Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1262 / 2013 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Περίληψη: Αλλοδαποί. Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εις βάρος Τούρκου υπηκόου εκδοθέν από τις Γερμανικές αρχές για έκτιση ποινής που του έχει επιβληθεί για την αξιόποινη πράξη της συμμετοχής σε τρομοκρατική οργάνωση. Έφεση ενώπιον του ΑΠ. κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, βάσει της οποίας διατάσσεται η εκτέλεση του εντάλματος, με τον όρο της μη επαναπροώθησης ή μεταγενέστερης έκδοση του εκκαλούντα ή την με οποιοδήποτε τρόπο παράδοσή του στην Τουρκία. Περιεχόμενο και τύπος εντάλματος. Τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις εκτέλεσης του εντάλματος. Δεν προέκυψε ότι το ως άνω ένταλμα έχει εκδοθεί από το εκζητούν κράτος, προς το σκοπό τιμωρίας του εκζητουμένου λόγω των πολιτικών του φρονημάτων ούτε ότι δεν θα τηρηθεί από το εκζητούν κράτος η αρχή της ειδικότητας και ότι πρόκειται ο εκζητούμενος να διωχθεί από το κράτος αυτό για άλλες πράξεις. Πολιτικό άσυλο στη χώρα μέχρι την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας εξέτασης της αίτησης. Η υποχρεωτικότητα της παραμονής δεν ισχύει στην περίπτωση που οι αρχές εκδίδουν τον ενδιαφερόμενο σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3251/2004 (ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης). Δεν έσφαλε το συμβούλιο Εφετών. Απορρίπτει την έφεση. Αριθμός 1262/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 και 23 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μποροδήμου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου Y. A. D. Τ. H., Τούρκου υπηκόου, ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα - Μαρία Τζεφεράκου, κατά της υπ'αριθμ. 131/2013 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του από 07-08-2012 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που εκδόθηκε από το Ομοσπονδιακό Ανώτατο Δικαστήριο Karslruhe Γερμανίας σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με ημερομηνία 24 Σεπτεμβρίου 2013 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Ελένης Καρρά και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1101/2013. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και την πληρεξούσια δικηγόρο του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στο σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση του εκζητουμένου. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.... και άλλες διατάξεις", κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, που διέταξε την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, δικαιούται να ασκήσει έφεση, στον Άρειο Πάγο, ο καθού το ένταλμα και ο Εισαγγελέας, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της αποφάσεως, συντασσόμενης εκθέσεως από το γραμματέα εφετών. Συνεπώς η κρινόμενη, από 24-9-2013 έφεση, με αριθμό εκθέσεως 22/2013, του Y. A. D. Τ. H. Κ. Τ. H., υπηκόου Τουρκίας, κατά της υπ' αριθ. 131/ 23-9 2013, αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αποφασίσθηκε η εκτέλεση του κατ' αυτού εκδοθέντος, από 7-8-2012 ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως των Γερμανικών Αρχών, που εξέδωσε ο Ομοσπονδιακός Γενικός Εισαγγελέας του Ανωτάτου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου Karslruhe Γερμανίας, (αριθμός δικογραφίας 2 StE 8/07-7), προς εκτέλεση της από 15-7-2010, απόφασης του Ανώτερου Περιφερειακού Δικαστηρίου της Στουτγκάρδης, (αριθμός δικογραφίας 6- 2 StE 8/07-α), ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως, ενώπιον της Γραμματέως του ανωτέρω Εφετείου, (η