← Ελλάδα

ΑΠ 1245/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Πολιτική αγωγή, Αναβολής αίτημα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1245 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Πολιτική αγωγή, Αναβολής αίτημα. Περίληψη: Αν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας λάβει το λόγο ο εισαγγελέας ή ένας από τους διαδίκους έχουν το δικαίωμα να λάβουν το λόγο και οι υπόλοιποι διάδικοι, ο δε κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχουν το δικαίωμα να μιλούν πάντοτε τελευταίοι, πλην για να επέλθει απόλυτη ακυρότητα πρέπει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του να ζητήσουν το λόγο και ο διευθύνων τη συζήτηση να τους το αρνηθεί, οπότε απαιτείται πλέον προσφυγή σε όλο το δικαστήριο κατά της άρνησης αυτής. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να έχουν όλες οι δικαστικές αποφάσεις, συνεπώς και η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει το αίτημα αναβολής. Η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής περιλαμβάνει έκθεση αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση. Η δήλωση αυτή στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο και κατά το μέτρο που έγινε από αυτό δεκτή. Περιστατικά. Απορρίπτει αίτηση. ΑΡΙΘΜΟΣ 1245/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Γλυκό περί αναιρέσεως της 550/2009 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Χατζηαποστόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκιδικής, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαΐου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 900/

  1. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 333 παρ. 3 του ΚΠΔ αν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας λάβει το λόγο ο εισαγγελέας ή ο δημόσιος κατήγορος ή ένας από τους διαδίκους έχουν το δικαίωμα να λάβουν το λόγο και οι υπόλοιποι διάδικοι, ο δε κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του έχουν το δικαίωμα να μιλούν πάντοτε τελευταίοι, πλην για να επέλθει απόλυτη ακυρότητα 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ στην περίπτωση αυτή πρέπει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του να ζητήσουν το λόγο και ο διευθύνων της συζήτηση να τους το αρνηθεί, οπότε απαιτείται πλέον προσφυγή σε όλο το δικαστήριο κατά της άρνησης αυτής. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα, η οποία καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση 550/2009 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής για εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη και απειλή ισχυρίζεται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο διότι, όταν έλαβε ο λόγο ο εισαγγελέας και πρότεινε να αναβληθεί η υπόθεση προκειμένου να εμφανισθεί στο ακροατήριο η παριστάμενη δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της πολιτικώς ενάγουσας δεν δόθηκε και στην αναιρεσείουσα ή το συνήγορό της ο λόγος επί της προτάσεως αυτής. Από τα πρακτικά όμως της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι μετά την πρόταση του εισαγγελέα να προσέλθει η πολιτικώς ενάγουσα δόθηκε ο λόγος στην πληρεξούσια δικηγόρο της όχι όμως και στην κατηγορουμένη ή τον συνήγορό της, οι οποίοι πάντως δεν τον ζήτησαν και ως εκ τούτου δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Α' ΚΠΔ περί απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, οι δικαστικές αποφάσεις πρέπει να έχουν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κατά δε τη διάταξη του τρίτου εδαφίου του άνω άρθρου 139 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 εδ. β' του ν. 2408/1996 και ισχύει από 4-6-1996, αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Συνεπώς, και η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, μολονότι η κρίση του δικαστηρίου για το αν πρέπει ή όχι να αναβληθεί η δίκη είναι ανέλεγκτη, πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, άλλως ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι το δικαστήριο απέρριψε αναιτιολόγητα την πρόταση της εισαγγελέως για αναβολή της υποθέσεως προκειμένου να προσέλθει και εξεταστεί ως μάρτυρας η πολιτικώς ενάγουσα, η οποία παρίστατο δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της. Από την επισκόπηση όμως των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης μετά την απολογία, της κατηγορουμένης η εισαγγελέας της έδρας πρότεινε να προσέλθει η πολιτικώς ενάγουσα, το δε δικαστήριο αποφάσισε την πρόοδο της δίκης χωρίς να διαλάβει κάποια αιτιολογία. Έτσι όμως, όπως διατυπώθηκε το σχετικό αίτημα της εισαγγελέως ήταν εντελώς αόριστο διότι από τα πρακτικά δεν προκύπτει αν υπέβαλε αίτημα αναβολής ή διακοπής της δίκης (αρθρ. 352 παρ. 2, 353 παρ. 3 ΚΠΔ αντίστοιχα) και κατά συνέπεια το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει αιτιολογημένα στο αίτημα αυτό. Όθεν, ο εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 171 ΚΠΔ, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου επέρχεται ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ επέρχεται μόνο όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρο 68 του ίδιου Κώδικα ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής. Κατά δε το άρθρο 84 ΚΠΔ η δήλωση παραστάσεως πρέπει να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υπόθεσης για την οποία δηλώνεται η παράσταση και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται, δηλαδή αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η δήλωση δε αυτή όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα παραπάνω στοιχεία αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από την παράσταση της πολιτικώς ενάγουσας διότι στη δήλωσή της δεν διευκρινίζει αν παρέστη για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή για αποκατάσταση υλικής ζημίας. Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι από τα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης προκύπτει ότι η πολιτικώς ενάγουσα παρέστη για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και δεν ήταν αναγκαίο τούτο να διαλαμβάνεται και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.
