← Ελλάδα

ΑΠ 1243/2014 — Αοριστία αγωγής, Αποδοχές μισθωτού, Πρόσθετη αμοιβή μισθωτού

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1243 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Αοριστία αγωγής, Αποδοχές μισθωτού, Πρόσθετη αμοιβή μισθωτού. Περίληψη: Διαζευκτική ή επικουρική εναγωγή, έννοια και οριοθέτηση. Αγωγή για πρόσθετες αμοιβές και αποζημιώσεις, πρωτοδίκως δεκτή εν μέρει και στο Εφετείο απορριφθείσα ως απαράδεκτη α) λόγω επικουρικής εναγωγής της 2ης εναγομένης, περαιτέρω εργοδότη από δανεισμό εργασίας και β) αόριστη κατά τα λοιπά ως προς την 1η εναγομένη, κυρίως εργοδότη. Παραβίαση άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. Αναιρεί. Αριθμός 1243/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 25η Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Μ. Π. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Αναγνωστόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…", με το διακριτικό τίτλο "....", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στη …και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", με το διακριτικό τίτλο "....", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στη ..., οι οποίες παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου-Σέργιου Σακαλή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 638/2009 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3421/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-6-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 29-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 74, 75, 79, 111, 116, 118 αρ.4, 216 παρ.1, 218, 219 και 246 ΚΠολΔ συνάγονται τα ακόλουθα: Οι θεμελιώδεις δικονομικές αρχές της εφαρμογής έγγραφης προδικασίας

(111)και της αποφυγής ενεργειών που οδηγούν σε παρέλκυση της δίκης
(116)δημιουργούν την υποχρέωση, σε όποιον ζητεί δικαστική προστασία, να προσδιορίζει στο δικόγραφό του το σχετικό αίτημα με τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο (118.4), έτσι ώστε αυτό να δικαιολογείται έναντι του αντιδίκου του (216.1), χωρίς αντιφάσεις και χωρίς να επιφέρει σύγχυση
(218). Η υποχρέωση αυτή παραβιάζεται, μεταξύ άλλων και, επί διαζευκτικής ή επικουρικής εναγωγής. Διαζευκτική εναγωγή υπάρχει όταν ενάγουν ή ενάγονται περισσότερα πρόσωπα, χωρίς να προσδίδεται σε ένα από αυτά, με οριστικό και θετικό τρόπο, η ιδιότητα του ενάγοντος (ως δικαιούχου) ή του εναγομένου (ως υποχρέου), σε συγκεκριμένη, έννομη σχέση δίκης. Επικουρική εναγωγή υπάρχει όταν, επί περισσοτέρων, ο δεύτερος ή οι επόμενοι διάδικοι ενάγουν ή ενάγονται μόνο για την περίπτωση απόρριψης της αγωγής ως προς τον αμέσως προηγούμενο από αυτούς. Επί διαζευκτικής ή επικουρικής εναγωγής περισσοτέρων, το αίτημα παροχής δικαστικής προστασίας είναι απαράδεκτο, λόγω ακυρότητας του δικογράφου για έλλειψη προδικασίας (111.2), η οποία επέρχεται επί μεν διαζευκτικής εναγωγής από την αοριστία της αγωγής ως προς το πρόσωπο του διαδίκου, επί δε επικουρικής εναγωγής από την απαγορευμένη άσκηση αυτής υπό αίρεση (219.1). Το απαράδεκτο ερευνάται και η εντεύθεν απόρριψη της αγωγής επέρχεται ακόμη και με αυτεπάγγελτη ενέργεια του δικαστηρίου. Προκειμένου, όμως, να απαγγελθεί το απαράδεκτο, πρέπει να αποκλεισθεί, σε συγκεκριμένη περίπτωση και σύμφωνα με το ιστορικό της αγωγής, η συνδρομή των προϋποθέσεων της ενεργητικής ή παθητικής ομοδικίας (74, 75). Και περαιτέρω, πρέπει να είναι τέτοια η σύγχυση, που προκαλείται από το περιεχόμενο του δικογράφου, ώστε, ακόμη και αν τα πλείονα αιτήματα υπέρ ή κατά περισσοτέρων διαδίκων είχαν ασκηθεί ξεχωριστά, να μην υπήρχε ενδεχόμενο να ενωθούν και συνεκδικασθούν από το δικαστήριο, διότι κάτι τέτοιο δεν επρόκειτο να συμβάλει στη διευκόλυνση διεξαγωγής της δίκης
