← Ελλάδα

ΑΠ 1261/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Υπέρβαση εξουσίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1261 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Υπέρβαση εξουσίας. Περίληψη: Παράβαση άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 86/

  1. Επίκληση έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπέρβασης εξουσίας, από φερόμενη χειροτέρευση της θέσης του εκκαλούντος κατηγορουμένου, συνεπεία επιβολής ποινών μεγαλύτερων εκείνων που επιβλήθηκαν πρωτοδίκως. Απορρίπτει αναίρεση. Αριθμός 1261/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1-4-2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)Χ1 και 2)Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άρη Τσαβδαρίδη, για αναίρεση της 5138/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 11 Ιανουαρίου 2008 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 86/
  2. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αρ. 5138/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν σε συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα

(9)μηνών και χρηματική ποινή 1500 ευρώ ο καθένας, μετατραπείσαν σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως, για παράθεση του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 86/67 "περί επιβολής κυρώσεων κατά των καθυστερούντων την καταβολή και την απόδοση εισφορών σε Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφαλίσεως", δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις πράξεις που τους αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, διότι αποδείχθηκε ότι, στο ....., στις 5-3-2000, σε γενόμενο έλεγχο, προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι, ως εργοδότες της επιχείρησης με την επωνυμία "........ Ε.Ε" (ΚΕΝΤΡΑ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗΣ), παρότι απασχόλησαν στην ανωτέρω επιχείρηση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, κατά το χρονικό διάστημα από 9/99 έως 5/2000 προσωπικό και συγκεκριμένα 21 μισθωτούς που ασφαλίζονται στο Ι.Κ.Α., με συνολικό ύψος αποδοχών, για το ανωτέρω χρονικό διάστημα 130506,24 ευρώ, από πρόθεση δεν κατέβαλαν, ως είχαν νόμιμη υποχρέωση, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά τους, στο Ι.Κ.Α., τις βαρύνουσες αυτούς τους ίδιους ασφαλιστικές εισφορές (εργοδοτικές) για καθένα των αναφερομένων μηνών εντός μηνός αφ' ης κατέστησαν αυτές απαιτητές και συγκεκριμένα, δεν κατέβαλαν από 9/1999 έως 5/2000 τις ανερχόμενες συνολικά σε 12.803,52 ευρώ ασφαλιστικές (εργοδοτικές) εισφορές, συνταχθείσης της υπ' αρ. 402,92 ΠΕΕ του ΙΚΑ. Επίσης, οι κατηγορούμενοι, με την ως άνω ιδιότητά τους, ενώ παρακράτησαν τις ασφαλιστικές (εργατικές) εισφορές των εργασθέντων στην ανωτέρω επιχείρησή τους και ασφαλιζομένων στο Ι.Κ.Α είκοσι ένα
(21)μισθωτών για καθένα των προαναφερομένων μηνών, με σκοπό να τις αποδώσουν στο Ι.Κ.Α., από πρόθεση δεν απέδωσαν αυτές, ως όφειλαν, στον ως άνω ασφαλιστικό φορέα εντός μηνός αφ' ης κατέστησαν αυτές απαιτητές, ήτοι δεν απέδωσαν στο Ι.Κ.Α από 9/1999 έως 5/2000 τις εργατικές εισφορές αυτών, ανερχόμενες σε 6.401,70 ευρώ, συνταχθείσης της ανωτέρω ΠΕΕ και έτσι κατέστησαν τιμωρητέοι για υπεξαίρεση και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των αποδιδομένων σ' αυτούς πράξεων, εκτός εκείνων που ανάγονται μέχρι το χρονικό διάστημα 31-8-1999, που πρέπει να παύσει η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 86/1967. Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. πρώτος λόγος αναίρεσης των δύο συνεκδικαζομένων αιτήσεων των κατηγορουμένων-αναιρεσειόντων, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 470 εδ. α' ΚΠΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ενεργήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου, με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως και δη είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχειρίσεως αυτού, δηλαδή κυρίως αν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή του από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (νομική χειροτέρευση) διαπιστούμενη με τη σύγκριση του περιεχομένου του διατακτικού, αφενός της αποφάσεως που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφετέρου αυτής που εκδίδεται από το Δικαστήριο του ενδίκου μέσου. Η παράβαση της ανωτέρω διατάξεως συνιστά υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' λόγου αναιρέσεως. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με το δεύτερο και τελευταίο λόγο των συνεκδικαζομένων αιτήσεων, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο χειροτέρευσε τη θέση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων, επιβάλλοντας ποινές μεγαλύτερες εκείνων που επεβλήθηκαν Πρωτοδίκως. Από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της ποινικής δικογραφίας, προκύπτει ότι, οι αναιρεσείοντες, με την υπ' αρ. 10822/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, καταδικάσθηκαν σε ποινή φυλακίσεως δέκα αυτών
(18)μηνών και χρηματική ποινή τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ, για την α' πράξη της μη καταβολής των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών και σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα
(12)μηνών και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ για τη β' πράξη της μη καταβολής των εργατικών εισφορών και σε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι τεσσάρων
(24)μηνών και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, ο καθένας, ενώ, με την προσβαλλομένη υπ' αρ. 5138/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, καταδικάσθηκαν, σε δεύτερο βαθμό, σε ποινή φυλακίσεως έξι
(6)μηνών και χρηματική ποινή χιλίων (1.000) ευρώ, για κάθε μία από τις αναφερόμενες, ως άνω πράξεις, που αφορούσαν πλέον, το χρονικό διάστημα από 1.9.1999 έως 31.5.2000, καθόσον, για το προηγούμενο χρονικό διάστημα, έπαυε η ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, σε συνολική δε ποινή φυλακίσεως (6 μήνες + 3 μήνες) εννέα
(9)μηνών και χρηματική ποινή (1.000 + 500) χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, ο καθένας. Από τα ανωτέρω αναφερόμενα προκύπτει ανενδοίαστα ότι δεν χειροτέρευσε η θέση των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, αφού, με την προσβαλλόμενη απόφαση, τους επιβλήθηκαν σαφώς μικρότερες ποινές, από εκείνες που τους επιβλήθηκαν πρωτοδίκως. Επομένως, ο δεύτερος, ως άνω, λόγος, των ενδίκων αιτήσεων αναίρεσης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά οι ένδικες αιτήσεις αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους, ως αβάσιμες και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρον 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις υπ' αρ. 2/2008 και 3/2008 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, αντίστοιχα, κατοίκων αμφοτέρων Πειραιώς, για αναίρεση της υπ' αρ. 5138/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ ο καθένας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.