Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1248 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Αναβολής αίτημα. Περίληψη: Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να έχουν όλες χωρίς εξαίρεση οι δικαστικές αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε, συνεπώς και η απόφαση που απορρίπτει αίτημα αναβολής λόγω σημαντικών αιτίων ή για κρείσσονες αποδείξεις. Περιστατικά. Απορρίπτει αίτηση. ΑΡΙΘΜΟΣ 1248/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ χήρα Ζ και 2) Χ2 κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ανδρουλάκη, περί αναιρέσεως της 1496,1533/2009 αποφάσεως Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 3 Αυγούστου 2009 δύο αυτοτελείς αιτήσεις τους αναιρέσεως, καθώς και στα από 14 Απριλίου 2010 δύο αυτοτελή δικόγραφα προσθέτων λόγων τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1289/
- Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσείοντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι της πρώτης αναιρεσείουσας και να επεκταθεί το αναιρετικό αποτέλεσμα και στο δεύτερο αναιρεσείοντα, άλλως να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι μόνο της πρώτης αναιρεσείουσας και να απορριφθεί εκείνη του δευτέρου. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι από 3-08-2009 αιτήσεις των Χ χήρας Ζ και Χ2, κατοίκων ... και οι επ' αυτών από 14-04-2010 πρόσθετοι λόγοι αντίστοιχα για αναίρεση των 1496 και 1533/ 2009 αποφάσεων (παρεμπίπτουσας και οριστικής αντίστοιχα) του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς. Κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, οι δικαστικές αποφάσεις πρέπει να έχουν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κατά δε τη διάταξη του τρίτου εδαφίου του άνω άρθρου 139 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 εδ. β' του ν. 2408/ 1996 και ισχύει από 4-6-1996, αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Συνεπώς και η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια ή κρείσσονες αποδείξεις, μολονότι η κρίση του δικαστηρίου για το αν πρέπει ή όχι να αναβληθεί η δίκη είναι ανέλεγκτη, πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, άλλως ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1996/2009 παρεμπίπτουσα απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η πρώτη αναιρεσείουσα Χ, η οποία δικάστηκε σαν να ήταν παρούσα, ζήτησε δια της Θ την αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων και δη διότι ήταν ασθενής και δεν μπορούσε να προσέλθει στο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο εκείνη και προσκόμισε την από 19-05-2009 βεβαίωση της κλινικής ... η οποία και αναγνώστηκε. Το αίτημά της τούτο το Δικαστήριο ουσίας με την άνω παρεμπίπτουσα απόφαση του το απέρριψε με την ακόλουθη αιτιολογία "Στην προκειμένη περίπτωση από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα, που αναφέρθηκε και από τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν αποδείχθηκε ότι ο επικαλούμενος από την κατηγορούμενη λόγος δεν είναι τέτοιος, ώστε να την εμποδίζει να εμφανισθεί στο Δικαστήριο τούτο κατά τη σημερινή δικάσιμο και συνεπώς ο λόγος αυτός δεν συνιστά σημαντικό αίτιο, που να δικαιολογεί την αναβολή της δίκης σε άλλη δικάσιμο. Ειδικότερα Από την βεβαίωση που αναγνώσθηκε της κλινικής ... προκύπτει ότι η