παραπάνω απόφαση δημοσιεύθηκε στις 23-9-2013 και η έφεση ασκήθηκε στις 24-9-2013) πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ως άνω Ν.3251/2004, το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους εκδόσεως του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας προκειμένου α) να ασκηθεί ποινική δίωξη για αξιόποινη πράξη που έχει ήδη αποδοθεί σ' αυτό ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία. Στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, που περιέχει, ειδικότερα, α) ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής κ.λπ. σύνδεσης της δικαστικής αρχής εκδόσεως του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής αποφάσεως, του εντάλματος συλλήψεως ή της συναφούς διατάξεως δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τελέσεως του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τελέσεως, καθώς και τη μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειες της και, περαιτέρω, ορίζεται ότι το ένταλμα μεταφράζεται στην επίσημη γλώσσα του κράτους εκτελέσεως του. Στο άρθρο 9 παρ. 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι, όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της αποφάσεως εκτέλεσης του εντάλματος είναι το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή, σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες, διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών, κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 του νόμου αυτού, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του παρόντος, το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως εκτελείται εφόσον α) η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί, συνιστά έγκλημα σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους εκδόσεως του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών και β) τα δικαστήρια του τόπου έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή κακούργημα. Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του ίδιου ανωτέρω άρθρου 10, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή
(2)πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφ` όσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών ειδικότερα δε, μεταξύ άλλων (υπό στοιχ. β') και για τρομοκρατικές πράξεις. Περαιτέρω, στο άρθρο 11 του ίδιου νόμου ορίζονται οι περιπτώσεις που απαγορεύεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και στο άρθρο 12 οι περιπτώσεις που η δικαστική αρχή, η οποία αποφασίζει για την εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος, μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του. Μεταξύ των λόγων απαγόρευσης εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, περιλαμβάνεται και εκείνος της περ. ε' του άρθρου 11 του ν. 3251/2004, σύμφωνα με τον οποίο, η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της δίωξης ή τιμωρίας προσώπου λόγω του φύλου, της φυλής, της θρησκείας, της εθνοτικής καταγωγής, της ιθαγένειας, της γλώσσας, των πολιτικών φρονημάτων, του γενετήσιου προσανατολισμού του ή της δράσης του υπέρ της ελευθερίας . Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του ιδίου νόμου "η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, που διατυπώνονται στο ισχύον Σύνταγμα και το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε κάθε περίπτωση, ο εκζητούμενος δεν απομακρύνεται ούτε απελαύνεται, ούτε εκδίδεται σε κράτος όπου διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση". Η απαγόρευση της εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (κατά το άνω άρθρο 11), υπό την έννοια της αρνήσεως της δικαστικής αρχής την εκτέλεση