μου Α. ... Εις τη θυγατέρα μου Β. (εναγομένη) αφήνω το ανατολικό μέρος της οικίας μου της ευρισκομένης εντός του χωρίου ... και τα δύο δωμάτια μετά της περιοχής της και β) εν περιβόλιον εκτάσεως 100 τμ κείμενον εις την ιδίαν περιφέρειαν και εντός του χωρίου .... Εις την θυγατέρα μου Μ. (πρώτη ενάγουσα) αφήνω: α) εν δωμάτιο εκ της άνω οικίας και δη προς το δυτικόν μέρος ... γ) αγρόν εκτάσεως 100 τμ κείμενον εντός του χωρίου ... και δη προς δυσμάς... Εις την θυγατέρα μου Ε. (δεύτερη ενάγουσα) αφήνω: α) εν δωμάτιο μετά της κουζίνας εκ της άνω οικίας της κειμένης εντός του χωρίου ..., γ) αγρόν εκτάσεως 100 τμ, κείμενον εντός του χωρίου ... ... Εις την σύζυγόν μου Α. αφήνω μίαν σταφιδάμπελο, εκτάσεως 4 στρεμμάτων εις την θέσιν "..." ... και το δικαίωμα οικήσεως εφ' όρου ζωής της εν τη άνω εν ... οικίαν μου ...". Από το περιεχόμενο των παραπάνω διατάξεων της διαθήκης του πατέρα των διαδίκων Ν. Δ. συνάγεται ότι από το πιο πάνω ακίνητο των 4.276 τμ, αυτός διέθεσε μόνον το διακεκριμένο τμήμα των 600 τμ (ανατολικό), στο οποίο βρισκόταν η οικία του και διαχωρίζεται από την υπόλοιπη έκταση με φράκτη, το οποίο και κατέλιπε στην εναγομένη. Για το υπόλοιπο, επίσης διακεκριμένο, τμήμα των 3.655,63 τμ (δυτικό) δεν περιέχεται διάταξη στη διαθήκη και συνεπώς γι' αυτό εχώρησε η εξ αδιαθέτου διαδοχή. Κατά το χρόνο του θανάτου του ο Ν. Δ. άφησε πλησιέστερες συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, για την περιουσία του που δε διέθεσε με τη διαθήκη του, τη σύζυγο του Α. χήρα Ν. Δ., το γένος Ε. Τ., και τις κόρες του, κατά ποσοστό 1/4 ή 2/8 εξ αδιαιρέτου την καθεμία. Στη συνέχεια, η μητέρα των ανήλικων τότε διαδίκων Α. χήρα Ν. Δ., ενεργώντας για τον εαυτό της αλλά και ως επίτροπος αυτών, προέβη σε αποδοχή της κληρονομίας του Ν. Δ. που δε διατέθηκε με την πιο πάνω διαθήκη του δυνάμει της .../29-10-1976 πράξης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αιγίου Ιωάννη-Ευθυμίου Γεροντίνη, που μεταγράφηκε νόμιμα. Επίσης, με τις ..., ... και .../21-12-1976 πράξεις αποδοχής κληρονομίας του ίδιου παραπάνω συμβολαιογράφου η Α. χήρα Ν. Δ. αποδέχθηκε, για λογαριασμό των διαδίκων, την κληρονομία του Ν. Δ. που περιήλθε σ' αυτές δυνάμει της .../1976 δημόσιας διαθήκης του, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται το ακίνητο (δενδροπερίβολο) των 3.655,63 τμ, που βρίσκεται δυτικά της οικίας του. Περαιτέρω, οι διάδικοι, μετά την ενηλικίωσή τους, προέβησαν και πάλι, μαζί με τη μητέρα τους, σε δήλωση αποδοχής της κληρονομίας του πατέρα τους που δεν διατέθηκε με την προαναφερόμενη διαθήκη του, δυνάμει της .../31-8-1987 πράξης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αιγίου Γεωργίου Γεωργόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Στην τελευταία δήλωση οι διάδικοι (ενάγουσες-εναγομένη), συμπληρώνοντας τις δηλώσεις αποδοχής του έτους 1976, περιγράφουν τα συγκεκριμένα ακίνητα του Ν. Δ. για τα οποία εχώρησε η εξ αδιαθέτου διαδοχή, μεταξύ των οποίων και το επίδικο, που αναφέρουν ότι συνορεύει με οικία του πατέρα τους. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ο Ν. Δ., διατυπώνοντας την τελευταία του θέληση σε δημόσια διαθήκη, διαχώρισε το αρχικό ακίνητο του των 4.276 τμ σε δύο επί μέρους τμήματα, όπως ήταν και στην πραγματικότητα διαχωρισμένα μεταξύ τους με φράκτη, από τα οποία το ανατολικό, 600 τμ, στο οποίο βρίσκεται και η οικία του, κατέλιπε στην εναγομένη και το δυτικό (επίδικο δενδροπερίβολο) το άφησε αδιάθετο και περιήλθε στις κόρες του και τη σύζυγό του κατά ποσοστό 1/4 ή 2/8 εξ αδιαιρέτου στην καθεμία. Από τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται δεν αποδεικνύεται ότι η πραγματική θέληση του διαθέτη Ν. Δ. ήταν να περιέλθει το επίδικο, μαζί με το τμήμα που βρίσκεται η οικία του, στην εναγομένη ως ενιαίο ακίνητο, όπως η τελευταία αβάσιμα υποστηρίζει. Εάν αυτό συνέβαινε, τότε η μητέρα των διαδίκων ασφαλώς θα αποδεχόταν και το επίδικο για λογαριασμό της ανήλικης τότε εναγομένης το έτος 1976, όπως έπραξε με τα υπόλοιπα ακίνητα που της κατέλιπε ο διαθέτης πατέρας της. Εξάλλου, η ίδια η εναγομένη, ενήλικη πλέον και όχι εκπροσωπούμενη από τη μητέρα της, προέβη, όπως εκτέθηκε και πιο πάνω, μαζί με τις ενάγουσες αδελφές της και τη μητέρα της, στη .../1987 δήλωση αποδοχής κληρονομίας, με την οποία αποδέχεται το επίδικο κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και όχι ως αποκλειστική κληρονόμος, ενώ προς απόκρουση άλλης (από 6-4-1998) αγωγής των εναγουσών εναντίον