κατηγορουμένη εισήχθη στην κλινική, εκτάκτως, σήμερα (δικάσιμος για την οποία διακόπηκε η συνεδρίαση από την δικάσιμο της 6-5-2009), εμφανιζουσα προκάρδιο άλγος και λιποθυμικό επεισόδιο και παρέμεινε για έλεγχο. Δεν αναφέρεται όμως ότι η παραμονή της στην κλινική κρίθηκε επιβεβλημένη από τους γιατρούς και ότι συνεπεία της καταστάσεως εν γένει της υγείας της αδυνατούσε να μετακινηθεί και να εμφανισθεί στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει την έφεση της, η εκδίκαση της οποίας έχει αναβληθεί, είτε για κώλυμα στο πρόσωπο του γιου της (αποφ. 1112/2008), είτε για κώλυμα στο πρόσωπο του συνηγόρου υπερασπίσεως, λόγω αποχής (αποφ. 235/2008), είτε για να κλητευθούν μάρτυρες που δεν είχαν εξετασθεί στην προδικασία (αποφ, 60/2009) και μία φορά η συζήτηση κηρύχθηκε απαράδεκτη (αποφ. 2873/2009), με αποτέλεσμα πράξη που φέρεται τελεσθείσα το 1993-1994 να μη έχει εκδικασθεί σε δεύτερο βαθμό (βλ. -αποφάσεις επί φακέλου της δικογραφίας του παρόντος βαθμού). Σημειωτέον ότι η υπόθεση είχε αναβληθεί δύο φορές και στον πρώτο βαθμό για κώλυμα στο πρόσωπο της κατηγορουμένης (αποφ. 2206/2005 και 306/
- βλ. αποφάσεις επί φακέλου δικογραφίας του πρώτου βαθμού). Συνεπώς, εφόσον δεν αποδεικνύεται αδυναμία εμφανίσεως της κατηγορουμένης στο ακροατήριο προς υποστήριξη της εφέσεως της, αφού δεν βεβαιώθηκε ότι η παραμονή της στην κλινική προς έλεγχο της περιπτώσεως, κρίθηκε επιβεβλημένη από τον γιατρό που υποδέχθηκε το περιστατικό και δεν ήταν επιλογή της ιδίας για να δημιουργήσει λόγο μιας ακόμη αναβολής της υποθέσεως, πρέπει το αίτημα αναβολής να απορριφθεί, ως αβάσιμο, κατά το διατακτικό" Η αιτιολογία αυτή κρίνεται επαρκής αφού κατά το περιεχόμενό της άνω βεβαίωσης, η παραμονή της προς έλεγχο στην άνω κλινική δεν προκύπτει ότι ήταν επιβεβλημένη από τους θεράποντες ιατρούς ως εδέχθη και η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες, δια του συνηγόρου τους υπέβαλαν νέο αίτημα αναβολής της δίκης με σκοπό να χορηγηθεί βεβαίωση από την Ιονική Τράπεζα ... ότι κατατέθηκαν τα χρήματα για εγγυητική επιστολή και περαιτέρω να προσέλθει και εξεταστεί ως μάρτυρας η Ε. Και το αίτημα αυτό από το Δικαστήριο της ουσίας απορρίφθηκε με την ακόλουθη αιτιολογία "Επειδή η βεβαίωση της Ιονικής Τραπέζης που ζητά ο συνήγορος υπεράσπισης των κατηγορουμένων δεν πρόκειται να συμβάλλει στην ουσιαστική διερεύνηση της υποθέσεως αφού δεν συνδέεται με την αποδιδόμενη στους κατηγορουμένους αξιόποινη πράξη της απάτης το ζήτημα κατά ποιο τρόπο διέθεσαν περαιτέρω τα χρήματα που με την απατηλή συμπεριφορά που τους αποδίδεται έπεισαν την πολιτικώς ενάγουσα να τους καταβάλλει, λόγω δανείου,, τα οποία βέβαια, εκτός από ένα μικρό ποσό και δεν της επέστρεψαν. Όλα τα ανωτέρω βέβαια ανεξάρτητα από το ότι λόγω παρόδου πολύ μεγάλου χρόνου από τότε (1993-1994) είναι βέβαιο ότι δεν υπάρχουν στο αρχείο της Τράπεζας τα σχετικά στοιχεία, με βάση τα οποία θα μπορούσε να χορηγηθεί η αιτούμενη βεβαίωση. Επίσης ο συνήγορος των κατηγορουμένων δεν επικαλείται κατά ποιο τρόπο πρόκειται να συμβάλλει στην ουσιαστική διερεύνηση της αποδιδόμενης στους κατηγορουμένους αξιόποινης πράξης η κατάθεση της μάρτυρος Ε, η οποία, σημειωτέον, ούτε πρωτοδίκως κατέθεσε, αλλά το πρώτον διατάχθηκε η κλήτευση της με την 60/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, από