του εντάλματος, ενισχύεται και από την καθιερωμένη υπό του άρθρου 34 Ν. 3251/2004 αρχή της ειδικότητος, κατά την οποία η έκδοση γίνεται για έγκλημα ειδικώς οριζόμενο στο ένταλμα και όχι για άλλη πράξη, διάφορο αυτής που αναφέρεται σ` αυτό κατά τα συγκροτούντα την υπόσταση αυτής στοιχεία. Με την αρχή της ειδικότητος, που θεωρείται γενικά, αναγνωρισμένος κανόνας του διεθνούς δικαίου και εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση εκδόσεως, περιορίζεται η κυριαρχική εξουσία του εκζητήσαντος κράτους, ήτοι το κράτος που ζητεί την έκδοση, δεν μπορεί να διώξει τον εκζητούμενο για πράξεις προγενέστερες της παραδόσεως, άλλες από εκείνες για τις οποίες διετάχθη η εκτέλεση του εντάλματος, πλην ορισμένων εξαιρέσεων. Ούτως η αρχή της ειδικότητος θεμελιώνεται στην κυριαρχία του εκδίδοντος κράτους και συνδέεται με το συμφέρον του να μη διωχθεί το εκδιδόμενο πρόσωπο για πολιτικούς ή άλλους σκοπούς, διότι εάν το εκζητούν κράτος είχε τη δυνατότητα να διώξει τον εκδοθέντα και για άλλες πράξεις, πέραν εκείνων για τις οποίες εκδόθηκε, η καταστρατήγηση των σχετικών περιορισμών της εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και κυρίως της μη διώξεως για πολιτικά εγκλήματα θα ήταν ευχερής. Ο Έλληνας δικαστής, λοιπόν, ως δικαστική αρχή εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, αφού αρχικά ελέγξει τη νομιμότητα του εντάλματος, δηλαδή την εξωτερική (νομότυπη έκδοση) (π.χ. έκδοση του εντάλματος από δικαστική αρχή) και την εσωτερική νομιμότητα αυτού (π.χ. έκδοση για αξιόποινες πράξεις και ποινές που επιτρέπουν την παράδοση του εκζητουμένου), οφείλει, στη συνέχεια, να ερευνήσει, αν συντρέχει κάποιος από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 11 του ν. 3251/2004 λόγους υποχρεωτικής αρνήσεως εκτελέσεως του εντάλματος και, σε καταφατική περίπτωση, να εκδώσει απορριπτική απόφαση και να αρνηθεί την παράδοση του εκζητουμένου ή αν συντρέχει κάποιος από τους λόγους δυνητικής αρνήσεως εκτελέσεως του εντάλματος του άρθρου 12 του ίδιου νόμου, η συνδρομή του οποίου παρέχει στο δικαστή τη διακριτική εξουσία, ασκούμενη σύμφωνα με τις ισχύουσες στο ελληνικό ποινικό σύστημα αρχές, να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος. Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε ενώπιον του Συμβουλίου τούτου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά σε συνδυασμό και με όσα εξέθεσε στο ακροατήριο η συνήγορος του εκκαλούντα τόσο προφορικά όσο και δια του υποβληθέντος υπομνήματος, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Με την εκκαλούμενη απόφαση του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών αποφάσισε την εκτέλεση του από 7-8-2012 ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως των Γερμανικών Αρχών, που εξέδωσε ο Ομοσπονδιακός Γενικός Εισαγγελέας του Ανωτάτου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου Karslruhe Γερμανίας, ( αριθμός δικογραφίας 2 StE 8/07-7), προς εκτέλεση της από 15-7-2010, απόφασης του Ανώτερου Περιφερειακού Δικαστηρίου της Στουτγκάρδης, τελεσίδικης από 9-3-2012, (αριθμός δικογραφίας 6-2 StE 8/07-α), κατά του εκζητουμένου-εκκαλούντα, Y. A. D. Τ. H. Κ. Τ. H., με τα ψευδώνυμα R. ή K. ή K., υπηκόου Τουρκίας, ο οποίος γεννήθηκε στις 14-7-1962, στο Nazimiye Τουρκίας, προκειμένου να συλληφθεί και παραδοθεί ο παραπάνω, στην εκδόσασα το ως άνω ένταλμα, ΔικαστικήΑρχή, ώστε να εκτίσει την αναφερόμενη σε αυτή στερητική της ελευθερίας ποινή φυλάκισης (υπόλοιπο 584 ημερών), υπό τον όρο ότι ο εκζητούμενος δεν θα επαναπροωθηθεί ή μεταγενέστερα εκδοθεί ή κατ` άλλο τρόπο παραδοθεί στη χώρα καταγωγής του, την