Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1261 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Συναυτουργία, Εκβίαση, Εξακολουθούν έγκλημα, Ακροάσεως έλλειψη. Περίληψη: Ορθά δεν δέχθηκε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη και να αναγνώσει έκθεση φωτογραφικής καταγραφής βιντεοταινίας, με την απειλή γνωστοποιήσεως του περιεχομένου της οποίας τελέσθηκε η εκβίαση, κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, μετά την αμφισβήτηση της γνησιότητας αυτής από την πολιτική αγωγή, με την αιτιολογία ότι μετά διερεύνηση, δεν διαπιστώθηκε η γνησιότητα της από τα υπόλοιπα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, ενώ οι κατηγορούμενοι, που την προσκόμιζαν το πρώτον στο δευτεροβάθμιο αυτό Δικαστήριο, δεν ισχυρίσθηκαν ότι ήταν το μοναδικό αποδεικτικό μέσο το οποίο διέθεταν και πρότειναν για την απόδειξη της αθωότητας τους, και έτσι το Εφετείο δεν στέρησε τους κατηγορουμένους οιουδήποτε υπερασπιστικού δικαιώματος, το οποίο ρητά παρέχεται από τον νόμο, ουδεμία παραβίαση συνταγματικών διατάξεων ή διατάξεων της ΕΣΔΑ έγινε και εντεύθεν ουδεμία έλλειψη ακροάσεως ή ακυρότητα επήλθε στην διαδικασία. Στην έννοια των εκτελεσάντων ανακριτικά ή προανακριτικά καθήκοντα του άρθρου 211 εδ. α΄ ΚΠΔ δεν περιλαμβάνονται και δεν απαγορεύεται η εξέταση εκείνων που ενήργησαν ή υπέγραψαν την έκθεση συλλήψεως του κατηγορουμένου, εκείνοι που παρέλαβαν ή υπέγραψαν την έκθεση της μηνύσεως και εκείνοι που υπέβαλαν ή διαβίβασαν απλώς τη σχηματισθείσα δικογραφία στον αρμόδιο Εισαγγελέα. Η ακυρότητα που επέρχεται από την παράβαση αυτή είναι σχετική, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 171 παρ.1 του ΚΠΔ, καλυπτόμενη, επομένως, αν δεν προταθεί ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας. Ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επέρχεται, όταν ο πολιτικώς ενάγων, έχοντας το λόγο επί της ενοχής, επεκταθεί χωρίς αντίρρηση κατά την αγόρευση του έστω και με την ανοχή του διευθύνοντος τη συζήτηση στο ζήτημα της ποινής ή των ελαφρυντικών.
(2003)της ζήτησαν άλλα 20.000 ευρώ. Η μηνύτρια, όμως, συνειδητοποιώντας ότι ο εκβιασμός της δεν θα είχε τέλος αν υπέκυπτε και αυτή τη φορά, κατήγγειλε τους κατηγορούμενους στην Αστυνομία, με σχέδιο και οδηγίες της οποίας συνελήφθη επ' αυτοφώρω ο πρώτος κατηγορούμενος να παραλαμβάνει από τον αδελφό της μηνύτριας, ΓΓ, σε ερημική τοποθεσία το ποσό των 10.000 ευρώ, τα οποία προηγουμένως είχαν προσημειωθεί από την Αστυνομία. Στην προκειμένη περίπτωση οι κατηγορούμενοι, ισχυρίζονται ότι, το ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο αρχικά κατέβαλε ο ΓΓ για λογαριασμό της μηνύτριας στον πρώτο κατηγορούμενο, αλλά και το ποσό των 10.000 ευρώ, που συνελήφθη επ' αυτοφώρω από την αστυνομία να παραλαμβάνει ο πρώτος κατηγορούμενος από τον ΓΓ, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό της αδελφής του, ως επίσης και άλλα 10.000 ευρώ, τα οποία δεν τους καταβλήθηκαν, ήτοι συνολικά 30.000 ευρώ, αποτελούν προϊόν κλοπής, την οποία προηγουμένως είχε διαπράξει κατ' εξακολούθηση από τις αρχές Αυγούστου 2003 η μηνύτρια στην οικία τους, από την οποίαν είχε αφαιρέσει το παραπάνω ποσό και έτσι αυτή (μηνύτρια) μετά τη βιντεοσκόπηση της με κάμερα στην οικία τους, αποδεχόμενη την ενοχή της για την κατ' εξακολούθηση κλοπή, τους επέστρεψε τα παραπάνω ποσά. Ο παραπάνω ισχυρισμός των