την οποία επίσης δεν προκύπτει γιατί κρίθηκε αναγκαία η αναβολή, προκειμένου να κλητευθεί ως μάρτυρας, και αυτή. Συνεπώς το αίτημα του συνηγόρου των κατηγορουμένων για αναβολή της δίκης για περισσότερες αποδείξεις, προκειμένου να επισυναφθεί στη δικογραφία η βεβαίωση της Τραπέζης που επικαλείται και να προσέλθει η ανωτέρω μάρτυρας, η οποία σημειωτέον κλητεύθηκε (βλ. από 1-4-2009 αποδεικτικό ...) και δεν προσήλθε, πρέπει, ανακαλούμενης κατά το σημείο τούτο της 60/2009 αποφάσεως, οπότε παρέλκει η λήψη αποφάσεως περί της βιαίας προσαγωγής της μάρτυρος, όπως ζήτησε η υπεράσπιση, να απορριφθεί ως αβάσιμο, κατά το διατακτικό". Η αιτιολογία και αυτής της παρεμπίπτουσας απόφασης κρίνεται επαρκής αφού διαλαμβάνεται σε αυτήν ότι η βεβαίωση αυτή δεν πρόκειται να συμβάλλει στην ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης αφού δεν συνδέεται με την αποδιδόμενη στους κατηγορουμένους αναιρεσείοντες αξιόποινη πράξη της απάτης, το δε ζήτημα κατά ποίο τρόπο περαιτέρω διέθεσαν τα χρήματα της παθούσας είναι θέμα νομικώς και ουσιαστικώς αδιάφορο. Άλλωστε δε, ο συνήγορος των κατηγορουμένων δεν επικαλείται κατά ποίο τρόπο πρόκειται η βεβαίωση αυτή να συμβάλλει στην ουσιαστική διερεύνηση της υποθέσεως. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης της Χ και πρώτος πρόσθετος λόγος του αναιρεσείοντος Χ2 εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως της Χ περί απόλυτης ακυρότητος της διαδικασίας διότι στη δίκη εκείνη που δικάστηκε ωσεί παρούσα μετά από αναβολές εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο της μη επιλογής ήτοι κατά παράβαση του άρθρου 171 παρ. 1 δ' ΚΠΔ και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, είναι αβάσιμος καθόσον εκπροσωπήθηκε από συνήγορο που διόρισε το Δικαστήριο το οποίο, ως υποκειμένης της κακουργηματικής κατηγορίας (απάτης), όφειλε να διορίσει συνήγορο υπερασπίσεώς της κατά τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως πράγματι έπραξε. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή ιιε την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη σε φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στοιχεία του εγκλήματος της απάτης είναι α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή η παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση. Η διάταξη της παρ.3 του ανωτέρου άρθρου αντικαταστάθηκε αρχικά από το άρθρο 1 παρ. 11 του ν.2408/1996 που καθόριζε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και ακολούθως από το άρθρο 14 παρ.4 του ν.2721/2999 που ορίζει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (15.000 ευρω) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25 εκ. δραχμών (25.000.000) (73.000) ευρώ. Ως γεγονότα κατά την έννοια του άνω άρθρου νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Εάν όμως, οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσης τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή παράσταση τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Εξάλλου περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή άλλου καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης οιουδήποτε από αυτούς. Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος. Περαιτέρω, η περιουσιακή βλάβη που υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, θα πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως, ήτοι της πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη. Θα πρέπει να υπάρχει δηλαδή αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή ως και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει αν είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής του πλανηθέντος. Χρόνος τελέσεως της απάτης είναι ο χρόνος που ολοκληρώνεται η απατηλή συμπεριφορά και είναι αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή του πλανηθέντος. Το επιζήμιο όμως ή μη της πράξεως της περιουσιακής διαθέσεως, στην οποία προέβη ο πλανηθείς, θα κριθεί κατά το χρόνο που διενεργείται η πράξη αυτή, γιατί τότε η ζημία θα είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως της περιουσιακής διαθέσεως. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου, είναι παραδεχτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαίωση δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή το πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 1533/2009 απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν δέχθηκε ανελέγκτως ότι "Η πολιτικώς ενάγουσα σε προγενέστερο του Οκτωβρίου 1993 χρόνο, γνωρίστηκε στο σπίτι της μάρτυρος υπερασπίσεως ..., που εξετάσθηκε πρωτόδικα, με την πρώτη κατηγορουμένη, στη συνέχεια δε, μέσω αυτής, γνωρίσθηκε με τον γιό της δεύτερο κατηγορούμενο, με αποτέλεσμα να αναπτυχθούν μεταξύ τους φιλικές και οικογενειακές σχέσεις και οι κατηγορούμενοι να αποσπάσουν την εμπιστοσύνη της. Οι κατηγορούμενοι επιβεβαίωσαν, μέσω των σχέσεων αυτών, τις πληροφορίες που είχαν ότι η πολιτικώς ενάγουσα είχε πουλήσει ένα διαμέρισμα στην ... και είχε τοποθετήσει το τίμημα σε έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου. Έτσι, εκμεταλλευόμενοι τον φιλικό δεσμό που φρόντισαν να δημιουργήσουν με την πολιτικώς ενάγουσα, στο πλαίσιο της τακτικής που ακολουθούσαν, όπως καταθέτει η τελευταία αλλά και η μάρτυρας ..., να πλησιάζουν μοναχικές γυναίκες οι οποίες διέθεταν από οικονομίες χρηματικά ποσά και να τις πείθουν με απατηλή συμπεριφορά, για την οποία θα γίνει λόγος κατωτέρω, να τους καταβάλλουν τα χρηματικά ποσά που διέθεταν, στις αρχές Οκτωβρίου 1993 παρέστησαν σ αυτήν ψευδώς ότι δήθεν ο δεύτερος αυτών είναι φερέγγυος και οικονομικά εύρωστος επιχειρηματίας ως εισαγωγέας ειδών από το εξωτερικό, με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, ότι διέθετε ιδιόκτητα γραφεία σε δύο ορόφους κτιριακού συγκροτήματος στην ..., τα οποία φρόντισαν να της τα επιδείξουν προκειμένου να γίνουν πιστευτές οι παραστάσεις τους, που είχαν μεγάλη αξία και της ζήτησαν να δανειοδοτήσει τον δεύτερο τούτων, για ολιγόμηνο χρονικό διάστημα με το ποσό των 30.000.000 δραχμών, λόγω πρόσκαιρης οικονομικής του δυσχέρειας και ελλείψεως ρευστών στις επιχειρηματικές του δραστηριότητες, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για την εισαγωγή καλλυντικών, διαβεβαιώνοντας την ότι ήταν βέβαιη η επιστροφή των χρημάτων σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η πολιτικώς ενάγουσα πείστηκε από τις παραπάνω παραστάσεις των κατηγορουμένων και ιδίως από την εμφανισθείσα πολύ μεγάλη περιουσιακή κατάσταση του δευτέρου κατηγορουμένου, και, κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο 1993 μέχρι τον Μάρτιο του 1994, κατέβαλε στον δεύτερο κατηγορούμενο