Τουρκία. Ειδικότερα ο εκζητούμενος, σύμφωνα με την περιεχόμενη στο άνω ένταλμα περιγραφή, καταδικάστηκε γιατί, κατά το χρονικό διάστημα από Φεβρουάριο 1998 μέχρι και 26-11-2006 και στους τόπους Berlin, Dortmund, Koln, Frankfurt am Main, ήταν ηγετικό στέλεχος του Επαναστατικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Κόμματος - Μετώπου (Devrimci Halk Kurtulus Partisi - Cephesi "DHKP- C"). To "DHKP-C" δρα και στην Ευρώπη ως τα λεγόμενα "μετόπισθεν" με εδραιωμένες οργανωτικές δομές. Στόχος της οργάνωσης ήταν και είναι να καταλύσει το τωρινό πολιτικό σύστημα στην Τουρκία και στη θέση του να εγκαθιδρύσει ένα μαρξιστικό - λενινιστικό κοινωνικό καθεστώς. Ο καταδικασθείς ως νομικός σύμβουλος και υπεύθυνος περιφέρειας, μέσω ποικίλων δραστηριοτήτων εντός των "μετόπισθεν" ενέκρινε και προωθούσε από τη Γερμανία αυτούς τους στόχους και τον ένοπλο αγώνα που διεξάγει η οργάνωση στην Τουρκία, για την επίτευξη των στόχων της, στον οποίο ανήκουν εγκλήματα ανθρωποκτονίας. Η εγκληματική του δραστηριότητα, ήτοι ο χρόνος τέλεσης της αξιόποινης πράξης, προσδιορίστηκε από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, από Αύγουστο 2002 έως και 26-1-2006, καίτοι στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ο χρόνος αυτός αναφερόταν, μεταξύ Φεβρουαρίου 1998 και 26-11- 2006, μετά από σχετική, έγγραφη διευκρίνιση, από τις Αρχές του εκζητούντος κράτους. Για την πράξη αυτή, με το νομικό χαρακτηρισμό συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση στο εξωτερικό, καταδικάστηκε ο εκζητούμενος ως αυτουργός, δυνάμει της από 15-7-2010 απόφασης του Ανωτέρου Περιφερειακού δικαστηρίου Στουτγκάρδης, τελεσίδικης από 9-3-2012 (αριθμός δικογραφίας 6-2 StE 8/07-a) σε στερητική της ελευθερίας ποινή πέντε ετών και τεσσάρων μηνών, από την οποία απομένει να εκτίσει χρονικό διάστημα 584 ημερών. Το ένδικο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης φέρει ημεροχρονολογία έκδοσης, ονοματεπώνυμο και υπογραφή του δικαστή που το εξέδωσε και περιέχει όλα τα στοιχεία που προβλέπονται από το άρθρο 2 του ν. 3251/2004, ήτοι ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητούμενου, όνομα, διεύθυνση και λοιπά στοιχεία της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, μνεία της αποφάσεως στην οποία βασίστηκε η έκδοση αυτού (του εντάλματος σύλληψης), η φύση και ο νομικός χαρακτηρισμός των αξιοποίνων πράξεων που αποδίδονται στον εκζητούμενο, περιγραφή περιστάσεων τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων, η ποινή που επιβλήθηκε και το υπόλοιπο προς έκτιση, η τελεσιδικία της απόφασης αφού να σημειωθεί ότι δεν απαιτείται το αμετάκλητο αυτής, (Α.Π.1439/2010) και η εκτελεστότητά της, καθώς και οι διατάξεις που προβλέπουν και τιμωρούν τις πράξεις αυτές κατά το δίκαιο του εκζητούντος κράτους, και συνεπώς πληροί τις προϋποθέσεις και τους όρους της τυπικής νομιμότητας, κατά το ν. 3251/
- Η άνω περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος περιλαμβάνει τον τόπο, το χρόνο, τη μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου και νομικό χαρακτηρισμό των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε. Περαιτέρω από την άνω περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο εκζητούμενος και εκδόθηκε το ένδικο ένταλμα, συνάγεται ότι πρόκειται για διαφορετικές πράξεις του εκζητούμενου σε σχέση με τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες ζητείται η έκδοσή του, δυνάμει του από 6-8-2013, ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που εξέδωσε ο Γενικός Εισαγγελέας του Ντύσσελντορφ (αριθμός φακέλου 3 OJs 43/01), που αφορούν χρονικό διάστημα από Φεβρουάριο έως Αύγουστο 1998 και στους τόπους: Βερολίνο (Berlin) και Ντόρτμουντ (Dortmund). Τέλος στο ένδικο ένταλμα σύλληψης σαφώς προσδιορίζεται η ποινή που επιβλήθηκε (στερητική της ελευθερίας ποινή πέντε ετών και τεσσάρων μηνών) και το μέρος αυτής, που δεν έχει εκτιθεί (584 ημέρες). Περαιτέρω η ανωτέρω πράξη, ως συμμετοχή του εκζητούμενου σε τρομοκρατική οργάνωση στο εξωτερικό, προβλέπεται και τιμωρείται από το γερμανικό ποινικό κώδικα με στερητική της ελευθερίας ποινή από ένα έως δέκα έτη (StGB, άρθρα 129b παρ-. 