κατηγορουμένων δεν επιβεβαιώνεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, αντίθετα ο ισχυρισμός αυτός ανατρέπεται πλήρως από τις ενέργειες και τη συμπεριφορά των ιδίων των κατηγορουμένων. Ειδικότερα, αυτοί ισχυρίζονται ότι από τις αρχές Αυγούστου του 2003 διαπίστωσαν ότι καθημερινώς μέχρι 22.11.2003 κάποιος έμπαινε στο σπίτι τους με αντικλείδι και αφαιρούσε (καθημερινώς) από το συρτάρι τους όπου είχαν τοποθετημένα 2.000-3.000 ευρώ, το ποσό των 300-400 ευρώ (βλ. την από 17.12.2003 προανακριτική κατάθεση της δεύτερης κατηγορουμένης, η οποία αναγνώστηκε στο ακροατήριο, προκειμένου να υποδειχθούν εις αυτήν αντιφάσεις σε σχέση με την απολογία της στο Εφετείο). Με βάση τον ισχυρισμό της αυτό, πρέπει να αφαιρέθηκε περίπου για το παραπάνω χρονικό διάστημα των τριών μηνών και 22 ημερών το συνολικό ποσό των 44·8οο ευρώ (3 μήνες και 22 ημέρεςΧ400 ευρώ ημερ.). Περαιτέρω, όμως και κατ' ακολουθίαν του προαναφερθέντος ισχυρισμού τους, ανακύπτουν εύλογα ερωτήματα για τα οποία οι κατηγορούμενοι δεν έδωσαν καμία πειστική εξήγηση. Και συγκεκριμένα : 1)γιατί δεν αντικατέστησαν την κλειδαριά του σπιτιού τους και άφησαν να μπαίνει καθημερινά ανενόχλητος κάποιος τρίτος στο σπίτι τους με αντικλείδι, για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και να αφαιρεί (καθημερινά) το ποσό των 400 ευρώ, 2) γιατί τοποθετούσαν καθημερινά στο ίδιο σημείο τα χρήματα τους, μολονότι όπως ισχυρίζονται κάποιος καθημερινά τα αφαιρούσε και δεν τα τοποθετούσαν σε ασφαλέστερο σημείο, 3) γιατί δεν κατήγγειλαν στην Αστυνομία την κλοπή που γινόταν στο σπίτι τους κατ' εξακολούθηση, και μάλιστα καθημερινά, έτσι ώστε να προβεί στις δέουσες ενέργειες για τη σύλληψη του δράστη, 4) γιατί τελικά ζήτησαν από τη μηνύτρια να τους επιστρέψει μόνο το ποσό των 30.000 ευρώ, και όχι το ως άνω συνολικό ποσό των 44.800 ευρώ, που όπως ισχυρίζονται αφαιρέθηκε από την οικία τους κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, 5) αν η μηνύτρια είχε ροπή για κλοπές, γιατί αυτή από του έτους 2000 που τους νοίκιασε το σπίτι, έως τον Ιούλιο του 2003, δεν εισήλθε ποτέ σ' αυτό με αντικλείδι να τους αφαιρέσει χρήματα και αιφνιδίως αυτή άρχισε από τις αρχές Αυγούστου του 2003 να εισέρχεται καθημερινά σε αυτό και να τους αφαιρεί χρήματα. Με βάση τα παραπάνω, το Δικαστήριο, άγεται στην κρίση ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός των κατηγορουμένων είναι ψευδής και αβάσιμος. Το ότι οι κατηγορούμενοι ψεύδονται, πέραν των άλλων αποδεικτικών μέσων, προκύπτει και από το περιεχόμενο των από 17.2.2003 προανακριτικών καταθέσεων τους ενώπιον του Αστυφύλακα ΔΔ-οι οποίες αναγνώστηκαν στο ακροατήριο κατά τη διάρκεια της απολογίας τους, διότι όσα εξέθεταν ήταν διαφορετικά από όσα οι ίδιοι κατέθεσαν στην προδικασία- οι οποίες είναι αντιφατικές μεταξύ τους και η μία αναιρεί την άλλη, όπου ειδικότερα η δεύτερη κατηγορούμενη κατέθεσε ότι αυτή διαπίστωσε ότι από τις αρχές Αυγούστου (5.8.2003) κάποιος έμπαινε και αφαιρούσε καθημερινά 300-400 ευρώ, και όχι επίσης στις 5-8-2003 κάποιος εισήλθε στο σπίτι της και αφαιρούσε 1.000 ευρώ. Αντιθέτως, ο πρώτος κατηγορούμενος και σύζυγος της πρώτης, κατέθεσε ότι αυτός διαπίστωσε ότι από 1.9.2003 για πρώτη φορά κάποιος αφαιρούσε χρήματα από το σπίτι τους, χωρίς να προσδιορίζει το ποσό που αφαιρείτο από το σπίτι και ούτε να επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό της συζύγου του ότι στις 5-8-2003 αφαιρέθηκαν 1.000 ευρώ από το σπίτι τους. Στο σημείο δε αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι πριν οι κατηγορούμενοι διαπράξουν σε βάρος της μηνύτριας τους ανωτέρω εκβιασμούς, η δεύτερη κατηγορούμενη, Ψ2, είχε επιχειρήσει στις 4-3-2003 να εκβιάσει μία αλλοδαπή ρωσικής καταγωγής που απασχολούσε στο σπίτι της ευκαιριακά ως καθαρίστρια, αλλά ο εκβιασμός της απέτυχε μετά τη σφοδρή αντίδραση της εν λόγω αλλοδαπής. Συγκεκριμένα, η Ψ2 κατήγγειλε στην Αστυνομία ότι η εν λόγω Ρωσίδα της είχε αφαιρέσει από το σπίτι της το ποσό των εξήντα (60€) ευρώ και ακολούθως αυτή, μπροστά μάλιστα στον εν λόγω αστυνομικό, ο οποίος επιλήφθηκε της υποθέσεως, απειλούσε τη Ρωσίδα ότι αν δεν της καταβάλει το ποσό των 1.000 ευρώ, θα της υποβάλει μήνυση. Η Ρωσίδα, όμως, η οποία αρνείτο ότι της έκλεψε το ποσό των 60 ευρώ, αντέδρασε έντονα και αρνήθηκε να της καταβάλει το ποσό των 1.000 ευρώ για να μην της υποβάλει μήνυση και έτσι στη συνέχεια η Ψ2, προφανώς για να μην εκτεθεί περισσότερο δεν υπέβαλε μήνυση κατά της Ρωσίδας (βλ. κατάθεση μάρτυρα κατηγορίας υπαστυνόμου ΕΕ). Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι χρησιμοποιώντας τις παραπάνω απειλές της δημοσιοποίησης της παραπάνω κασέτας, καθώς και της επιλήψιμης σχέσης της μηνύτριας με κάποιον άνδρα, ζήτησαν από τη μηνύτρια 30.000 ευρώ, από τα οποία πέτυχαν να αποσπάσουν εξαναγκάζοντας την με τον ως άνω τρόπο 20.000 ευρώ, ποσό που αποτελεί παράνομο περιουσιακό όφελος, καθόσον δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαίτησης τους. Επομένως, αυτοί πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για την πράξητης εκβίασης κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση όπως κατηγορούνταν, με το ελαφρυντικό του πρότερου εντίμου βίου. Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί ενοχής των κατηγορουμένων, δεν έλαβε υπόψη του μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τη μη αναγνωσθείσα βιντεοκασέτα, αλλά απλώς αυτή αναφέρεται ιστορικά στο σκεπτικό της απόφασης". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τους κατηγορουμένους ενόχους εκβίασης κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση και τους επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι μηνών στον καθένα, της οποίας την εκτέλεση ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος εκβίασης κατ'εξακολούθηση και κατά συναυτουργία, για το οποίο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27, 45, 98 και 385 παρ. 1γ του ΠΚ, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου και δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από το σύνολο του παραπάνω αιτιολογικού συνάγεται: α) επαρκώς και πλήρως αιτιολογείται ο τρόπος με τον οποίον οι δύο κατηγορούμενοι σύζυγοι, οι οποίοι ήταν στο ... μισθωτές και γείτονες και φίλοι με την πολιτικώς ενάγουσα, κουμπάροι με την αδελφή αυτής ΒΒ, παγίδευσαν μετά από σχεδίαση και βιντεοσκόπησαν στη μίσθια οικία τους να κλέπτει δήθεν χρήματα, που όμως ευρισκομένη εκεί μετά από κλήση της δεύτερης κατηγορουμένης να της επιστρέψει κάποιο ποσό 270 ευρώ, από τη δαπάνη κοινοχρήστων, εισήλθε στο δωμάτιο και έλαβε από συρτάρι , με την προτροπή όμως και την άδεια της δεύτερης κατηγορουμένης, που κρατούσε εκείνη τη στιγμή το μωρό της και στη συνέχεια με τη βιντεοταινία αυτή, με απειλή ότι θα την καταγγείλουν