  2. στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 550/2009 απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκιδικής, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται κατ' είδος δέχτηκε ανελέγκτως ότι επειδή από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, τις μαρτυρίες των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με την απολογία της κατηγορουμένης, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά για την κρινόμενη υπόθεση: Η εγκαλούσα, Ψ, αρκετό χρονικό διάστημα πριν τις 18.6.2008, διατηρούσε (και συνεχίζει να διατηρεί) αισθηματικό δεσμό με τον σύζυγο της κατηγορουμένης, ..., γυναικολόγο, ο οποίος έχει ιατρείο στα .... Την κατηγορουμένη, επίσης ιατρό (παιδοχειρούργο), που υπηρετεί στο Κ.Υ. ..., η εγκαλούσα την γνώριζε μόνο εξ όψεως, δεδομένου ότι πριν το περιστατικό της 18η.6.2008 που αναφέρεται παρακάτω, είχαν συναντηθεί στην εξοχική κατοικία του ζευγαριού. Στις 18.6.2008 και περί ώρα 15.55' περίπου, η κατηγορουμένη πήγε μόνη της στην οικία της εγκαλούσας, που βρίσκεται στα ..., και η τελευταία, αφού την αναγνώρισε, της άνοιξε την πόρτα της οικίας της και η κατηγορουμένη εισήλθε εντός αυτής. Αμέσως μετά η κατηγορουμένη επιτέθηκε στην εγκαλούσα σέρνοντας την από τα μαλλιά στον καναπέ και δαγκώνοντας την στην ωμοπλάτη, ενώ της απηύθυνε και την εξής απειλητική φράση: "θα χώσω ένα σουβλί στο μουνί σου και θα σε πηδήξουν και οι τρεις. Και μετά θα σε καταστρέψω". Η εγκαλούσα στη συνέχεια μετέβη με τη φίλη της ... με στο Κ.Υ. Ν. ... προκειμένου να τις παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες (βλ. και τη με αριθ.πρωτ.783/19.6.2008 ιατρική βεβαίωση του Κ.Υ. Ν. ...). Ο (όψιμος) ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι τη συγκεκριμένη μέρα και ώρα δεν ήταν δυνατόν να βρίσκεται στη κατοικία της εγκαλούσας, δεδομένου ότι αυτή επισκέφτηκε την ώρα εκείνη την ασθενή της ... (και στη συνέχεια την ασθενή Λ), η οποία επιβεβαίωσε ένορκα τους ισχυρισμούς της αυτούς, δεν κρίνεται πειστικός από το δικαστήριο, δεδομένου ότι η μάρτυρας αυτή περιέπεσε σε αντιφάσεις κατά τη κατάθεσή της στο ακροατήριο σε σχέση με την κατάθεσή της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθόσον ενώ στη κατάθεση της στο πρωτόδικο δικαστήριο αναφέρει ότι ήρθε η κατηγορουμένη στο σπίτι της στις 15.30 για να της φέρει τις πατερίτσες της και φάγανε και ήπιανε καφέ και έμεινε μέχρι της 16.30', στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου κατέθεσε ότι γνώριζε την κατηγορουμένη μόνο ως γιατρό (δεν είχαν δηλαδή φιλικές σχέσεις) και την επισκέφτηκε μόνο για να της φέρει τις πατερίτσες της, χωρίς να φάνε και πιούνε καφέ. Πέραν τούτου η κατηγορουμένη, κατά την απολογία της, την επόμενη ημέρα του συμβάντος (19.6.2008), αρνείται γενικά την κατηγορία και ουδέν περιστατικό περί των ανωτέρω ιατρικών επισκέψεων της καταθέτει για να στοιχειοθετήσει το "άλλοθί" της. Για τις επισκέψεις της στις προαναφερόμενες ασθενείς της κάνει λόγο το πρώτον το Σεπτέμβριο του 2008 (22.9.2008), κατά τη διαδικασία ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Η υπόθεση εξάλλου της κατηγορουμένης, ότι ο σύζυγός της είναι αυτός που υποκινεί την εγκαλούσα να καταθέσει τα όσα ψευδώς αναφέρει στην μήνυση της, προκειμένου να λερωθεί το ποινικό της μητρώο, ή το ότι της είπε ότι "Αυτή η γυναίκα αυτή είναι σατανική και θα σε βάλει στη φυλακή. Θα σε διώξουν από το Ε.