αρχικά το ποσό των 27.700.000 δραχμών, το οποίο προήλθε από την δραχμοποίηση των αναφερθέντων εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου και στη συνέχεια ποσά 500.000 και 700.000 δραχμών και συνολικά ποσό 28.900.000 δραχμών. Όλες όμως οι ανωτέρω παραστάσεις των κατηγορουμένων με βάση τις οποίες η πολιτικώς ενάγουσα πείστηκε να προβεί σε δανειοδότηση του δευτέρου, ήταν ψευδείς και αυτοί, εν γνώσει του ψεύδους των, προέβησαν σ' αυτές για να την πείσουν να καταβάλλει στον δεύτερο τούτων το ανωτέρω ποσό και να το ωφεληθεί αυτός παράνομα, με ισόποση περιουσιακή ζημία της πολιτικώς ενάγουσας. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, στην πραγματικότητα ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν διέθετε ακίνητη περιουσία στο κτιριακό συγκρότημα στη ..., η δε επιχειρηματική του δραστηριότητα ήταν ανύπαρκτη, η δε εμφανισθείσα στην πολιτικώς ενάγουσα ως δήθεν οικονομική του ευχέρεια για πολυτελή διαβίωση, διασκεδάσεις, ταξίδια και κοσμική ζωή, δεν στηριζόταν στην εμφανισθείσα στην πολιτικώς ενάγουσα, προς ενίσχυση των ψευδών παραστάσεων τους και διατήρηση της πλάνης της, επιτυχή και κερδοφόρα επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλά σε δάνεια που συνήπτε κατά παρόμοιο τρόπο, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω, τα οποία σπαταλούσε με τον τρόπο αυτό, σε ταξίδια, διασκεδάσεις και κοσμική ζωή, για να δημιουργεί την απαραίτητη προς εξαπάτηση των υποψηφίων θυμάτων εικόνα οικονομικής άνεσης, περιστατικά τα οποία αν γνώριζε η πολιτικώς ενάγουσα δεν θα προέβαινε στην καταβολή, για την προαναφερθείσα αιτία του ανωτέρω ποσού. Στην ... είχε την έδρα της σε μισθωμένα πολυτελή γραφεία, τα οποία επιδείχθηκαν στην πολιτικώς ενάγουσα για να γίνονται πιστευτές οι ψευδείς παραστάσεις τους, με το προαναφερθέν περιεχόμενο, η εταιρία INVICTUS INTERNATIONAL, Α.Ε. με διευθύνοντα σύμβουλο και νόμιμο εκπρόσωπο τον θείο του δεύτερου κατηγορουμένου ... και στην οποία εμφανιζόταν ο δεύτερος κατηγορούμενος ως οικονομικός διευθυντή η οποία, όχι μόνον δεν αποδεικνύεται ότι ήταν οικονομικά εύρωστη, άλλα έπαυσε τις πληρωμές της στις 27-3-1995 και ακολούθως κηρύχθηκε σε πτώχευση με την 173/17-1-1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Έτσι, παρά τις διαβεβαιώσεις τους για σύντομη επιστροφή του ανωτέρω ποσού ο δεύτερος των κατηγορουμένων δεν της τα επέστρεψε, αλλά τμηματικά και για να την καθησυχάζει και να μη προβεί σε καταγγελία, της κατέβαλε μέχρι τον Οκτώβριο του 1998 το συνολικό ποσό των 5.500.000 δραχμών. Επίσης για τον ίδιο λόγο του καθησυχασμού της τον ίδιο μήνα της παρέδωσε την 02-719845 επιταγή εκδόσεως της ανωτέρω εταιρίας ποσού 45.000.000 δραχμών, η οποία όπως της δήλωσε κάλυπτε και τους τόκους του κεφαλαίου που του είχε δανείσει, διαβεβαιώνοντας την ταυτοχρόνως, ότι η εταιρία ήταν φερέγγυα και η πληρωμή της εξασφαλισμένη, ενώ τότε όπως λέχθηκε η εταιρία είχε κηρυχθεί σε πτώχευση, γι αυτό και η επιταγή ουδέποτε πληρώθηκε, αφού εμφανισθείσα προς πληρωμή στις 29-10-1998 δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθέσιμων κεφαλαίων. Τελικά ο δεύτερος κατηγορούμενος αρνήθηκε να της επιστρέψει το οφειλόμενο ποσό και αυτός και η μητέρα του άρχισαν να την αποφεύγουν συστηματικά. Η ευγένεια και η εκτίμηση εξαφανίσθηκαν και τη θέση τους κατέλαβε