για κλοπή συνολικού ποσού 10.000 ευρώ και ότι θα κοινοποιήσουν στον κόσμο και στο σύζυγό της ναυτικό που απουσίαζε στα καράβια το περιεχόμενο βιντεοκασέτας που αφορούσε, όπως της έλεγαν, την προσωπική της ζωή και επιλήψιμη σχέση της με άλλον άνδρα, εκβίασαν την πολιτικώς ενάγουσα, ότι οι απειλές αυτές επέδρασαν στη βούληση της πολιτικώς ενάγουσας, η οποία και υπέκυψε στις άνω απειλές των κατηγορουμένων, στους οποίους και παράδωσε στις 25-11-2003 δια χειρός του μάρτυρος αδελφού της ΓΓ, αρχικά ποσόν 10.000 ευρώ, ότι στη συνέχεια κατά μήνα Δεκέμβριο του 2003 οι κατηγορούμενοι, βλέποντας αποδοχή του πρώτου εκβιασμού τους, θέλησαν να αποσπάσουν περισσότερα χρήματα και εκβίασαν την πολιτικώς ενάγουσα με τον ίδιο τρόπο απειλών και της ζήτησαν άλλα 20.000 ευρώ και μετά συνεννόηση με την Αστυνομική Αρχή, ο ίδιος αδελφός της πολιτικώς ενάγουσας μετέβη σε ερημική τοποθεσία και παρέδωσε για λογαριασμό της αδελφής του, στον πρώτο κατηγορούμενο προσημειωμένα χαρτονομίσματα συνολικού ποσού 10.000 ευρώ, που είχαν προσυμφωνήσει και εκεί στις 17-12-2003 κατελήφθη επ'αυτοφώρω από αστυνομικό που είχε κρυφθεί στο αυτοκίνητο, ο πρώτος κατηγορούμενος να παραλαμβάνει στην κατοχή του τα άνω χρήματα, ενώ με εμπεριστατωμένη αιτιολογία το Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό των κατηγορουμένων ότι τα άνω ποσά αποτελούσαν επιστροφή χρημάτων που δήθεν η πολιτικώς ενάγουσα είχε κλέψει τμηματικά από την οικία τους. Η δεύτερη δε ως άνω πράξη της εκβιάσεως είναι τετελεσμένη και ουδόλως συνάγεται ότι περιγράφεται αυτή στο αιτιολογικό ως απόπειρα εκβιάσεως, β) ουδεμία ασάφεια ή αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μία βιντεοταινία είχαν οι κατηγορούμενοι στην κατοχή τους, η οποία και κατασχέθηκε, αλλά οι κατηγορούμενοι απειλούσαν και πέτυχαν την εκβίαση, ισχυριζόμενοι ότι κατέχουν και δεύτερη βιντεοταινία που εμφάνιζε επιλήψιμη σχέση της πολιτικώς ενάγουσας με κάποιον άλλο άνδρα, και έτσι θα εβλάπτετο η τιμή και η οικογενειακή υπόληψη της πολιτικώς ενάγουσας, γ) σημειώνεται δε ότι συνεκτιμήθηκαν και οι καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδικότερη αναφορά ή ανάλυση των υπό των μαρτύρων αυτών κατατεθέντων, το δε γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα άλλα αποδεικτικά μέσα και δη μάρτυρες, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη και δε συνεκτιμήθηκαν και οι καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, δ) από την αναφορά στην αρχή του αιτιολογικού, προς διαπίστωση της προσωπικότητας των κατηγορουμένων και διερεύνηση του υποκειμενικού στοιχείου, ότι αναφέρθηκε από μάρτυρα αστυνομικό, ότι και στις 4-3-2003 η δεύτερη κατηγορουμένη είχε επιχειρήσει να εκβιάσει μία αλλοδαπή από τη Ρωσία, την οποία χρησιμοποιούσε στην οικία της ως καθαρίστρια και την οποία κατήγγειλε στην Αστυνομία ότι της έκλεψε το ποσό των 60 ευρώ από την οικία της και της ζήτησε 1.000 ευρώ για να μην υποβάλλει μήνυση και τελικά λόγω σφοδρής αντιδράσεως της Ρωσίδας αρνούμενης την κλοπή και την πληρωμή, η κατηγορουμένη υποχώρησε και δεν υποβλήθηκε καμία μήνυση, από καμία πλευρά, γεγονότα τα οποία κατέθεσε ότι συνέβησαν ενώπιόν του ο μάρτυρας αστυνομικός και Διοικητής του Α.Σ. ..., δε σημαίνει ότι το Δικαστήριο δέχθηκε για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως "την ενοχή της κατηγορουμένης για την άνω πράξη που ουδέποτε της αποδόθηκε", όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες και ουδεμία ακυρότητα ή παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη επήλθε. Συνεπώς οι προβαλλόμενοι από τους αναιρεσείοντες συναφείς όγδοος, ένατος, ενδέκατος και δωδέκατος λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως με εκ πλαγίου παράβαση, για απόλυτη ακυρότητα και για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