Σ.Υ. και σου έχει έτοιμο γωνιακό κρεβάτι στο ψυχιατρείο", είναι θέσεις και κρίσεις που δεν παρέχουν επαρκή και πειστική εξήγηση, κατά τη κρίση του παρόντος δικαστηρίου, για το λόγο για τον οποίο η εγκαλούσα υπέβαλε τη μήνυση της με το ανωτέρω περιεχόμενο σύμφωνα με την κατηγορουμένη. Για τους λόγους αυτούς θα πρέπει, απορριπτόμενων των ισχυρισμών που προέβαλλε η κατηγορουμένη, να κηρυχθεί αυτή ένοχη των πράξεων της απειλής και της εντελώς ελαφριάς σωματικής βλάβης για τις οποίες κατηγορείται. Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα των αξιοποίνων πράξεων της απειλής και εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης και της επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης σαράντα

(40)ημερών. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων αυτών. Επίσης περαιτέρω εκτίθενται σε αυτήν τα αποδεικτικά μέσα τα οποία μνημονεύονται κατ' είδος και ότι ελήφθησαν όλα υπόψη για την κρίση περί της ενοχής της όπως επίσης και οι νομικοί συλλογισμοί βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή των πραγματικών τούτων περιστατικών στις διατάξεις των άρθρων 333 και 308 παρ. 1 β ΠΚ, που εφαρμόστηκαν. Ειδικότερα, η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι το δικαστήριο δεν προέβη σε συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση της εξετασθείσας στο ακροατήριο μάρτυρος Λ είναι αβάσιμη γιατί από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων. Περαιτέρω, το δικαστήριο αιτιολόγησε πλήρως τη συνδρομή στο πρόσωπο της κατηγορουμένης των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων αμφοτέρων των άνω πράξεων αφού δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα απηύθυνε στην παθούσα πολιτικώς ενάγουσα την απειλητική φράση "θα χώσω ένα σουβλί στο μουνί σου και θα σε πηδήξουν και οι τρεις", η οποία και εμποίησε στην τελευταία τρόμο και ανησυχία, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού. Εξάλλου δε κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης προκάλεσε σε αυτή σωματική κάκωση δαγκώνοντάς την στην αριστερή πλευρά της ωμοπλάτης προκαλώντας της εκδορά εξωμικής χώρας. Συνεπώς οι περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ τέταρτος, πέμπτος, έκτος και έβδομος λόγοι της αναίρεσης είναι. αβάσιμοι. Συνακολούθως η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας Ψ και στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26-05-2009 αίτηση της Χ, κατοίκου ... για αναίρεση της 550/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής. Και Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ και τη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων
(500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Ιουνίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.