← Ελλάδα

ΑΠ 125/2009 — Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 125 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη. Περίληψη: Απάτη. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Ανεπάρκεια αιτιολογίας και αντιφατικές παραδοχές. ΑΡΙΘΜΟΣ 125/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κακαρούνα, περί αναιρέσεως της 667/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 516/

  1. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συ μβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση της εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς, και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που γενικώς κατ' είδος αναφέρει και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του αντιπροέδρου και νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Αμερικανικές επιστημονικές εκδόσεις Α.Ε", συνεργαζόμενος με τον Ψ (πολιτικώς ενάγοντα), ο οποίος διατηρεί επιχείρηση γραφικών τεχνών, ανέθετε σ' αυτόν μαζί με τον Πρόεδρο της ως άνω ανώνυμης εταιρίας Α, την εκτέλεση εκτυπωτικών εργασιών. Στα πλαίσια της συνεργασίας αυτης, στις 7-3-2001 ανέθεσαν στον πολιτικώς ενάγοντα εκτυπωτικές εργασίες αντί συνολική τιμήματος 1.300.000 δραχμών. Επεισαν δε τον τελευταίο, για το τίμημα των εκτυπωτικών εργασιών, να δεχτεί τις επιταγές με αριθ. ..... ποσού 1.000.000 δρχ. και ..... ποσού 300.000 δρχ., αντίστοιχα της Λαϊκής Τράπεζας Κύπρου, τις οποίες εξέδωσε στις 7-3-01 και 8-3-01 στην Αθήνα ο Β, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "Heclingen Enterprises Ltd", σε διαταγή της εταιρίας "Αμερικανικές Επιστημονικές Εκδόσεις Α.Ε.", οι οποίες τόσο κατά το χρόνο της έκδοσης, όσο και κατά το χρόνο της εμφάνισής τους προς πληρωμή από τον πολιτικώς ενάγοντα δεν είχαν επαρκές κεφάλαιο και σφραγίστηκαν. Ο κατηγορούμενος ενεργώντας από κοινού με τον Β έπεισαν του πολιτικώς ενάγοντα να δεχτεί τις παραπάνω επιταγές, παριστάνοντας σε αυτόν εν γνώσει τους ψευδώς, ότι η εκδότρια εταιρία είναι φερέγγυα με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, η οποία θα εξαγόραζε τη δική τους εταιρία. Όμως αυτά ήταν ψευδή, η εταιρία αυτή δεν ήταν φερέγγυα, ούτε είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια, με αποτέλεσμα και εξαιτίας της μη πληρωμής των επιταγών ο κατηγορούμενος και ο Β να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, ύψους 1.300.000 δρχ. ζημιώνοντας ισόποσα τον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος αν γνώριζε την αλήθεια, δεν θα δεχόταν τις παραπάνω επιταγές". Στη συνέχεια το Δικαστήριο, με την απόφαση που εξέδωσε κήρυξε τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο της πράξεως της απάτης κατά συναυτουργία και συγκεκριμένα του ότι: "Στην Αθήνα, στις 7-3-2001 ενεργώντας από κοινού με άλλον (Α) με σκοπό να αποκομίσει παράνομο όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη με την εν γνώσει πράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Πιο συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος μαζί με άλλον (Α) με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "Αμερικανικές Επιστημονικές Εκδόσεις Α.