η αδιαφορία και η ψυχρότητα. Ο 2ος κατηγορούμενος ενώ κανόνιζε συναντήσεις για να της επιστρέψει τα χρήματα που της όφειλε με διάφορα προσχήματα τις ανέβαλε, με αποτέλεσμα να αναμένει η πολιτικώς ενάγουσα επί ώρες, είτε αυτόν, είτε την μητέρα του πρώτη κατηγορουμένη. Όλα τα ανωτέρω αποδεικνύονται από την σαφή και πειστική κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ..., οι οποίες έχουν ίδια αντίληψη της, απατηλής συμπεριφοράς των κατηγορουμένων και της όλης εν γένει τακτικής που εφάρμοζαν και των μεθόδων που μετέρχονταν προκειμένου να εξαπατήσουν τα υποψήφια θύματα τους. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι τα χρήματα αυτά επένδυσε η πολιτικώς ενάγουσα σε επιχειρηματικές δραστηριότητες της ανωτέρω εταιρίας και τον ισχυρισμό αυτό επιβεβαιώνει και ο μάρτυρας υπερασπίσεως ... που υπήρξε λογιστής της εταιρίας, ο οποίος επικαλείται λογιστική εγγραφή στα ανύπαρκτα πλέον βιβλία της εταιρίας, που θα αποδείκνυαν αν όντως διενεργήθηκε τέτοια εγγραφή, την οποία, όπως ισχυρίζεται, διενήργησε κατόπιν εντολής του αποβιώσαντος τον 11/1998 εκπροσώπου της εταιρίας ... και δεν υπάρχει δυνατότητα επιβεβαιώσεως του ισχυρισμού του, χωρίς βέβαια οποιοδήποτε παραστατικό έγγραφο περί καταβολής του ανωτέρω ποσού στην εταιρία από την πολιτικώς ενάγουσα, κάτι το οποίο δεν συμπορεύεται προς τους κανόνες της λογιστικής και της διενέργειας εγγραφών στα λογιστικά βιβλία και μάλιστα Α.Ε. Τους ισχυρισμούς αυτούς απέρριψε ως αβάσιμους και το Εφετείο Αθηνών με την 946/2006 απόφαση του, που αναγνώσθηκε, με την οποία απορρίφθηκε έφεση των κατηγορουμένων κατά της 323/2003 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία έκανε δεκτή αγωγή αποζημιώσεως της πολιτικώς ενάγουσας κατά των κατηγορουμένων, προς ανόρθωση της ζημίας που της προκάλεσε η εν λόγω αξιόποινη πράξη τους και της επιδίκασε ποσό 68.672 €.. Το ίδιο πρέπει να λεχθεί και για την κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης που εξετάσθηκε στο πρωτόδικο Δικαστήριο και η κατάθεση της περιέχεται στα πρακτικά που αναγνώσθηκαν ..., η οποία και επιβεβαιώνει τον ανωτέρω ισχυρισμό των κατηγορουμένων, διότι επικαλείται ως πηγή γνώσεως της τον αποβιώσαντα ..., ο οποίος όμως, κατά την κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, αποκαλούσε την κατηγορουμένη "απατεώνισα". Πρέπει να λεχθεί ότι την εν λόγω μάρτυρα είχε εξαπατήσει ο δεύτερος κατηγορούμενος, εμφανισθείς σ αυτήν ως οικονομικά κατεστραμμένος και την έπεισε να υποθηκεύσει το σπίτι της το 1995, για δικά του χρέη, χωρίς να έχει εξαλειφθεί ακόμη η υποθήκη αφού παραμένει χρέος 30.000 € περίπου, ενώ η μάρτυρας στο πρωτόδικο δικαστήριο έδειξε πλήρη άγνοια της πολυτελούς και σπάταλης ζωής του δεύτερου κατηγορουμένου, για την οποία υπάρχει σχετικό ρεπορτάζ στο τεύχος 191/1999 του περιοδικού ..., που της επιδείχθηκε και αναγνώσθηκε, σε χρόνο που στην ίδια εμφανίσθηκε ως οικονομικά κατεστραμμένος. Οι κατηγορούμενοι, όπως ήδη λέχθηκε, μέσω του περιβάλλοντος της πρώτης απ αυτούς, πλησίαζαν μοναχικές γυναίκες και με τον ίδιο τρόπο τις αποσπούσαν δάνεια τα οποία ουδέποτε επέστρεφαν αποκομίζοντας παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη ζημία των θυμάτων τους, όπως έγινε με την ..., ήδη αποβιώσασα, στην οποία έδωσε ακάλυπτη επιταγή, από την οποία ο δεύτερος απ αυτούς