- Από τη διάταξη του άρθρου 369 του ΚΠοινΔ, κατά την οποία, "
- Όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση, δίνει το λόγο στον εισαγγελέα ή στους εισαγγελείς, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του, δεν μπορεί όμως να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο.
- Δικαίωμα δευτερολογίας έχει μόνον ένας εισαγγελέας και ο κατηγορούμενος ή ένας συνήγορός του ...", προκύπτει ότι, στον πολιτικώς ενάγοντα δίδεται ο λόγος επί της ενοχής και για την υποστήριξη των πολιτικών του αξιώσεων, όχι δε και επί της ποινής ή επί του ελαφρυντικού ή των ελαφρυντικών, που τυχόν ζητήθηκαν από τον κατηγορούμενο ή για να δευτερολογήσει, γιατί ο λόγος επί των ελαφρυντικών ισοδυναμεί με εκείνον επί της ποινής, αφού η αναγνώριση ελαφρυντικών επηρεάζει μόνο την ποινή και όχι την ενοχή του κατηγορούμενου ή τις πολιτικές κατ' αυτού αξιώσεις. Αν παρά ταύτα, δοθεί ο λόγος στον πολιτικώς ενάγοντα επί της ποινής ή αυτός έχοντας το λόγο επί της ενοχής, επεκταθεί στο ζήτημα της ποινής ή των ελαφρυντικών, με την ανοχή του διευθύνοντος τη συζήτηση, παρά τις αντιρρήσεις άλλου παράγοντα της δίκης και προσφυγή κατά της σχετικής αποφάσεως ή ανοχής του διευθύνοντος τη συζήτηση στο Δικαστήριο, επέρχεται κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα. Ουδεμία όμως ακυρότητα της διαδικασίας επέρχεται, όταν ο πολιτικώς ενάγων, έχοντας το λόγο επί της ενοχής, επεκταθεί χωρίς αντίρρηση κατά την αγόρευσή του, έστω και με την ανοχή του διευθύνοντος τη συζήτηση, στο ζήτημα της ποινής ή των ελαφρυντικών. Στην προκείμενη περίπτωση προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, γιατί ο προεδρεύων, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας επί της επιβλητέας ποινής, έδωσε το λόγο και στο συνήγορο της πολιτικής αγωγής επί της ποινής και αυτός ζήτησε να επιβληθεί στους κατηγορουμένους η πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως. Όμως, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά, πράγματι, μετά την επί της επιβλητέας ποινής πρόταση του Εισαγγελέα, ο πληρεξούσιος της πολιτικής αγωγής, " αφού έλαβε το λόγο από τον προεδρεύοντα, ζήτησε να επιβληθεί στους κατηγορουμένους η πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως και μετά οι συνήγοροι των κατηγορουμένων, αφού έλαβαν διαδοχικά το λόγο από τον προεδρεύοντα, ζήτησαν το ελάχιστο όριο της ποινής που προβλέπεται από το νόμο", χωρίς να προβάλουν καμία αντίρρηση οι συνήγοροι των κατηγορουμένων, όταν δόθηκε ο λόγος από τον προεδρεύοντα ως άνω στην πολιτική αγωγή και επί της επιβλητέας ποινής. Επομένως, κατά τα παραπάνω, ουδεμία ακυρότητα από την εν λόγω παράβαση επήλθε και ο συναφής πέμπτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως (α' σκέλος), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
