← Ελλάδα

ΑΠ 1244/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Έγγραφα, Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1244 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Έγγραφα, Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος. Περίληψη: 1) Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος. Η διάταξη του άρθρου 394 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, καθιερώνει υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα και επομένως δεν απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας ο ακριβέστερος προσδιορισμός της αιτίας της αποδοχής, αρκεί να προκύπτει ότι ο δράστης ήταν εν γνώσει της προελεύσεως των προϊόντων ως ξένων. 2) Απάτη. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτείται μεταξύ άλλων ο υπαίτιος να παριστά ψευδή γεγονότα ως αληθή. Έτσι πρέπει να εξειδικεύονται τα γεγονότα και σε τι συνίσταται το ψεύδος αυτών. 3) Δεν επέρχεται ακυρότητα όταν το έγγραφο που λήφθηκε υπόψη χωρίς να αναγνωσθεί αποτελεί τη βάση του εγκλήματος για το οποίο δικάζεται ο κατηγορούμενος. Πότε υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Απορρίπτεται η αναίρεση. Αριθμός 1244/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαδάκο, για αναίρεση της με αριθμό 3178/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία ".... Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στα ..... Νομού Λαρίσης και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλο-νίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαρτίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 678/

  1. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από τον συνδυασμό των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. Δ', 329, 358, 364 και 365 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, επέρχεται και όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του έγγραφο και το εκτιμά προς στήριξη της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, χωρίς τούτο να αναγνωσθεί προηγουμένως κατά την ακροαματική διαδικασία, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το αποδεικτικό τούτο μέσο. Τέτοια όμως ακυρότητα δεν επέρχεται, όταν το έγγραφο που λήφθηκε υπόψη χωρίς να αναγνωσθεί αποτελεί τη βάση του εγκλήματος για το οποίο δικάζεται ο κατηγορούμενος. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, περί ακυρότητας της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, η οποία επήλθε από το ότι το Δικαστήριο, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του επί της ενοχής του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στην απόφαση (τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό) έγγραφα και ειδικότερα την από 21.11.2000 αίτηση προς τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης για έκδοση διαταγής πληρωμής, τη με αριθμό ....... επιταγή και την 30.099/2000 διαταγή πληρωμής του ως άνω Δικαστή, τα οποία προκύπτει ότι δεν αναγνώσθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί τα ως άνω έγγραφα αποτελούν τη βάση των αναφερομένων εγκλημάτων της αποδοχής προϊόντος εγκλήματος και της απάτης επί Δικαστηρίου, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων και η μη ανάγνωση αυτών δεν επέφερε την επικαλούμενη ακυρότητα. Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε, για την ύπαρξη δε τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, ως προς το έγκλημα της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος, πρέπει να σημειωθεί ότι η διάταξη του άρθρου 394 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, καθιερώνει υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα, δυνάμενο δηλαδή να πραγματοποιηθεί κατά περισσότερους από ένα τρόπους, οι οποίοι όμως πραγματοποιούν ένα και το αυτό έγκλημα. Μεταξύ των τρόπων αυτών είναι και ο αναφερόμενος "...ή με άλλο τρόπο δέχεται στην κατοχή του πράγμα που προήλθε από αξιόποινη πράξη...", ήτοι εκτός από την απόκρυψη, αγορά κ.λ.π. Από τα παραπάνω έπεται ότι δεν απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας ο ακριβέστερος προσδιορισμός της αιτίας της αποδοχής, αφού είναι αδιάφορο αν η αποδοχή εκ μέρους του υπαιτίου της αποδοχής των προϊόντων εγκλήματος έγινε λόγω πωλήσεως ή δωρεάς ή οποιασδήποτε άλλης αιτίας, αρκεί ότι ο δράστης ήταν εν γνώσει της προελεύσεώς τους από αξιόποινη πράξη, η αποδεχόταν ως ενδεχόμενο να ήσαν αυτά προϊόντα αξιόποινης πράξεως και ήθελε να τα δεχθεί στην κατοχή του, στο σπίτι του ή οπουδήποτε αλλού. Τέλος, το έγκλημα της απάτης προϋποθέτει, σύμφωνα με το άρθρο 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, μεταξύ άλλων, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεώς του, παράσταση από τον δράστη ψευδών γεγονότων ως αληθών. Ως γεγονότα δε νοούνται εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, αναγόμενα στο παρελθόν ή το παρόν και αναφερόμενα σε συμβάντα, πρόσωπα, ιδιότητες και αντικείμενα, που υποπίπτουν στις αισθήσεις, έχουν εξωτερική υπόσταση. Αντιθέτως, δεν είναι γεγονότα, κατά την έννοια των στοιχείων της απάτης, οι υποσχέσεις για μελλοντική πράξη ή συμπεριφορά, ακόμη και όταν προϋπήρχε σ' αυτόν που έδωσε την υπόσχεση η απόφαση να μη την εκτελέσει, διότι η υπόσχεση αυτή δεν έχει εξωτερική υπόσταση, διότι δεν υποπίπτει άμεσα ή μη στις αισθήσεις εκείνου προς τον οποίο δίδεται, αφού αναφέρεται στην ενδόμυχη πρόθεση και διάνοια εκείνου που τη δίνει. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την 3.178/2006 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, ότι "αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος και την πράξη της απάτης επί δικαστηρίου, όπως ειδικότερα περιγράφεται στο διατακτικό και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι Α) στη ..., με αίτησή του, που κατέθεσε στο Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στις 21.11.2000, παρέστησε ψευδώς ότι η υπ' αριθ. ....... επιταγή, με ημερομηνία έκδοσης ποσού 5.800.000 δραχμών, σε διαταγή της μηνύτριας εταιρείας με την επωνυμία Αλευροβιομηχανία "...... ΕΠΕ", που εκπροσωπείται νόμιμα από τον πολιτικώς ενάγοντα, με χρέωση του υπ' αριθ..... λογαριασμού είναι γνήσια κι αληθής. Έτσι, έπεισε τον ανωτέρω Δικαστή να προβεί στην έκδοση της υπ' αριθ. 30099/2000 διαταγής πληρωμής, με βάση την οποία υποχρεώθηκε η μηνύτρια να πληρώσει το συνολικό ποσό των 6.467.230 δραχμών. Ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας, με αποτέλεσμα και εξ αιτίας των ψευδών αυτών παραστάσεων, να ωφεληθεί το ανωτέρω ποσό, με αντίστοιχη ζημία της μηνύτριας και Β) Στον αυτόν ως άνω τόπο και χρόνο, δέχθηκε πράγμα που προήλθε από αξιόποινη πράξη και συγκεκριμένα δέχθηκε στην κατοχή του την υπ' αριθ. ..... επιταγή ποσού 5.800.000 δραχμών σε διαταγή της μηνύτριας εταιρείας, ενώ γνώριζε από τον συγκατηγορούμενο και συνεργάτη του ότι ήταν προϊόν αξιόποινης πράξης και ειδικότερα υπεξαγωγής εγγράφων που είχε τελέσει ο τελευταίος σε βάρος της μηνύτριας τον Απρίλιο του
  2. Επομένως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος". Ακολούθως το Τριμελές Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά την έφεση του κατηγορουμένου κατά της με αριθμό 15.916/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι "Στην ....., τον Απρίλιο του 2000, ο κατηγορούμενος (Χ1) 1) με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, σε πράξη, από την οποία επήλθε ζημία στην περιουσία της παραπάνω εταιρείας και συγκεκριμένα, με αίτηση που κατέθεσε στον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την 21.11.2000, παρέστησε ότι η υπ' αριθμ. ..... επιταγή, σε διαταγή της μηνύτριας εταιρείας, ποσού δραχμών 5.800.000, με χρέωση του υπ' αριθμ. .... λογαριασμού, είναι γνήσια και αληθής και έτσι έπεισε αυτόν και προέβη στην έκδοση της υπ' αριθμ. 30099/2000 Διαταγής Πληρωμής, βάσει της οποίας υποχρεώθηκε η μηνύτρια να πληρώσει συνολικά το ποσό των 6.467.230 δραχμών, ενώ όλα αυτά ήταν ψέματα, ο δε κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναληθείας, με αποτέλεσμα και εξαιτίας των ψευδών αυτών παραστάσεων να ωφεληθεί ο κατηγορούμενος παράνομα το πιο πάνω χρηματικό ποσό και να ζημιωθεί αντίστοιχα η μηνύτρια και 2) στον αυτό τόπο και χρόνο, με πρόθεση δέχθηκε στην κατοχή του πράγμα που προήλθε από αξιόποινη πράξη και συγκεκριμένα την αριθμ. .... επιταγή ποσού δραχμών 5.800.000 η οποία ήταν προϊόν αξιόποινης πράξης και ειδικότερα της υπεξαγωγής εγγράφων". Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ένοχο για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος και για απάτη επί δικαστηρίου και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα

(10)μηνών (φυλάκιση 8 μηνών για κάθε πράξη), την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως. Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 386 παρ. 1α και 394 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, που εφάρμοσε. Ακόμη, προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο και από τα οποία αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην αναφερόμενη καταδικαστική κρίση, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναφέρεται στο καθένα από αυτά και στο τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, αρκεί ότι τα εκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προεκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως στην κρινόμενη αίτηση, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21 Μαρτίου 2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 3178/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (Πλημμελημάτων). Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 12 Μαΐου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.