Ε.", με έδρα την Αθήνα, ανέθεσε κατόπιν συνεννόησης την εκτέλεση εκτυπωτικών εργασιών στον εγκαλούντα Ψ, αντί συνολικού τιμήματος 1.300.000 δραχμών. Δεν του κατέβαλε όμως μετρητά, αλλά τον παρέπεισε να δεχτεί τις δύο επιταγές που εξέδωσε σε διαταγή του κατηγορουμένου και του άλλου (Α) ο Β, ο οποίος ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία Heilingen Enterprises ltd, με αριθμούς ..... και ..... ποσού 1.000.000 και 300.000 δραχμών αντίστοιχα της Λαϊκής Τράπεζας Κύπρου. Προκειμένου να τον πείσει να λάβει επιταγές μίας άγνωστης προς αυτόν εταιρείας του παρέστησε ότι η εκδότρια εταιρεία είναι φερέγγυα, έχει οικονομική επιφάνεια, η οποία αποδεικνύεται από το γεγονός ότι βρισκόταν σε στάδιο διαπραγματεύσεων προκειμένου η εκδότρια εταιρεία να εξαγοράσει τη δική του επιχείρηση. Όμως όλα αυτά ήσαν ψευδή, διότι όπως καλώς γνώριζε ο κατηγορούμενος η εταιρία αυτή δεν διατηρούσε ούτε έδρα, ούτε γραφεία στην Ελλάδα, ήταν μία "υπεράκτια" εταιρία (off shore company), χωρίς εμφανή περιουσιακά στοιχεία, οι επιταγές της οποίας έμεναν απλήρωτες. Ο κατηγορούμενος κατ' αυτό τον τρόπο αποκόμισε παράνομο περιουσιακό όφελος, καθώς δεν κατέβαλε στον παθόντα το χρηματικό ύψος των ακάλυπτων επιταγών, ζημιώνοντάς τον σε αντίστοιχη έκταση", ακολούθως δε επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 6 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές, όμως, αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης, αφενός μεν δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αφετέρου δε υπέπεσε το Δικαστήριο της ουσίας και στην πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβάσεως, λόγω των ασαφειών και των αντιφάσεων της. Πράγματι: α) ενώ, η απόφαση δέχεται στο σκεπτικό ότι οι επίδικες δύο επιταγές με αριθμό ..... ποσού 1.000.000 δραχμών η πρώτη και με αριθμό ..... και ποσού 300.000 δραχμών η δεύτερη, εκδόθηκαν από το Β, ως νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας με την επωνυμία HEILINGEN ENTERPRISES, σε διαταγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Αμερικανικές Επιστημονικές Εκδόσεις Α.Ε", Αντιπρόεδρος του ΔΣ της οποίας και νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο κατηγορούμενος, στο διατακτικό της, αντιφατικώς αναφέρεται ότι οι επιταγές αυτές εκδόθηκαν σε διαταγή του τελευταίου (κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος), και του μη διαδίκου Α, β) ενώ στο σκεπτικό της αποφάσεως αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος ενεργώντας από κοινού με τον ειρημένο Β (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) έπεισαν ψευδώς τον πολιτικώς ενάγοντα να δεχθεί τις άνω επιταγές, με αποτέλεσμα και εξαιτίας της μη πληρωμής τους να αποκομίσουν αυτοί παράνομο περιουσιακό όφελος, στο διατακτικό, όλως αντιφατικά, κηρύσσεται ένοχος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος του ότι από κοινού με άλλον, ήτοι με τον ανωτέρω Α, και με τον ειρημένο Β, τέλεσαν την εν λόγω πράξη και ότι από την πράξη αυτή αποκόμισε αυτός (μόνο) παράνομο περιουσιακό όφελος, καθώς δεν κατέβαλε στον παθόντα το χρηματικό των ακαλύπτων επιταγών ζημιώνοντάς τον σε αντίστοιχη έκταση, και γ) δεν αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα με ποιο τρόπο, ο αναιρεσείων ατομικά, και ο συναυτουργός του Β, αποκόμισαν παράνομο περιουσιακό όφελος, από τη μη πληρωμή των επίδικων εντολών, τη στιγμή που αυτός (αναιρεσείων) ενεργούσε, όχι ατομικά, αλλά ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία " Αμερικανικές Επιστημονικές Εκδόσεις Α.Ε". Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, και ενώ παρέλκει η έρευνα του ετέρου λόγου της αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την με αριθμό 667/28-1-2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου
  2. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Ιανουαρίου
  3. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.