- Κατά το άρθρο 369 παρ.1 του ΚΠοινΔ, "όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα... έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος πρέπει συγχρόνως να αναπτύξει και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του... και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο". Κατά δε το άρθρο 371 παρ. 3 εδ. β' του ιδίου Κώδικα, "αφού κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, γίνεται αμέσως κατόπιν συζήτηση για την ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί και ενδεχομένως για τα μέτρα ασφάλειας και για τις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, το κεφάλαιο των απαιτήσεων του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται και αποφασίζεται από το Δικαστήριο μαζί με την ποινή που πρέπει να επιβληθεί στον κηρυχθέντα ένοχο κατηγορούμενο. Γι' αυτό, όταν μετά την απόφαση για την ενοχή δίνεται ο λόγος, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στο 369 ΚΠοινΔ, στον Εισαγγελέα, στον πολιτικώς ενάγοντα και στον συνήγορο του κατηγορουμένου, κάθε ένας από αυτούς οφείλει να εκφράσει τη γνώμη του, επί όλων των εκκρεμών κατά τη στιγμή εκείνη θεμάτων, δηλαδή για την ποινή, την αναστολή, για τα τυχόν μέτρα ασφάλειας και για τις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος. Αν ο διευθύνων τη συζήτηση δεν δώσει το λόγο στον συνήγορο του κατηγορουμένου, παραβιάζεται το δικαίωμά του και επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ΚΠοινΔ, η οποία ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα. Επίσης, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 32 παρ.1, 138 παρ.2, 3, 171 παρ.1 εδ. β' και 510 παρ.1Α ΚΠΔ, προκύπτει ότι επέρχεται ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και δημιουργείται ο αυτός ως άνω αναιρετικός λόγος της αποφάσεως που εκδόθηκε, χωρίς προηγουμένως να ακουσθεί ο εισαγγελέας. Στην υπόθεση που κρίνεται, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μετά την απαγγελία της αποφάσεως για την ενοχή του κατηγορουμένου, ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Προεδρεύοντα, πρότεινε να επιβληθεί στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως δύο μηνών στον καθένα. Ο πληρεξούσιος της πολιτικής αγωγής ζήτησε την παραδοχή της αγωγής του. Οι συνήγοροι των κατηγορουμένων ζήτησαν να επιβληθεί στους κατηγορουμένους το ελάχιστο όριο της προβλεπόμενης από το νόμο ποινής και μετά την επιβολή της ποινής φυλακίσεως έξι μηνών σε καθένα και μετά την πρόταση του Εισαγγελέα για αναστολή των ποινών και να επιδικασθεί στην πολιτικώς ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 44 ευρώ, έλαβαν και πάλιν το λόγο και ζήτησαν " να αφαιρεθεί ο χρόνος προσωρινής κρατήσεως και να ανασταλούν οι επιβληθείσες ποινές για τρία χρόνια", χωρίς να αναφερθούν όπως μπορούσαν στο θέμα της αιτηθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως που θάπρεπε να επιβληθεί από το Δικαστήριο στους κατηγορουμένους. Άρα, αφού ο διευθύνων τη συζήτηση έδωσε τον λόγο στον Εισαγγελέα και στους συνηγόρους των κατηγορουμένων, αλλά αυτοί αναφέρθηκαν μόνο στα παραπάνω ζητήματα, δίχως να εκφραστούν , όπως όφειλαν και μπορούσαν, ενιαίως, αλλά και μετά την σχετική πρόταση του Εισαγγελέα και για την από το άρθρο 932 του ΑΚ αστική απαίτηση της πολιτικώς ενάγουσας, που τους δόθηκε ο λόγος, χωρίς να προτείνουν και επ' αυτής, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως (β σκέλος), κατά τον οποίο "το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί των αστικών αξιώσεων