της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου ισχυρίστηκε με τις προτάσεις της ότι το επίδικο ανήκει στη συγκυριότητα αυτής και των εναγουσών, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στην καθεμία, ομολογία την οποία στη συνέχεια ανακάλεσε, επικαλούμενη ότι αυτή δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχεται ότι η μητέρα των διαδίκων Α. χήρα Ν. Δ. με το .../25-9-2003 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Πατρών Παναγιώτας Αρβανίτη, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στις ενάγουσες θυγατέρες της, κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου στην καθεμία, το 1/4 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου, που είχε περιέλθει σ' αυτή, σύμφωνα με τα παραπάνω, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο του συζύγου της. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η μητέρα της Α. χήρα Ν. Δ. δεν ήταν συγκυρία του επιδίκου κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, όπως αυτό κρίθηκε με την 86/1999 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου. Με την τελευταία απόφαση όμως, η οποία σημειώνεται ότι δεν προκύπτει εάν έχει καταστεί ή όχι τελεσίδικη, αναγνωρίστηκε, κατόπιν ομολογίας της τότε εναγομένης, μητέρας των διαδίκων, η αποκλειστική κυριότητα καθεμιάς από τις τότε και τώρα ενάγουσες επί ενός οικοπέδου έκτασης 1.150 τ.μ στη θέση "..." ... και όχι η μη ύπαρξη δικαιώματος συγκυριότητας της μητέρας των διαδίκων επί του επιδίκου. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι οι ενάγουσες-αναιρεσίβλητες κατέστησαν συγκυρίες του επίδικου κοινού ακινήτου κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου η καθεμία και ειδικότερα κατά 2/8 εξ αδιαιρέτου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του πατέρα τους Ν. Δ. και κατά 1/8 λόγω γονικής παροχής της μητέρας τους και η εναγομένη αντίστοιχα συγκυρία κατά 2/8 εξ αδιαιρέτου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα της και εν συνεχεία δέχθηκε και κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή διανομής του ως άνω κοινού ακινήτου, απορρίπτοντας την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως. Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμησή του, προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.β' ΚΠολΔ, διότι, ενώ διαπίστωσε κενό ή ασάφεια στην ανωτέρω διαθήκη του πατέρα της αναφορικά με τη διάταξή της που αφορά το πρώτο ακίνητο (οικία με την περιοχή της) που της κατέλιπε, δεν προσέφυγε στον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 173 ΑΚ, για την αναζήτηση της αληθινής βούλησης του διαθέτη ως προς την ταυτότητα του ακινήτου αυτού, στο οποίο, κατά την άποψή της, περιλαμβάνεται και το επίδικο. Όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες σχετικές με την ως άνω διαθήκη παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την παράθεση επιχειρημάτων και τη χρησιμοποίηση στοιχείων έξω από τη διαθήκη, όπως οι προαναφερόμενες δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας (για τη στήριξη της κρίσης ότι ο διαθέτης από το πιο πάνω ακίνητο των 4.276 τμ, διέθεσε μόνον το διακεκριμένο τμήμα των 600 τμ, στο οποίο βρισκόταν η οικία του), το Εφετείο δέχεται εμμέσως αλλά σαφώς την ύπαρξη ασάφειας και εντεύθεν αμφιβολίας ως προς την έννοια της βούλησης του διαθέτη αναφορικά με την ταυτότητα του πρώτου ακινήτου "οικία με την περιοχή της" που κατέλιπε στην αναιρεσείουσα και παρόλα αυτά δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 173 και 1781 επ. του ΑΚ για την αναζήτηση της αληθινής βούλησης του διαθέτη ως προς τον κρίσιμο όρο "περιοχή της οικίας" κατά την υποκειμενική του άποψη, χωρίς να ερευνάται η αντικειμενική έννοια υπό την οποία θα αντιλαμβάνονταν τη βούλησή του οι τρίτοι, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη. Επομένως ο εξεταζόμενος πρώτος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ., λόγος του αναιρετηρίου είναι βάσιμος. ΙΙ. Κατ' ακολουθίαν και κατά παραδοχήν του ως άνω λόγου, μετά την οποία παρέλκει η έρευνα των λοιπών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη αυτή απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580§3 του ΚΠολΔ), και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ).- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 967/2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου
- Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιουνίου
- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