απέσπασε το ποσό των 2.000.000 δραχμών χωρίς να της το επιστρέψει. Συνεπώς την πράξη που τους αποδίδεται τέλεσαν κατ' επάγγελμα και συνήθεια αφού από την επανειλημμένη τέλεση της προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος αλλά και σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Κατ ακολουθία τούτων στοιχειοθετείται πλήρως η πράξη που αποδίδεται στους κατηγορουμένους, όπως εξειδικεύεται στο διατακτικό και πρέπει, αφού απορριφθούν οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί τους να κηρυχθούν ένοχοι αυτής κατά το διατακτικό". Ακολούθως το Δικαστήριο ουσίας κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες κακουργηματικής απάτης με το ακόλουθο διατακτικό " Κηρύσσει τους παραπάνω κατηγορούμενους ενόχους του ότι: τέλεσαν το αδίκημα της απάτης ήτοι με σκοπό να αποκομίσει ο δεύτερος τούτων παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η ζημία δε που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη υπερβαίνουσα το ποσό των 15.000 ευρώ την πράξη τους δε αυτή διαπράττουν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και συγκεκριμένα, στις αρχές Οκτωβρίου 1993, παρέστησαν στην εγκαλούσα ότι ο 2ος κατηγορούμενος είναι φερέγγυος επιχειρηματίας με μεγάλη οικονομική επιφάνεια και κύριος δυο ορόφων με γραφεία επί της Λεωφόρου ... και έτσι την έπεισαν να καταβάλει στον δεύτερο το ποσό των 28.900.000 δρχ. ως δάνειο, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλο και ξεπερνά τα 5.000.000 δραχμές, κατά το οποίο και ωφελήθηκε αυτός με αντίστοιχη ζημία της εγκαλούσης, αφού δεν είχε οικονομική επιφάνεια, ούτε καμία ακίνητη περιουσία και δεν επέστρεψε τα οφειλόμενα. Την ανωτέρω πράξη τους διέπραξαν, επανειλημμένως, με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, το οποίο πράγματι αποκόμισαν, ενώ από την επανειλημμένη διάπραξη της προκύπτει σταθερή ροπή τους προς τέλεση αυτής, ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους". Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 386 ΠΚ, τις οποίες δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Κατά τις παραδοχές αυτές του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης και το όλο περιεχόμενο τούτου επαρκώς αιτιολογούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης του εγκλήματος τούτου από τους αναιρεσείοντες αφού διαλαμβάνεται σε αυτές η επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής προς το σκοπό παρανόμου πορισμού εισοδήματος ως και η σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του εγκλήματος αυτού ως στοιχείο της προσωπικότητα τους. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες μετά την κήρυξη της ενοχής τους για την άνω πράξη υπέβαλαν αίτημα χορηγήσεως των ελαφρυντικών του προτέρου εντίμου βίου και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη τους για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το αίτημα αυτό με απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας απορρίφθηκε με την ακόλουθη αιτιολογία "Όπως προκύπτει από τα δελτία του ποινικού μητρώου των κατηγορουμένων "συ αναγνώσθηκαν έχουν ήδη καταδικασθεί, η μεν πρώτη για παράβαση του Α.Ν. 86/1967 σε φυλάκιση 3 μηνών (αποφ. 36011/2003 Μονομελούς Αθηνών) και με παλαιότερες αποφάσεις του Μονομελούς Αθηνών ετών 1988 και 1989
