Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1250 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αγνώστου διαμονής επίδοση. Περίληψη: Ορθή και νόμιμη η επίδοση ως άγνωστης διαμονής και απόρριψη της αιτήσεως. Αριθμός 1250/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Παπάντζο, περί αναιρέσεως της 1169/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 560/
- Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003 το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., πρέπει να διαλαμβάνει, τον χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως (Ολ.ΑΠ 6/94 και 4/95). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, από την οποία ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση εκ μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, διότι, στην περίπτωση αυτή, ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεως του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1169/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της, η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 51.660/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί για παράβαση του Α.Ν. 86/1967, σε συνολική ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, που μετατράπηκε προς 1500 δραχμές ημερησίως και σε χρηματική ποινή 300.000 δραχμών. Από την σχετική, υπ' αριθ. 2401/11-10-2006, έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, για την έρευνα του παραδεκτού και του βασίμου του λόγου της αναιρέσεως, ο εκκαλών, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως του, εκθέτει επί λέξει τα ακόλουθα: "Ασκώ σήμερα την έφεσή μου κατά της ως άνω αποφάσεως, καθ' ότι για πρώτη φορά πληροφορήθηκα για την απόφαση προχθές, την 9ην Οκτωβρίου 2006 από το Αστυνομικό Τμήμα Τούμπας Θεσ/νίκης. Κλητεύθηκα να δικαστώ και επεδόθη η απόφαση ως αγνώστου διαμονής, ενώ τυγχάνω γνωστής τοιαύτης, διαμένω συνεχώς από την 1.9.1985 μέχρι την 30.6.06 ενταύθα και στην οδό ... αρ. ...., όπου εργαζόμουν στην πολυκατοικία από την 1.9.85 ως θυρωρός μέχρι και την συνταξιοδότηση μου 30.6.
- Θέλω δε αποδείξει ότι ετύγχανον γνωστής διαμονής, δια παντός νομίμου αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π)". Προέβαλε, δηλαδή, με την έφεση ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής. Όπως, όμως, προκύπτει από το με ημερομηνία ..... αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ......., η επίδοση της 51.660/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε ερήμην του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, έγινε στον υπάλληλο του Δήμου Θεσσαλονίκης ......, που είχε σχετική εντολή από τον Δήμαρχο Θεσσαλονίκης. Στο αποδεικτικό επιδόσεως, το όργανο που ενήργησε την επίδοση βεβαιώνει, ότι ο κατηγορούμενος δεν βρέθηκε στην τελευταία γνωστή κατοικία του, στην οδό ..... αριθ. ..... και ήταν άγνωστης διαμονής και ότι, ύστερα από έρευνα, διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει στην παραπάνω κατοικία ή αλλού πρόσωπο σχετικό από τα αναφερόμενα στο άρθρο 156 παρ. 1 ΚΠΔ. Η επίδοση αυτή υπήρξε σύννομη και η προθεσμία της εφέσεως άρχισε από αυτήν. Ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλει ακυρότητα της επιδόσεως - και όχι ανώτερη βία - και αναιτιολόγητη απόρριψη της εφέσεως, ως απαράδεκτης (λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως), γιατί η κατοικία του επί της οδού...... στη .... ήταν γνωστή στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, η οποία, από τα έγγραφα που υπήρχαν στη δικογραφία, μπορούσε να πληροφορηθεί τη διεύθυνση της κατοικίας του και ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε καθόλου υπόψη του, τόσο την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος - μητέρας του ενώπιον του, ούτε τα έγγραφα τα οποία εκείνος προσκόμισε. Από το αποδεικτικό επιδόσεως, το οποίο έχει αποδεικτική δύναμη ωσότου προσβληθεί για πλαστότητα, σύμφωνα με το άρθρο 162 παρ. 1 εδ. α ΚΠΔ (και τέτοια προσβολή δεν έγινε), προκύπτει ότι το όργανο που ενήργησε την επίδοση, βεβαίωσε το άγνωστο της διαμονής του κατηγορουμένου και την ανυπαρξία συγγενών του άρθρου 156 ΚΠΔ. Περαιτέρω η απόφαση στην αιτιολογία της αναφέρει τόσο τη χρονολογία επιδόσεως της εκκαλουμένης 51660/2000 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης ως άγνωστης διαμονής, στην τελευταία γνωστή κατοικία του, το όργανο που ενήργησε την επίδοση και τον χρόνο ασκήσεως της εφέσεως, (11-10-2006), δηλαδή μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεως της. Ειδικότερα, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από την εκτίμηση της ενόρκου εξέτασης της μάρτυρος και των δημοσίως αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Στον εκκαλούντα - κατηγορούμενο επιδόθηκε αντίγραφο της υπ' αρ. 51660/2000 καταδικαστικής αποφάσεως του ενταύθα Μονομελούς Πλημμελειοδικείου την ... (βλ. το συνημμένο στη δικογραφία αποδεικτικό επιδόσεως κατηγορουμένου αγνώστου διαμονής του δικαστικού επιμελητή στην ενταύθα Εισαγγελία Πρωτοδικών .......), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 156 παρ. 2 ΚΠΔ, δηλαδή ως αγνώστου διαμονής, επειδή δεν ανευρέθη κατά την ως άνω ημερομηνία επί της ενταύθα οδού......, την οποία είχε δηλώσει ως διεύθυνση κατοικίας του. Στην αυτή ως άνω διεύθυνση, όπου ήτο η έδρα της επιχειρήσεως του κέντρου διασκεδάσεως ".....", που εκμεταλλευόταν (βλ. 3ο φύλλο της υπ' αριθμ. 