1 και 129a παρ. 1 αριθμ. 1) και είναι αξιόποινη σε βαθμό κακουργήματος και κατά την ελληνική ποινική νομοθεσία, με προβλεπόμενη ποινή στερητική της ελευθερίας μεγαλύτερη των 12 μηνών (άρθρα 187 παρ. 1 ΠΚ). Με τα δεδομένα αυτά το ένδικο ένταλμα περιέχει όλα τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του ν. 3251/2004 στοιχεία τυπικής νομιμότητας αυτού και οι αντίθετοι ισχυρισμοί του εκκαλούντος, περί αοριστίας του εντάλματος σύλληψης που περιέχονται στον 1ο λόγο έφεσης, πρέπει να απορριφθούν. Επί πλέον συντρέχουν οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 5 και 10 παρ. 1β του ως άνω νόμου προϋποθέσεις του επιτρεπτού της εκδόσεως του εντάλματος, επιβληθείσα ποινή τουλάχιστον τεσσάρων μηνών, για πράξη αξιόποινη σε βαθμό κακουργήματος κατά το ελληνικό δίκαιο. Αντίθετα δεν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στα άρθρα 11 και 12 του ανωτέρω νόμου περιπτώσεις απαγορεύσεως της εκτελέσεως ή δυνατότητας να απαγορευθεί η εκτέλεση του εντάλματος. Ειδικότερα, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας, δεν προέκυψε ότι το άνω ένταλμα, έχει εκδοθεί προς το σκοπό τιμωρίας του εκζητούμενου, λόγω των πολιτικών φρονημάτων του, και της πολιτικής δράσης του την οποία είχε αναπτύξει κατά το διάστημα παραμονής του στη Γερμανία (άρθρο 11 περ. ε' του ν. 3251/2004, που προαναφέρθηκε), ώστε δεν συντρέχει περίπτωση απαγόρευσης εκτέλεσης του εντάλματος, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών, ο δε ισχυρισμός αυτού ότι κακώς καταδικάστηκε από το εκζητούν κράτος γιατί η αναφερόμενη οργάνωση δεν είναι τρομοκρατική, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον δεν επιτρέπεται στο δικαστικό συμβούλιο του κράτους που επιλαμβάνεται αιτήσεως για εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης να εξετάσει τη βασιμότητα της κατηγορίας, για την οποία κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε ο εκζητούμενος στο εκζητούν, προς εκτέλεση της ποινής, κράτος. Συνεπώς οι αντίθετοι ισχυρισμοί του εκκαλούντα εκζητούμενου που περιέχονται στον 2ο λόγο έφεσης είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν συνάγεται, ότι από το εκζητούν κράτος, δεν θα τηρηθεί η αρχή της ειδικότητας και ότι ο εκζητούμενος, πρόκειται να διωχθεί από το εκζητούν κράτος για αξιόποινες πράξεις άλλες, προγενέστερες αυτών, για τις οποίες εκδόθηκε το ένταλμα σύλληψης, κατά παράβαση της αρχής της ειδικότητας, χωρίς να ζητηθεί η συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής του κράτους εκτέλεσης του εντάλματος κατά τις διατάξεις 34 και 36 παρ. 2 του ν. 3451/