της πολιτικώς ενάγουσας, χωρίς προηγουμένως να δοθεί ο λόγος για τις αξιώσεις αυτής στους συνηγόρους των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, οι οποίοι και δεν πρότειναν επ' αυτών", είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, από το Δικαστήριο επιδικάσθηκε το αιτηθέν με επιφύλαξη κατώτερο συμβολικό ποσό των 44 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης της πολιτικώς ενάγουσας και οι κατηγορούμενοι, δεν έχουν έννομο συμφέρον να παραπονούνται για την άνω παράβαση.
- Κατά το άρθρο 6 παρ. 3 εδαφ. δ' της από 4 Νοεμβρίου 1950 Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης και το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ε' του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που κυρώθηκαν αντιστοίχως με το ν.δ. 53/1974 και το νόμο 2462/1997 και αποτελούν εσωτερικό δίκαιο, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να εξετάσει ή ζητήσει όπως εξετασθούν οι μάρτυρες κατηγορίας και επιτύχει την πρόσκληση και εξέταση των μαρτύρων υπερασπίσεως υπό τους αυτούς όρους ως των μαρτύρων κατηγορίας. Εξάλλου όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 170 παρ. 2 και 171 παρ. 2 εδ. δ' του ΚΠοινΔ για να γεννηθεί η από την τελευταία διάταξη προβλεπόμενη απόλυτη ακυρότητα θα πρέπει να υπάρχει από το νόμο υποχρέωση του Δικαστηρίου να προκαλέσει αυτό την άσκηση εκ μέρους του κατηγορουμένου ορισμένου δικαιώματος που του παρέχεται από το νόμο. Τέτοια δε υποχρέωση για το Δικαστήριο δεν δημιουργείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 6 και 14 των εν λόγω διεθνών συμβάσεων, ούτε από άλλες παρεμφερείς διατάξεις, σε σχέση με το δικαίωμα του κατηγορουμένου να ζητήσει την κλήτευση μαρτύρων της εκλογής του ή να υποβάλει ερωτήσεις προς τους μάρτυρες ή τον συγκατηγορούμενον του με την μεσολάβηση του διευθύνοντος τη συζήτηση ή και να προβεί σε δηλώσεις ή παρατηρήσεις σχετικά με την κατάθεση ή την απολογία τους (άρθρ. 327, 358 και 366 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ). Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ έβδομος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με το οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας, γιατί προέβη στην ανάγνωση των ληφθεισών κατά την προδικασία απολογιών τους, κατά παράβαση της αρχής της αμεσότητας που εξασφαλίζει την προφορική απολογία των κατηγορουμένων και κατά παράβαση του δικαιώματος σιωπής αυτών, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ούτε και από τα πρακτικά της σχετικής δίκης προκύπτει, ότι υποβλήθηκε από μέρους τους τέτοιο αίτημα για μη ανάγνωση, αντίθετα από τα πρακτικά προκύπτει (σελ. 27), ο προεδρεύων ανέγνωσε τις από 17-12-2003 εκθέσεις εξετάσεως στην προδικασία των δύο παρόντων συγκατηγορουμένων," χωρίς καμία αντίρρηση αυτών ή των συνηγόρων τους", στη σελίδα μάλιστα 51 του αιτιολογικού σημειώνεται ότι "αναγνώσθηκαν κατά τη διάρκεια των απολογιών των κατηγορουμένων, διότι όσα εξέθεταν ήταν διαφορετικά από όσα οι ίδιοι κατέθεσαν στην προδικασία και οι οποίες είναι αντιφατικές μεταξύ τους, η μία αναιρεί την άλλη" και σημειώνονται οι αντιφάσεις στις άνω προανακριτικές απολογίες, οι ίδιοι δε οι κατηγορούμενοι απολογήθηκαν και προφορικά και μπορούσαν να δώσουν διευκρινίσεις για τις παραδεκτά από τον προεδρεύοντα υποδειχθείσες σε αυτούς αντιφάσεις ή και να σιωπήσουν, αρνούμενοι οιαδήποτε απάντηση.