1848/1999 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που αναγνώσθηκε), ο κατηγορούμενος αναζητήθηκε από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα και δεν ανευρέθη για να επιδοθεί το κλητήριο θέσπισμα, καθόσον διαπιστώθηκε ότι τυγχάνει άγνωστος στην ανωτέρω διεύθυνση (βλ. την από..... βεβαίωση της δικ. επιμελήτριας της Εισαγ. Πρωτ. Θεσσαλονίκης ......) και για το λόγο αυτό στην πρωτόδικη δίκη κλητεύθηκε ως αγνώστου διαμονής (βλ. το από .... αποδεικτικό επίδοσης που έχει επισυναφθεί στη δικογραφία). Η ανωτέρω διεύθυνση ήταν η τελευταία γνωστή κατοικία του κατηγορουμένου στην Εισαγγελική Αρχή (Εισαγγελία Πλημ/κών Θεσ/νίκης) που παρήγγειλε την επίδοση. Έτσι, όταν εκδόθηκε η προαναφερομένη καταδικαστική απόφαση, ο εκκαλών - κατηγορούμενος αναζητήθηκε στην τελευταία γνωστή στην παραγγέλλουσα την επίδοση Εισαγγελική Αρχή (επαγγελματική) κατοικία του, ήτοι στην οδό ... αριθμ. ...., όπου δεν ανευρέθη. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι πράγματι ο εκκαλών -κατηγορούμενος είχε την επαγγελματική του δραστηριότητα στην ως άνω οδό μέχρι του έτους 1986, οπότε ανέλαβε εργασία ως θυρωρός, επί της οικοδομής, που βρίσκεται στην ενταύθα οδό ... αριθμ. ...., όπου και κατοικούσε μέχρι την συνταξιοδότησή του, στις 30.6.2006, όπως από την εξετασθείσα στο ακροατήριο μάρτυρα - μητέρα του κατατέθηκε, η κατάθεση της οποίας επιβεβαιώνεται και από το σύνολο των προσκομισθέντων από τον κατηγορούμενο εγγράφων που αναγνώσθηκαν. Όμως, το γεγονός αυτό (ήτοι της μετεγκαταστάσεώς του επί της οδού .... αριθμ. ...) δεν ήταν γνωστό στην Εισαγ. Πλημ/κών Θεσ/νίκης, όταν παρήγγειλε την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ούτε ο εκκαλών κατηγορούμενος φρόντισε ώστε να το γνωστοποιήσει στην εν λόγω αρχή, μολονότι γνώριζε ότι είχε αλλάξει όχι μόνο διεύθυνση κατοικίας, αλλά και αντικείμενο εργασίας, απασχολούμενος πλέον ως μισθωτός με σύμβαση εξηρτημενης εργασίας και όχι ως εργοδότης, επιδεικνύοντας αμέλεια και έναντι του αντίστοιχου ασφαλιστικού φορέα (ΙΚΑ), όπως η ως άνω μάρτυς κατέθεσε. Επομένως, η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, που έγινε στις 20.7.2001, είναι έγκυρη και από την επομένη ημέρα άρχισε να τρέχει η προθεσμία των 30 ημερών για την άσκηση της εφέσεως, που συμπληρώθηκε την 20.8.
- Κατόπιν τούτων, η ένδικη έφεση, που ασκήθηκε στις 11.10.2006, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως αυτής". Η αιτιολογία αυτή της αποφάσεως του Δικαστηρίου, που απέρριψε την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι η απαιτουμένη από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, αναφέρεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, ως άγνωστης διαμονής και διαλαμβάνει τον χρόνο της επιδόσεως, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και τον χρόνο ασκήσεως της εφέσεως, αναφέρεται δε και στα έγγραφα της δικογραφίας και σε εκείνα που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο εκκαλών και στην κατάθεση της μάρτυρος του εκκαλούντος, τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της παραπάνω κρίσεως του. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται το αντίθετο, η ελλιπής δηλαδή αιτιολογία της αποφάσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Απαράδεκτος, εξάλλου, είναι ο δεύτερος και τελευταίος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο επικαλείται ο αναιρεσείων εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, διότι η φερόμενη ως εσφαλμένως ερμηνευθείσα διάταξη του άρθρου 156 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δεν είναι ουσιαστική ποινική διάταξη, αλλά δικονομική και αναφέρεται στην επίδοση σε πρόσωπα άγνωστης διαμονής, ανεξάρτητα από το ότι σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω, η διάταξη αυτή ερμηνεύθηκε και εφαρμόσθηκε ορθώς από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του. ΕΠΕΙΔΗ, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12 Μαρτίου 2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 1169/2007 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Μαΐου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