- Συνεπώς, οι αντίθετοι ισχυρισμοί του εκκαλούντα εκζητούμενου, που περιέχονται στον 3ο λόγο έφεσης είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Με το άρθρο 5 του π.δ. 114/22-11-2010, "Καθιέρωση ενιαίας διαδικασίας αναγνώρισης σε αλλοδαπούς και ανιθαγενείς του καθεστώτος του πρόσφυγα ή δικαιούχου επικουρικής προστασίας σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου της 1ης Δεκεμβρίου 2005 "σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη - μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα L 326/13.12.2005" ορίζεται στην παράγραφο 1 ότι, "οι αιτούντες (άσυλο) επιτρέπεται να παραμένουν στη χώρα μέχρι την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας εξέτασης της αίτησης και δεν απομακρύνονται με οποιοδήποτε τρόπο" και στην παράγραφο 2 περίπτ. α' ότι "η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου οι αρχές παραδίδουν ή εκδίδουν τον ενδιαφερόμενο είτε σε άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3251/2004 (Α' 127), είτε σε τρίτη χώρα ή σε διεθνή ποινικά δικαστήρια, με βάση τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας. Η σύλληψη ή η έκδοση δεν πρέπει να οδηγεί σε επαναπροώθηση του ενδιαφερομένου, που είναι αντίθετη με το άρθρο 33 παράγ.1 της Σύμβασης της Γενεύης. Κανένας δεν εκδίδεται πριν εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αιτήσεώς του εφόσον επικαλείται φόβο δίωξης στο εκζητούν κράτος". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτουν τα εξής: 1) όταν οι αιτούντες άσυλο παραδίδονται ή εκδίδονται σε άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3251/2004 (ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης) είτε σε τρίτη χώρα με βάση τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας, δεν μπορούν να παραμείνουν στη χώρα μέχρι την ολοκλήρωση της διοικητικής εξετάσεως της αιτήσεως και 2) όταν η έκδοση οδηγεί σε επαναπροώθηση του πρόσφυγα στα σύνορα εδαφών όπου η ζωή ή ελευθερία αυτού απειλούνται δια λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων σύμφωνα με το άρθρο 33 παρ. 1 της Σύμβασης της Γενεύης, τότε στην περίπτωση αυτή ο αιτών άσυλο δεν εκδίδεται πριν εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αιτήσεώς του και εφόσον επικαλείται φόβο δίωξης στο εκζητούν κράτος (βλ. ΑΠ 1303/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της υποθέσεως, ο εκζητουμένος μετά τη σύλληψή του και ενώ ήταν κρατούμενος, υπέβαλε την από 20-8-2013 με αριθμό κατ. 31856/20-9-2013 αίτηση αναγνωρίσεως σ' αυτόν της ιδιότητας του πρόσφυγα κατά τη σύμβαση της Γενεύης, η οποία και εκκρεμεί. Επομένως, εφόσον στον εκζητούμενο-εκκαλούντα δεν έχει χορηγηθεί άσυλο, δεν εμποδίζεται η διαδικασία εκτελέσεως του ένδικου ευρωπαϊκού εντάλματος, ούτε απαγορεύεται η έκδοση αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3251/2004, ενώ δεν έχει εφαρμογή η προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του πδ 114/2010, που επιτρέπει την παραμονή στη χώρα, εκείνου που ζήτησε άσυλο μέχρι την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας εξετάσεως της αιτήσεώς του.Από τα ίδια στοιχεία, αποδείχθηκε ότι ο εκζητούμενος διώκεται στη χώρα καταγωγής του (Τουρκία), για συμμετοχή στην ίδια οργάνωση DHKP/C (βλ. από 1-8-2013 τηλεομοιοτυπικό σήμα 4ου τμήματος διεθνών οργανισμών INTERPOL). Από τη χώρα καταγωγής του, ο εκζητούμενος, αναγκάστηκε να φύγει το έτος 1997, λόγω πολιτικών διώξεων και εγκαταστάθηκε στη …, όπου του χορηγήθηκε άσυλο, αλλά ήδη έχει απελαθεί από τη …με την από 16-12-2010 απόφαση της τοπικής διοίκησης της Στουργκάρδης - αρμόδια διεύθυνση αλλοδαπών. Ο εκζητούμενος, κρατήθηκε και έχει υποστεί βασανισμούς, τα έτη 1994 και 1995 στην Τουρκία, όπως δήλωσε ο ίδιος ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών και προσκόμισε σχετικό έγγραφο της Διεθνούς Αμνησίας. Ακόμη προσκόμισε έγγραφα, σχετικά με σημαντικό αριθμό υποθέσεων στις οποίες έχει καταδικαστεί η Τουρκία από το Δικαστήριο του Στρασβούργου (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου-ΕΔΔΑ) για παράβαση των σχετικών άρθρων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και