← Ελλάδα

ΑΠ 1264/2009 — Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νομίμου βάσεως έλλειψη, Τραπεζική επιταγή

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1264 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νομίμου βάσεως έλλειψη, Τραπεζική επιταγή. Περίληψη: Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Άρθρο 79 παρ. 1 Ν. 5960/

  1. Βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως δημιουργείται ασάφεια, ως προς το χρόνο εκδόσεως της επιταγής που αναφέρεται η 25.4.2003, ενώ από την παραδεκτά επισκοπούμενη επιταγή αυτή προκύπτει ότι εκδόθηκε στις 25.7.2003 και όχι στις 25.4.2003 και περαιτέρω, αφού εμφανίστηκε προς πληρωμή στις 30.7.2003, ήτοι γεννάται ζήτημα περί του εμπροθέσμου της εμφανίσεως της επιταγής αυτής στην τράπεζα και περί της πραγματώσεως ή μη του εν λόγω εγκλήματος. Επομένως η σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος για ελλιπή αιτιολογία και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρο 79 παρ. 1 ν. 5960/1933 ως και στέρηση της αποφάσεως νόμιμου βάσεως ως προς την πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, είναι βάσιμη γι' αυτό και πρέπει, κατά παραδοχή, να αναιρεθεί η απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση. Αριθμός 1264/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κυπριωτάκη, περί αναιρέσεως της 32933/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29.9.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1685/
  2. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 79 παρ.1 του Ν.5960/1933 "περί επιταγής" όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αντικειμενικά μεν 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή, εντός οκτώ ημερών από την ημερομηνία εκδόσεως και 4) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, οπωσδήποτε κατά το χρόνο εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξης, δηλαδή της εκδόσεως επιταγής που είναι ακάλυπτη. Με βάση τις παραπάνω προϋποθέσεις, και τον σκοπό της διατάξεως του άνω άρθρου, προκύπτει κατά τρόπο σαφή ότι δράστης [αυτουργός] του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής μπορεί να είναι μόνο ο "εκδίδων" επιταγή, χωρίς αντίκρισμα, δηλαδή αυτός που πραγματοποιεί την επί του τίτλου δήλωση βουλήσεως [υπογράφει το έγγραφο της επιταγής] και θέτει αυτό σε κυκλοφορία, το δε έγκλημα δεν πραγματώνεται αν η επιταγή εμφανισθεί προς πληρωμή μετά την πάροδο οκτώ ημερών, από την αναγραφόμενη επί του τίτλου ημερομηνία εκδόσεως. Περαιτέρω, το στοιχείο του χρόνου εκδόσεως της ακάλυπτης επιταγής πρέπει να καθορίζεται με σαφήνεια στην καταδικαστική απόφαση. Και ναι μεν δεν είναι αναγκαίο η ημερομηνία του χρόνου εκδόσεως να είναι και η αληθής, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται χωρίς αντιφάσεις και ασάφεια, διότι στην αντίθετη περίπτωση υπάρχει έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ επιβαλλομένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δημιουργουμένης συγχύσεως ως προς ποια ημερομηνία καθορίζει το Δικαστήριο ότι δέχεται ως ημερομηνία εκδόσεως εκ της οποίας στην συνέχεια εξαρτάται-προσδιορίζεται η έναρξη της προς εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή οκταημέρου (άρθρα 28, 29 ν. 5960/1933) προθεσμίας, ως επίσης ο υπολογισμός του χρόνου παραγραφής και η εξουσία και η ικανότητα προς έκδοση του εκδόσαντος αυτήν. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, το οποίο παραπέμπει στο διατακτικό, ως προς τον χρόνο εκδόσεως της επίδικης επιταγής, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με πρόθεση εξέδωσε την υπ' αριθ. ... επιταγή της Εθνικής τράπεζας, ποσού 29.350 ευρώ, σε διαταγή του Ψ1, η οποία επιταγή όταν εμφανίστηκε νόμιμα για πληρωμή στις ... στην άνω πληρώτρια τράπεζα, δεν πληρώθηκε γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα, όπως βεβαιώθηκε πάνω στο σώμα της επιταγής και στη συνέχεια κήρυξε ένοχο τον εκδότη κατηγορούμενο, του ότι στην ... εξέδωσε την εν λόγω τραπεζική επιταγή, στις ..., και αυτή, εμφανισθείσα στην πληρώτρια τράπεζα προς πληρωμή στις .., δεν πληρώθηκε κατά τα παραπάνω. Όμως, από τα πιο πάνω δημιουργείται ασάφεια, ως προς το χρόνο εκδόσεως της επιταγής που αναφέρεται η ..., ενώ από την παραδεκτά επισκοπούμενη επιταγή αυτή προκύπτει ότι εκδόθηκε στις ... και όχι στις ... και περαιτέρω, αφού εμφανίστηκε προς πληρωμή στις ... γεννάται ζήτημα περί του εμπροθέσμου της εμφανίσεως της επιταγής αυτής στην τράπεζα και περί της πραγματώσεως ή μη του εν λόγω εγκλήματος. Επομένως η σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος για ελλιπή αιτιολογία και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 79 παρ. 1 ν. 5960/1933 ως και στέρηση της αποφάσεως νομίμου βάσεως ως προς την πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, είναι βάσιμη, γι' αυτό και πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα κρίση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί, τη με αριθ. 32933/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου
  3. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαΐου
  4. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.