- Κατά το άρθρο 504 παρ. 3 ΚΠοινΔ, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται κατά του περί αποδόσεως ή δημεύσεως μέρους της αποφάσεως εις τους εις το άρθρο 492 αναφερομένους, κατά δε το άρθρο 492 ΚΠοινΔ κατά του περί αποδόσεως των αφαιρεθέντων και πειστηρίων και περί δημεύσεως μέρους πάσης αποφάσεως επιτρέπεται έφεση εις τον κατηγορούμενο, τον πολιτικώς ενάγοντα και τρίτον του οποίου τις αξιώσεις έκρινε η απόφαση. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 60 παρ. 1, 310 παρ. 2 και 373 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι το ποινικό δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να κρίνει και για ζητήματα αστικής φύσης που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της δίκης και με την τελειωτική απόφαση του υποχρεούται και αυτεπαγγέλτως να διατάσσει την απόδοση των μη υποχρεωτικώς κατά νόμο δημευτέων πραγμάτων, που αφαιρέθηκαν και των πειστηρίων που κατασχέθηκαν ή παραδόθηκαν κατά την ανάκριση και δεν έγινε άρση της κατασχέσεώς του, κατά το άρθρο 268 του αυτού Κώδικα στον από την διαδικασία αποδεικνυόμενο ιδιοκτήτη τους, κατά το άρθρο 1000 του Α.Κ. και όχι σε εκείνον παρά του οποίου κατασχέθηκαν, αδιαφόρως αν ο καθ' ού η κατάσχεση ή ο εκουσίως παραδώσας στην ανάκριση τα πράγματα κατείχε αυτά νομίμως μέχρι την κατάσχεση ή άσκησε νομίμως δικαίωμα επισχέσεως. Κατ'άρθρο δε 76 παρ.1 του ΠΚ, "αντικείμενα που είναι προϊόντα κακουργήματος ή πλημμελήματος το οποίο πηγάζει από δόλο, καθώς και το τίμημά τους και όσα αποκτήθηκαν με αυτά, επίσης αντικείμενα που χρησίμευσαν ή προορίζονταν για την εκτέλεση τέτοιας πράξης μπορούν να δημευθούν αν αυτά ανήκουν στον αυτουργό ή σε κάποιον από τους συμμετόχους". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η δήμευση μετά από καταδικαστική απόφαση, ως παρεπομένη ποινή, απόκειται στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου, πρέπει όμως να αιτιολογείται η επιβολή της δημεύσεως ή της αποδόσεως των κατασχεθέντων και να αναφέρεται η διάταξη που την προβλέπει. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο στη σελίδα 57, συμπεριέλαβε το εξής αιτιολογικό: "Σύμφωνα με τα άρθ 373 ΚΠοινΔ και 76 ΠΚ, πρέπει να διαταχθεί η δήμευση της βιντεοκάμερας μάρκας CANON και της σπασμένης μίνι βιντεοκασέτας μάρκας SONY, που κατασχέθηκαν με: α) την από 17-12-2003 έκθεση σωματικής έρευνας και κατασχέσεως του αστυφύλακα του Α.Σ. ... ... και β) την από 17-12-2003 έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως του αστυφύλακα του Α.Σ. ... ..., αντίστοιχα, επικυρουμένων των παραπάνω δύο