τα σχετικά πρωτόκολλα που τη συνοδεύουν. Ενόψει των ανωτέρω και του επικαλούμενου φόβου του εκζητούμενου, περί εκδόσεως αυτού, από τη Γερμανία προς τη χώρα καταγωγής του, προκειμένου να αποφευχθεί περίπτωση απομακρύνσεως του εκζητούμενου, από τη Γερμανία και επαναπροωθήσεώς του, στη χώρα καταγωγής του, την Τουρκία, όπου εκκρεμεί σε βάρος του ένταλμα Συλλήψεως, και υπάρχει κίνδυνος να διωχθεί για τις πολιτικές του ιδέες και την εν γένει πολιτική του δράση, αλλά και του εντεύθεν απειλουμένου κινδύνου της ζωής και της ελευθερίας του, λόγω των πολιτικών πεποιθήσεών του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, ορθά έκρινε ότι, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2 και 36 παρ. 2 του ν. 3251/2004, αλλά και της θεμελιώδους αρχής της μη επαναπροωθήσεως του αιτούντος άσυλο στη χώρα καταγωγής του, που διατυπώνεται στο άρθρο 33 παρ. 1 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και η οποία είναι δεσμευτική τόσο για το εκζητούν κράτος (Γερμανία), όσο και για την Ελλάδα, επιβάλλεται να τεθεί ως όρος εκτελέσεως του κρινομένου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, η μη επαναπροώθηση ή μεταγενέστερη έκδοση ή κατ' άλλον τρόπο παράδοση του εκζητούμενου στη χώρα καταγωγής του, όπως και ο τελευταίος αιτείται. Επομένως, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, ότι η υποβολή της αίτησης ασύλου από τον εκζητούμενο, δεν εμποδίζει την εκτέλεση του άνω ευρωπαϊκού εντάλματος, πριν ή εκδοθεί απόφαση επί της αιτήσεώς του και αποφάσισε, υπέρ της εκδόσεως του, υπό τον άνω όρο, της μη επαναπροώθησης ή μεταγενέστερης έκδοσής του στη χώρα καταγωγής του ενόψει του επικαλούμενου από τον εκκαλούντα φόβου της περαιτέρω επαναπροωθήσεώς του στην Τουρκία, δεν έσφαλε, και ο αντίθετος 4ος λόγος έφεσης, κατά τον οποίο δεν επιτρεπόταν η εκτέλεση του παραπάνω ευρωπαϊκού εντάλματος, αφού εκκρεμούσε η έκδοση απόφασης επί της αιτήσεώς του, για τη χορήγηση ασύλου, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που με την προσβαλλομένη απόφασή του αποφάσισε υπέρ της εκδόσεως του εκκαλούντος, υπό τον άνω όρο, δεν έσφαλε και πρέπει να απορριφθούν όλοι οι λόγοι έφεσης ως αβάσιμοι, κατά τα ειδικότερα εκτεθέντα, κατά την ανάλυση τους, καθώς και η κρινόμενη έφεση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ). Kατά τη γνώμη ενός μέλους του Δικαστηρίου, του Προέδρου Σπυρίδωνος Μιτσιάλη, η υπό κρίση έφεση του εκζητουμένου πρέπει να γίνει δεκτή και, αφού εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, ν'αποφανθεί το Δικαστήριο για την μη εκτέλεση του επίμαχου Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης του Γενικού Εισαγγελέα του Ανωτάτου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου. Αυτό δε για τους εξής λόγους: Το Ευρωπαϊκό Ένταλμα σύλληψης του Γενικού Εισαγγελέα του Ανωτάτου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου, του οποίου ζητείται η εκτέλεση, κατ'αρχήν δεν πληροί τις προϋποθέσεις του Ν.3251/2004 και πιο συγκεκριμένα εκείνες του άρθρου 2 παρ.1 στοιχεία ε και ζ του νόμου αυτού, αφού δεν προσδιορίζονται σ'αυτό κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ποιες είναι οι παράνομες ενέργειες στις οποίες προέβη ο εκζητούμενος, οι οποίες συγκροτούν αντικειμενικά και υποκειμενικά την αξιόποινη πράξη για την οποία ζητείται η έκδοση του, δηλαδή τη συμμετοχή του στην τρομοκρατική οργάνωση DHKP-C (Eπαναστατικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Κόμμα - Μέτωπο) στο εξωτερικό. Ειδικότερα δεν προσδιορίζεται σε ποιες συγκεκριμένες πράξεις και κατά ποια συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα προέβη ο εκζητούμενος και ποιες πράξεις ενήργησε σε καθεμία από τις πόλεις Βερολίνο, Ντόρτμουντ, Κολν, Φραγκφούρτη και Μαϊν. Ακόμη δεν προσδιορίζεται συγκεκριμένα και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη. Η αναφορά στο επίμαχο ένταλμα ότι ο εκζητούμενος, ο οποίος σημειωτέον είναι Τούρκος, Κουρδικής καταγωγής, δικηγόρος ότι "...