(246). Άλλως, δεν πρόκειται για απαγορευμένη διαζευκτική ή επικουρική εναγωγή, αλλά για θεμιτή υποκειμενική ή αντικειμενική σώρευση αγωγών, η οποία, με την προϋπόθεση ότι το δικόγραφο δεν έχει άλλο, αθεράπευτο ελάττωμα, οδηγεί στην αποφυγή της έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, εξυπηρετεί την αρχή της οικονομίας της δίκης και, μακριά από στερεότυπες (φορμαλιστικές) πρακτικές (Διοικητική ΟλΑΠ 14/2010), συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης. Εξ άλλου, κατ' άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. 2. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της ένδικης, από 22-12-2006 αγωγής του αναιρεσείοντος (ενάγοντος και εφεσιβλήτου) κατά των αναιρεσιβλήτων (εναγομένων και εκκαλουσών) εταιριών, προκύπτει ότι σ' αυτήν εκτίθενται τα ακόλουθα: Ότι την 26-10-2001, η πρώτη από τις εναγόμενες, που διατηρεί επιχείρηση εκμετάλλευσης καταστημάτων νυκτερινής διασκέδασης, προσέλαβε τον ενάγοντα, με ατομική σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με πλήρη απασχόληση, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος (παρκαδόρος), σύμφωνα με τις εντολές της, στους χώρους στάθμευσης των αυτοκινήτων των προσερχόμενων συνεργατών ή πελατών στα διάφορα καταστήματά της (προσδιορίζονται στην αγωγή). Ότι, κατά τη σύμβαση, ο ενάγων είχε την υποχρέωση να εργάζεται οκτώ
(8)συνεχόμενες ώρες από την 21:00 ώρα της Τετάρτης μέχρι την 05:00 ώρα της Πέμπτης και ούτω καθ' εξής μέχρι την 05:00 ώρα της Δευτέρας εκάστης εβδομάδος, αντί του εκάστοτε συμφωνημένου ημερομισθίου (προσδιορίζεται, κατά περιόδους, στην αγωγή). Ότι κατά την εξέλιξη της συμβάσεως και με τη συναίνεσή του, η πρώτη από τις εναγόμενες τον απασχολούσε, με τον τρόπο που αναφέρθηκε, μόνο κατά τη χειμερινή περίοδο (από Οκτώβριο μέχρι Απρίλιο εκάστου έτους), ενώ κατά τη θερινή περίοδο (από Μάιο μέχρι Σεπτέμβριο εκάστου έτους) δάνειζε την εργασία του στη δεύτερη από τις εναγόμενες, η οποία ασκούσε παρόμοια επιχείρηση και τον απασχολούσε αντιστοίχως, με τον ίδιο τρόπο. Ότι, αντίθετα προς τα συμφωνηθέντα και προς την πραγματικότητα, η πρώτη από τις εναγόμενες εμφάνιζε προς τις αρμόδιες υπηρεσίες τη μεταξύ τους εργασιακή σχέση ως διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ήτοι με διάρκεια μόνο κατά τη χειμερινή περίοδο), με μερική απασχόληση, γι' αυτό και του ζητούσε να υπογράφει ιδιωτικά συμφωνητικά με τέτοιο περιεχόμενο, τα οποία ο ενάγων υπέγραφε για να μη συγκρουσθεί μαζί της. Ότι με απαίτηση των εναγομένων, κατά τις ημέρες που εργαζόταν, άρχιζε τη δουλειά του από την 20:30 ώρα. Ότι με το εν λόγω πρόγραμμα εργασίας (αναλύεται περισσότερο στην αγωγή), ο ενάγων παρείχε νυκτερινή εργασία κατά τις συνήθεις ημέρες, εργασία κατά τις Κυριακές χωρίς να λαμβάνει προσαύξηση και αναπληρωματική ημέρα αναπαύσεως, νυκτερινή εργασία κατά τις Κυριακές, μισή ώρα παράνομη υπερωρία κατά τη διάρκεια της νύκτας εκάστης Κυριακής και εργασία κατά τις επίσημες αργίες χωρίς να λαμβάνει προσαύξηση. Ότι ο ενάγων εργάσθηκε από την πρόσληψή του μέχρι την 10-5-2005, οπότε η πρώτη από τις εναγόμενες κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας. Ότι, κατόπιν αυτών και κατά την κυρία βάση της αγωγής, η πρώτη από τις εναγόμενες, ως ο κύριος εργοδότης του ενάγοντος, πρέπει να του καταβάλει για ολόκληρο το χρονικό διάστημα της απασχόλησής του (πλην της παρακάτω, υπό στοιχείο ε' εξαίρεσης), σύμφωνα με τους αναλυτικούς υπολογισμούς που παρατίθενται στο δικόγραφο: α) ως προσαύξηση απλής, νυκτερινής εργασίας 4.148,48 ευρώ, β) ως προσαύξηση εργασίας κατά τις Κυριακές 3.228,14 ευρώ, γ) ως αποζημίωση λόγω μη χορήγησης αναπληρωματικής ημέρας αναπαύσεως 10.421,70 ευρώ, δ) ως προσαύξηση κυριακάτικης, νυκτερινής εργασίας 9.032,52 ευρώ, ε) ως αποζημίωση για παράνομη υπερωριακή εργασία Κυριακών, μόνο κατά τις χειμερινές περιόδους που τον απασχολούσε η ίδια, 1.640,26 ευρώ, στ) ως προσαύξηση εργασίας κατά τις επίσημες αργίες 910,35 ευρώ και ζ) ως διαφορές μεταξύ αφ' ενός των δικαιούμενων ποσών για επιδόματα εορτών και αδείας με συνυπολογισμό των ως άνω πρόσθετων αμοιβών και αφ' ετέρου