← Ελλάδα

ΑΠ 1256/2009 — Αποχή αποφάσεως

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1256 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αποχή αποφάσεως. Περίληψη: Απέχει να αποφανθεί προκειμένου να κληθούν στο Συμβούλιο οι αντίκλητοι των κατηγορουμένων. ΑΡΙΘΜΟΣ 1256/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων:

  1. Χ1, κατοίκου ...,
  2. Χ2, κατοίκου ..,
  3. Χ3, κατοίκου ... και
  4. Χ4, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 394/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ
  5. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 19 Μαΐου 2008 και 23 Μαΐου 2008 τέσσερις χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1005/
  6. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου με αριθμό 384/17.7.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., τις με αριθμό 93 από 19.5.2008 και 97, 98, 99 από 23-5-2008 αιτήσεις των α) Χ1, κατοίκου ..., οδός ... αρ. ..., β) Χ3, κατοίκου ..., οδός ... αρ. ..., γ) Χ2, κατοίκου ..., οδός ... αρ. ..., και δ) Χ4, κατοίκου ..., οδός ... αρ. ..., αντιστοίχως, για αναίρεση του υπ'αριθμόν 394/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, δια του οποίου έγινε δεκτή τυπικά και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η υπ'αριθμ. 506/21.9.2007 έφεση της Χ1 κατά του υπ'αριθμόν 1832/2007 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και προσέτι κηρύχθηκαν απαράδεκτες οι υπ'αριθμόν 455, 453 και 457 από 7-9-2007 εφέσεις των Χ3, Χ2 και Χ4, αντιστοίχως, κατά του άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, το οποίο τους παρέπεμψε ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν η Χ1 για πλαστογραφία (νόθευση) μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση από την οποίαν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 €, ο Χ3 για χρήση πλαστού εγγράφου και για απάτη με ιδιαίτερα μεγάλη αξία και οι Χ2 και Χ4 για απλή συνέργεια σε απάτη με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία και εκθέτω τα ακόλουθα: 1) Όσον αφορά στην υπ' αριθμόν 93/19-5-2008 αίτηση της Χ1: Η αίτηση αυτή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και περιέχει συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως και δη την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ Κ.Π.Δ.) ασκήθηκε δε από τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας Βασίλειο Τσίπρα, δυνάμει της από 16-5-2008 εξουσιοδότησης. Ο λόγος αναιρέσεως που επικαλείται συνίσταται στο ότι α) το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αξιολόγησε τον ισχυρισμό της και δεν διέταξε την άρση του απορρήτου του υπ'αριθμ. ... λογαριασμού της ALPHA BANK καθόσον η ανάλυση του λογαριασμού αυτού μπορούσε να έχει επιρροή στη κρίση των δικαστών και θα ανατρέπονταν οι ισχυρισμοί της μηνύτριας, β) δεν προέβη σε συγκριτική αξιολόγηση των εγγράφων που προσκόμισε η αναιρεσείουσα, γ) δεν αξιολόγησε το υπ'αριθμόν 2927/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. 2) Όσον αφορά στις υπ'αριθμόν 97/08, 98/08 και 99/08 αιτήσεις των λοιπών αναιρεσειόντων Χ3, Χ2 και Χ4: Οι αιτήσεις των έχουν ασκηθεί εμπροθέσμως από την πληρεξουσία αυτών δικηγόρο Σοφία Ψυλλάκου, νομίμως εξουσιοδοτηθείσας. Ο λόγος αναιρέσεως που επικαλούνται είναι η παράνομη απόρριψη της έφεσής των κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος ως απαράδεκτης και επικουρικώς η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και συνίσταται στο ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα του συμβουλίου Εφετών παρανόμως απέρριψε ως απαράδεκτες τις από 7-9-2007 εφέσεις των κατά του άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ενώ κατά το άρθρο 469 ΚΠΔ είχαν το δικαίωμα να ασκήσουν έφεση κατ'αυτού. Ούτω οι άνω αιτήσεις είναι τυπικά δεκτές και ερευνητέες κατ'ουσίαν και επ'αυτού επάγομαι τα ακόλουθα: 1) Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' του Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για τη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Δεν απαιτείται δε για τη πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος η χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου σε συνδυασμό με το τί αποδείχτηκε από το καθένα αλλά αρκεί η γενική αναφορά στο σύνολο του είδους των (Α.