ως νομικός σύμβουλος και υπεύθυνος περιφέρειας, μέσω ποικίλων δραστηριοτήτων εντός των "μετόπισθεν" ενέκρινε και προωθούσε από τη Γερμανία αυτούς τους στόχους και τον ένοπλο αγώνα που διεξάγει η οργάνωση στην Τουρκία για την επίτευξη των στόχων της, στον οποίο ανήκουν και εγκλήματα ανθρωποκτονίας", δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι καλύπτει τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν. Την αοριστία αυτή, μάλιστα, επιτείνει και το γεγονός ότι το υπό εκτέλεση ένταλμα αφορά αξιόποινη πράξη, η οποία εκτείνεται σε πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα (από Φεβρουαρίου 1998 έως 26-11-2006). Αλλά και το γεγονός ότι, ενώ στην από 21-6-2005 απόφαση του Εφετείου του Ντύσσελντορφ αναφέρεται ότι ο εκζητούμενος έχει καταδικαστεί ως μέλος αλλοδαπής τρομοκρατικής οργάνωσης για το διάστημα Φεβρουαρίου 1998 έως Αυγούστου 1998 για πράξεις που τελέστησαν στο Βερολίνο και Ντόρτμουντ, στην από 15-7-2010 απόφαση του Δικαστηρίου της Στουτγκάρδης αναφέρεται ότι αυτός έχει καταδικαστεί με την ίδια κατηγορία για το διάστημα Φεβρουαρίου 1998 έως 26-11-2006 για πράξεις που τελέστηκαν μεταξύ άλλων στο Βερολίνο και στο Ντόρτμουντ, μπορεί ενόψει του ότι δεν συγκεκριμενοποιούνται οι πράξεις του, να οδηγήσει στο συμπέρασμα, ότι για τις ίδιες πράξεις (του Φεβρουαρίου έως Αυγούστου 1998) ο εκζητούμενος έχει καταδικαστεί δύο φορές κατά παράβαση θεμελιωδών διατάξεων του ισχύοντος Συντάγματος και του Ποινικού δικαίου. Ενόψει, συνεπώς, της ανωτέρω ουσιώδους αοριστίας σε σημαντικά στοιχεία και της προαναφερθείσας ασάφειας του υπό εκτέλεση εντάλματος, κρίνεται ότι ευχερώς μπορεί να παραβιαστεί η αρχή της ειδικότητας (άρθρο 34 Ν.3451/2004) και να κινδυνεύσει ο εκζητούμενος να διωχθεί για άλλα αδικήματα διαφορετικά απ'αυτά που αναφέρονται στο υπό εκτέλεση ένταλμα, αλλά και να εκτίσει διπλή ποινή για τις ίδιες πράξεις. Επιπρόσθετα σημειώνεται ότι ο εκζητούμενος έχει υποβάλει αίτημα μη εκτέλεσης του υπολοίπου της ποινής ενώπιον των Γερμανικών δικαστικών αρχών, όπως και αίτηση παροχής ασύλου στις Ελληνικές αρχές, τα οποία εκκρεμούν. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσία την υπ` αριθμό 22/24-9-2013, έφεση, κατά της υπ` αριθμό 131/2013 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αυτό αποφάσισε υπέρ της εκδόσεως, στις Γερμανικές Αρχές, του εκζητουμένου - εκκαλούντος Y. A. D. Τ. H. Κ. Τ. H., με τα ψευδώνυμα R. ή K. ή K., υπηκόου Τουρκίας, ο οποίος γεννήθηκε στις 14-7-1962, στο Nazimiye Τουρκίας, προς εκτέλεση του από 7-8-2012 ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως των Γερμανικών Αρχών, που εξέδωσε ο Ομοσπονδιακός Γενικός Εισαγγελέας του Ανωτάτου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου Karslruhe Γερμανίας, προς εκτέλεση της από 15-7-2010, απόφασης του Ανώτερου Περιφερειακού Δικαστηρίου της Στουτγκάρδης, προς έκτιση στερητικής της ελευθερίας ποινής, (υπόλοιπο 584 ημερών), υπό τον όρο ότι ο εκζητούμενος δεν θα επαναπροωθηθεί ή μεταγενέστερα εκδοθεί ή κατ` άλλο τρόπο παραδοθεί στη χώρα καταγωγής του, την Τουρκία. Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα
(250)Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου
- Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