των πράγματι καταβληθέντων 13.655,62 ευρώ, Ότι κατά την κυρία, επίσης, βάση της αγωγής, η δεύτερη από τις εναγόμενες, ως ο περαιτέρω, δια δανεισμού, εργοδότης του ενάγοντος, πρέπει να του καταβάλει μόνο για το χρονικό διάστημα της απασχόλησής του στη δική της υπηρεσία (για τις θερινές περιόδους) και σύμφωνα με τους αναλυτικούς υπολογισμούς που παρατίθενται στο δικόγραφο, ως αποζημίωση για παράνομη υπερωριακή εργασία Κυριακών 1.088,90 ευρώ. Ότι, κατά την επικουρική βάση της αγωγής, ήτοι για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι δεν υπήρχε δανεισμός εργασίας, αλλά διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου κατά μεν τις χειμερινές περιόδους με την πρώτη από τις εναγόμενες, κατά δε τις θερινές με τη δεύτερη από αυτές, πρέπει να υποχρεωθεί η καθεμιά από τις εναγόμενες, ως αποκλειστικός εργοδότης, να καταβάλει στον ενάγοντα τα ποσά, τα οποία σύμφωνα με τους αυτούς αναλυτικούς υπολογισμούς και για τις ίδιες αιτίες αντιστοιχούν στα χρονικά διαστήματα (χειμερινή ή θερινή περίοδος) κατά τα οποία εκάστη τον απασχόλησε εκ περιτροπής, με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου.
  1. Επειδή, με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη και ουδεμία διαζευκτική ή επικουρική εναγωγή ενέχει. Διότι δι' αυτής καθίσταται απολύτως σαφές ότι ο ενάγων επικαλείται σύμβαση εργασίας με την πρώτη από τις εναγόμενες, από την οποία, ως τον κυρίως εργοδότη αυτού, διεκδικεί το σύνολο των ενδίκων απαιτήσεών του, με εξαίρεση αυτήν της αποζημίωσής του για παράνομη υπερωριακή εργασία κατά τις Κυριακές, την οποία πρόσφερε κατά τη διάρκεια του δανεισμού της εργασίας του από την πρώτη προς τη δεύτερη από τις εναγόμενες και την οποία διεκδικεί από την τελευταία, ως τον περαιτέρω εργοδότη του. Είναι, συνεπώς, ξεκάθαρο ότι ο ενάγων, με την κυρία βάση της αγωγής του, ενώνει στο ίδιο δικόγραφο τις αξιώσεις, τις οποίες διατηρεί εναντίον δύο διαφορετικών προσώπων και οι οποίες, αν και ξεχωριστές μεταξύ τους, προέρχονται από ιστορική και νομική αιτία με την οποία συνδέονται άπαντες. Με την επικουρική βάση της αγωγής, την οποία ο ενάγων σωρεύει από εύλογη (όχι υπερβολική) δικονομική πρόνοια, στο πλαίσιο εξυπηρέτησης αφ' ενός του καθήκοντος της αληθείας και αφ' ετέρου της οικονομίας της δίκης, είναι και πάλι ξεκάθαρο ότι επιδιώκεται η δικαστική προστασία για την περίπτωση, κατά την οποία η πρώτη από τις εναγόμενες ήθελε ισχυρισθεί και αποδείξει ότι επρόκειτο περί διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, που καταρτίζονταν εκ περιτροπής με δύο διαφορετικούς εργοδότες. Οπότε ο ενάγων, παρά το γεγονός ότι η εκδοχή αυτή δεν εκφράζει τη δική του άποψη, επιδιώκει την προστασία του διαχωρίζοντας σαφώς τις απαιτήσεις του κατά τα χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία είχε προσφέρει την εργασία του στην καθεμιά από τις εναγόμενες εταιρίες και διεκδικώντας από την καθεμιά το κατά την άποψή του προσήκον μέρος. Το Εφετείο, που έκρινε ότι η αγωγή είναι απαράδεκτη ως προς μεν τη δεύτερη από τις εναγόμενες, διότι ενάγεται επικουρικώς και ως προς την πρώτη, διότι δεν περιγράφεται με συγκεκριμένο τρόπο το περιεχόμενο της συμβάσεως που δικαιολογεί την άσκησή της, ενήργησε αντίθετα προς την αληθινή έννοια των διατάξεων, που ήδη αναφέρθηκαν (βλ. παραπάνω, αρ.1) και παρά το νόμο απάγγειλε απαράδεκτο. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
  2. Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3), προκειμένου να ερευνηθούν οι υπόλοιποι λόγοι της εφέσεως. Οι αναιρεσίβλητες, που ηττώνται, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 3421/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσίβλητες να πληρώσουν στον αναιρεσείοντα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 15η Μαΐου
  3. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την Ιουνίου 10η Ιουνίου
  4. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.