Π. 1304/2003 ΠΧ ΝΔ/2004 σελ. 517). Δια του προσβαλλομένου βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών, "από όλο το αποδεικτικό υλικό και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα της δικογραφίας, το από 7-11-2007 υπόμνημα της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας Χ1, σε συνδυασμό με την απολογία της" δέχτηκε ότι προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά, που διαλαμβάνονται στην εισαγγελική πρόταση, στις ορθές και νόμιμες σκέψεις της οποίας το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου, από τα οποία προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος της κατηγορουμένης για την αποδιδομένη σ'αυτή αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση και συνεπώς ορθά η άνω κατηγορουμένη παραπέμφθηκε να δικαστεί για την άνω πράξη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. Από το ιστορικό του άνω βουλεύματος και δη τα αναφερόμενα στην εισαγγελική πρόταση, όπου παραπέμπει το Συμβούλιο, πέρα των πραγματικών περιστατικών που αναφέρονται, τούτο ασχολείται λεπτομερώς και στην απόρριψη του αιτήματος της πρώτης αναιρεσείουσας για την άρση του τραπεζικού απορρήτου του υπ'αριθμόν ... λογαριασμού της στην ALPHA BANK προκειμένου να διαπιστωθεί το ύψος των εμβασμάτων που έγιναν από το λογαριασμό αυτού στο λογαριασμό της εγκαλούσας. Επίσης από το ίδιο ιστορικό προκύπτει ότι αξιολογήθηκε πλήρως και το υπ'αριθμόν 2927/2007 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Από τα ανωτέρω προκύπτει σαφέστατα ότι οι λόγοι αναιρέσεως που επικαλείται η πρώτη αναιρεσείουσα και αναφέρονται στην αρχή της παρούσας είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν κατ'ουσίαν. Το προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση και τις αποδείξεις που θεμελίωσαν τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος και κατά συνέπεια έχει την απαιτουμένη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. 2) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 317 παρ. 1, 476, 481 παρ. 1 και 484 παρ. 1 εδ. στ' του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο της έφεσης επιτρέπεται μόνο αίτηση αναιρέσεως, ως λόγοι της οποίας δεν μπορούν να προβληθούν αιτιάσεις που αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης, αλλά μόνο η αιτίαση ότι η απόρριψη της εφέσεως κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος είναι παράνομη. Αν υπάρχουν στην αίτηση αναιρέσεως και λόγοι που αναφέρονται σε άλλες πλημμέλειες και δη στην ουσία της υπόθεσης, η προβολή τους είναι απαράδεκτη (Α.Π. 1304/2003 Π.Χ. ΝΔ/2004 σελ. 517). Εξ άλλου το κατά το άρθρο 469 Κ.Π.Δ. επεκτατικό αποτέλεσμα δεν καθιστά παραδεκτό το ανεπίτρεπτο ένδικο μέσο συγκατηγορουμένου στον οποίον δεν χορηγείται, διότι η διάταξη 469 του Κ.Π.Δ. δεν καθιερώνει επέκταση ως προς το παραδεκτό. Καθιερώνει υπέρ του συγκατηγορουμένου, έστω και αν το ένδικο μέσο δεν χορηγείται σ'αυτόν, επέκταση της ευνοϊκής κρίσης του ανωτέρω δικαστηρίου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο που άσκησε παραδεκτώς το ένδικο μέσο (Α.Π. 1383/1990 Π.Χ. ΜΑ σελ. 580). Στην υπό κρίση περίπτωση οι αναιρεσείοντες Χ3, Χ2 και Χ4, με το υπ'αριθμόν 1832/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπέμφθηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς, για κακουργήματα, Εφετείου Αθηνών για να δικαστούν οι μεν Χ2 και Χ4για τις πράξεις της απλής συνέργειας κατ'εξακολούθηση και μη, σε απάτη με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία και ο Χ3 για τη πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου, κατ'εξακολούθηση και μη και της απάτης με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία, δηλαδή για πράξεις που προβλέπονται από τα άρθρα 386 παρ. 1β και 216 παρ. 2-1 ΠΚ ήτοι για πλημμελήματα . Κατά το άρθρο 478 παρ. 1 Κ.Π.Δ. "Το ένδικο μέσο της έφεσης επιτρέπεται στον κατηγορούμενο μόνο κατά βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών, το οποίο τον παραπέμπει στο δικαστήριο για κακούργημα ...". Ούτω ορθώς το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο της εφέσεως που άσκησαν οι ανωτέρω κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος. Σύμφωνα δε με τα προαναφερόμενα το επεκτατικό αποτέλεσμα που προβλέπει το άρθρο 469 Κ.Π.Δ., δεν καθιστά το ανεπίτρεπτο ένδικο μέσο σε παραδεκτό. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω αβάσιμος είναι ο λόγος που προβάλλουν οι άνω αναιρεσείοντες ότι ουχί ορθώς το ένδικο μέσο της εφέσεως που άσκησαν κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος απορρίφθηκε ως απαράδεκτο και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθούν κατ'ουσίαν και οι αιτήσεις αυτών και να καταδικασθούν ούτοι στα έξοδα. Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α Π ρ ο τ ε ί ν ω 1) να απορριφθούν οι υπ'αριθμόν 93/19-5-2008, 97/23-5-2008, 98/23-5-2008 και 99/23-5-2008 αιτήσεις των Χ1, Χ3, Χ2 και Χ4, αντίστοιχα, περί αναιρέσεως του υπ'αριθμόν 394/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας αυτής στους άνω αιτούντας. Αθήνα 4 Ιουλίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 476 ΚΠοινΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, "κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν παρέχεται πλέον η δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως από τους διαδίκους κατά βουλεύματος, το οποίο απέρριψε την έφεσή τους κατά του πρωτόδικου βουλεύματος ως απαράδεκτη. Δηλαδή αναίρεση επιτρέπεται πλέον μόνο κατά αποφάσεως, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, και όχι και κατά βουλεύματος που επίσης απορρίπτει αυτό ως απαράδεκτο. Το αντίθετο δεν συνάγεται από το ότι κατά το άρθρο 138 παρ. 1 εδ. τελευταίο του ΚΠοινΔ "η απόφαση του δικαστικού συμβουλίου ονομάζεται βούλευμα", αφού η πιο πάνω παράγραφος 2 του άρθρου 476 ΚΠοινΔ, πριν αντικατασταθεί κατά τα προεκτιθέμενα, όριζε ότι "κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση" και έτσι, με την αντικατάσταση αυτή, εκφράσθηκε ρητά η βούληση του νομοθέτη για αποκλεισμό της αναιρέσεως κατά βουλεύματος, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 18 του ν. 2408/1996, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται... Ο Εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις του είκοσι τέσσερις ώρες τουλάχιστον πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, με το με αριθ. 1832/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, παραπέμφθηκαν να δικασθούν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, οι τρεις αναιρεσείοντες κατηγορούμενοιΧ2, Χ3 και Χ4, για τα σε αυτό πλημμελήματα, η δε τέταρτη αναιρεσείουσα Χ1 για να δικασθεί για τη αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος. Κατά του εν λόγω παραπεμπτικού βουλεύματος οι κατηγορούμενοι άσκησαν εφέσεις, οι οποίες όμως, με το με αριθ. 394/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, απορρίφθηκαν, α) κατ'ουσίαν η έφεση της Χ1 και β) ως απαράδεκτες, οι τρεις εφέσεις ως προς τους άνω λοιπούς τρεις εκκαλούντες, για το λόγο ότι κατ'άρθρο 478 παρ.1 ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο της εφέσεως επιτρέπεται στους κατηγορούμενους, μόνο κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, το οποίο τους παραπέμπει για κακούργημα ή για κακούργημα και για συναφές πλημμέλημα τον ίδιο τον παραπεμπόμενο κατηγορούμενο και όχι σε συγκατηγορούμενους, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, που παραπέμπονται αποκλειστικά για συναφή πλημμελήματα. Εξάλλου, το κατά το άρθρο 469 ΚΠοινΔ επεκτατικό αποτέλεσμα δεν καθιστά παραδεκτό το ανεπίτρεπτο ένδικο μέσο συγκατηγορουμένου στον οποίον δε χορηγείται από το νόμο, διότι η διάταξη 469 ΚΠοινΔ, δεν καθιερώνει επέκταση ως προς το παραδεκτό. Καθιερώνει υπέρ του συγκατηγορουμένου, έστω και αν το ένδικο μέσο δεν χορηγείται σε αυτόν, επέκταση της ευνοϊκής κρίσεως του ανωτέρω Δικαστηρίου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο εκείνου που άσκησε παραδεκτά το ένδικο μέσο. Κατ'ακολουθίαν των παραπάνω, επειδή οι αιτήσεις αναιρέσεως των άνω τριών αναιρεσειόντων ασκήθηκαν απαραδέκτως, πλην οι αναιρεσείοντες αυτοί, δεν κλήθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προ 24 ωρών τουλάχιστον, για να εκθέσουν τις απόψεις του περί του απαραδέκτου, πριν από την εισαγωγή της υποθέσεως στο δικαστήριο (συμβούλιο), πρέπει το δικαστήριο να απόσχει από τη συζήτηση της υποθέσεως, και για τους τέσσερις αναιρεσείοντες, για να κριθεί ενιαία η υπόθεση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απέχει από τη συζήτηση των αναιρέσεων των αναιρεσειόντων α) Χ1, β) Χ2, γ) Χ3 και δ) Χ4, κατά του με αριθμό 394/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, για να ειδοποιηθούν, κατ'άρθρον 476 παρ.1 του ΚΠοινΔ, οι από αυτούς υπό στοιχεία ως άνω β,γ,δ αναιρεσείοντες ή οι διορισθέντες αντίκλητοι αυτών, να προσέλθουν στο συμβούλιο τούτο του Αρείου Πάγου, κατά την νέα δικάσιμο που θα ορισθεί, για να εκθέσουν τις απόψεις τους σχετικά με το απαράδεκτο των κρινόμενων αιτήσεών τους. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου
  7. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου
  8. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.