(5), οι ποινές των οποίων συγχωνεύθηκαν σε συνολική ποινή φυλάκισης 5 μηνών και 5 ημερών (αποφ. 76548/1992), ο δε δεύτερος για υπεξαίρεση μεγάλης αξίας, μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο και έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατ επανάληψη, καταδίκες που αρχίζουν από το έτος 1985 και φθάνουν μέχρι το έτος 1999. Από τις καταδίκες αυτές προκύπτει ότι και πριν την τέλεση της πράξεως για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι, αλλά και από την εν γένει δράση τους όπως περιγράφεται στο σκεπτικό, δεν έζησαν έντιμη καθόλα ατομική οικογενειακή επαγγελματική και κοινωνική ζωή, αφού, πέραν των ανωτέρω, δεν επικαλούνται και κατά τούτο ο σχετικός ισχυρισμός τους τυγχάνει αόριστος, ούτε αποδεικνύονται πραγματικά περιστατικά της προηγούμενης ζωής τους, που να θεμελιώνουν τις προϋποθέσεις που τάσσει, κατά τα ανωτέρω, η διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ. Περαιτέρω και μετά την τέλεση ης πράξεως δεν επέδειξαν καλή συμπεριφορά επί σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, αφού συμπεριφέρθηκαν κατά τον προαναφερθέντα τρόπο προς την πολιτικώς ενάγουσα, στην οποία ο πρώτος, πέραν όλων των άλλων, για να την καθησυχάσει, δεν δίστασε να εγχειρήσει την ακάλυπτη επιταγή των 45.000.000 δραχμών, εκδόσεως της πτωχευσάσης ως άνω εταιρίας και να τη διαβεβαιώνει ότι ήταν η εκδότρια φερέγγυα και συνεπώς εξασφαλισμένη η πληρωμή της, γεγονός το οποίο μόνον καλή συμπεριφορά δεν συνιστά.. Επίσης, μετά την τέλεση της πράξεως, όπως εκτίθεται ανωτέρω, στο σκεπτικό της καταδικαστικής αποφάσεως, εξαπάτησαν και τις προαναφερθείσες γυναίκες, αποσπώντας απ αυτές τα ανωτέρω ποσά, ενεργώντας κατά τον ίδιο πάντοτε τρόπο. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται εκ του ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, όπως επικαλείται και προκύπτει από τις αναγνωσθείσες δύο βεβαιώσεις της εκδοτικής εταιρίας "... ΕΠΕ", που δεν φέρουν ημερομηνία, πάντως είναι προγενέστερες της 2-10-2006, εργάζεται στην εν λόγω εταιρία ως διοικητικός διευθυντής με μικτές μηνιαίες αποδοχές 4.000 €. Κατ ακολουθία τούτων ο αυτοτελής ισχυρισμός τους περί αναγνωρίσεως των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α και 2ε ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, κατά το διατακτικό". Η αιτιολογία αυτή της απορρίψεως των αιτηθέντων ελαφρυντικών κρίνεται επαρκής αφού ειδικότερα ως προς την απόρριψη του ελαφρυντικού της καλής συμπεριφοράς, ως προς την οποία περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος, διαλαμβάνονται περιστατικά από τα οποία πλήρως αιτιολογείται η μη καλή συμπεριφορά τους μετά την πράξη για την οποία καταδικάστηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Επομένως οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες λοιποί λόγοι αμφοτέρων των αναιρέσεων εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν και καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 3-08-2009 αιτήσεις των Χ χήρας Ζ και Χ2, κατοίκων ... και του επ' αυτών από 14-04-2010 προσθέτους λόγους αντίστοιχα για αναίρεση των 1496 και 1533/ 2009 αποφάσεων (παρεμπίπτουσας και οριστικής αντίστοιχα) του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει σε κάθε αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Ιουνίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