Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1266 / 2009 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Έκδοση. Περίληψη: Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κατά Έλληνος. Δέχεται έφεση. Εξαφανίζεται η απόφαση του Εφετείου διότι η πράξη που αποδίδεται στον εκζητούμενο, χαρακτηρίζεται ως λαθρεμπορία και παραγράφηκε κατά τον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα. Αριθμός 1266/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 και 26 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου Χ, Έλληνα υπηκόου, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη κατά της υπ'αριθμ. 39/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του από 20/11/2008 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης του Δικαστηρίου City of Westminster Magistrates Court του Ηνωμένου Βασιλείου. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 1/03.04.2009 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Ναυπλίου, .... και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 601/
- Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να μην γίνει δεκτή η έφεση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κλπ." ορίζεται ότι "σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από την δημοσίευση της απόφασης, σύμφωνα με τα οριζόμενα του άρθρου 451 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται". Επομένως, η κρινόμενη με αριθμ. 1/3-4-2009, ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του Εφετείου Ναυπλίου, έφεση, κατά της με αριθμό 39/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, με την οποία τούτο αποφάσισε την εκτέλεση του από 20-11-2008 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως του Επαρχιακού Δικαστηρίου City of Westminster Magistrates Court του Ηνωμένου Βασιλείου, σε βάρος του εκκαλούντος εκζητουμένου Χ, Έλληνος υπηκόου, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσία, ως προς τους λόγους αυτής. Από τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3251/2004 "για το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης....", με την οποία καθορίζεται η έννοια του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, συνάγεται ότι η εκτέλεση του, από τις ελληνικές δικαστικές αρχές, στην περίπτωση που ζητείται η παράδοση Έλληνα πολίτη από άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προς το σκοπό άσκησης ποινικής διώξεως εναντίον του, εξαρτάται από τη συνδρομή ορισμένων γενικών προϋποθέσεων, που πρέπει να συντρέχουν για την εκτέλεση κάθε ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια του προσώπου, του οποίου ζητείται η παράδοση και το σκοπό έκδοσης του εντάλματος. Πρώτη δε θεμελιώδης προϋπόθεση, για την εκτέλεση οιουδήποτε ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, είναι η αξιόποινη πράξη για την οποία εκδόθηκε το ένταλμα να τιμωρείται σύμφωνα με τους νόμους του κράτους έκδοσης του εντάλματος, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο στερητικό της ελευθερίας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον 12 μηνών(άρθρο 10 παρ. 1 περ. α του ν. 3251/2004). Δεύτερη προϋπόθεση εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης είναι η συνδρομή του όρου του διττού αξιοποίνου, δηλαδή, η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, να συνιστά έγκλημα και σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους (άρθρο 10 παρ. 1 εδ. α. ν. 3251/2004). Αν, όμως, το ευρωπαϊκό ένταλμα αφορά σε αξιόποινη πράξη, η οποία ρητά αναφέρεται στον κατάλογο της παρ. 4 του άρθρου 2 του άρθρου 10 ν. 3251/2004 και τιμωρείται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον 3 ετών, η Ελλάδα υποχρεούται να εκτελέσει το ένταλμα, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει το αξιόποινο της προαναφερόμενης πράξης σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο. Αν δε το πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, προκειμένου να ασκηθεί εναντίον του ποινική δίωξη, είναι Έλληνας πολίτης, απαγορεύεται η εκτέλεση του εντάλματος, εφόσον διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη (άρθρο 11 περ. η εδ. α του ν. 3251/2004). Καθιερώνεται με τον τρόπο αυτό ένας υποχρεωτικός λόγος μη εκτέλεσης του εντάλματος, σε αντίθεση με το νόμο-πλαίσιο, που προέβλεψε την περίπτωση αυτή, ως δυνητικό λόγο μη εκτέλεσης του εντάλματος (άρθρο 4 παρ. 2). Περαιτέρω, αρνητική προϋπόθεση για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, είναι η μη επέλευση της παραγραφής, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους (άρθρο 11 εδ. δ του ν. 3251/2004). Σύμφωνα λοιπόν με την διάταξη αυτή, η οποία ορίζει, ότι "η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις, αν έχει επέλθει παραγραφή του εγκλήματος ή της ποινής σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και η αξιόποινη πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους". Από τη διάταξη αυτή, με την οποία ρυθμίζονται οι περιπτώσεις εκείνες, όπου η δικαστική αρχή που καλείται να εκτελέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, υποχρεούται να αρνηθεί την εκτέλεση του, με σαφήνεια προκύπτει, ότι καθιερώνεται απαγορευτική διάταξη για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος, μεταξύ άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 11 του ως άνω νόμου, και όταν η πράξη για την οποία καλείται η δικαστική αρχή να αποφασίσει για την εκτέλεση του εντάλματος αυτού, και, στην προκείμενη περίπτωση οι ελληνικές δικαστικές αρχές, έχει υποκύψει σε παραγραφή, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους. Δικαιολογητικός λόγος της ρυθμίσεως αυτής είναι η μη εφαρμογή του μέτρου της έκδοσης του εκζητούμενου στην περίπτωση, που, κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο της πράξεως, λόγω παρέλευσης του χρόνου της παραγραφής. Σε διαφορετική περίπτωση θα έπρεπε να προβλέπεται ρητά, ότι ακόμη και αν έχει παρέλθει ο χρόνος της παραγραφής κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, είναι υποχρεωμένες οι ελληνικές δικαστικές αρχές, να εκτελέσουν το ένταλμα σύλληψης. Επιπρόσθετα, γιατί, αν είναι επιβεβλημένη η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης και στην περίπτωση κατά την οποία, έχει παρέλθει ο χρόνος της παραγραφής κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, τότε αναμφισβήτητα ο θεσμός της παραγραφής, ως θεσμός δημόσιας τάξης, τίθεται εκποδών και χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα, υπό την αυτονόητη βέβαια προϋπόθεση, ότι υφίσταται ταυτότητα του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, ως πλημμελήματος ή κακουργήματος. Καθιερώνεται με τον τρόπο αυτό ένας υποχρεωτικός λόγος μη εκτέλεσης του εντάλματος, σε αντίθεση με το νόμο-πλαίσιο, η οποία προέβλεψε την περίπτωση αυτή, ως δυνητικό λόγο μη εκτέλεσης του εντάλματος (άρθρο 4 παρ. 2). Σημειώνεται ότι η άρνηση των ελληνικών αρχών να εκτελέσουν το συγκεκριμένο ένταλμα, τελεί πάντοτε υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, της συνδρομής και της υπό στοιχείο β του άρθρου 11 εδ. δ του ν. 3251/2004 περιπτώσεως, του ότι δηλαδή η αξιόποινη πράξη, για την οποία ζητείται η εκτέλεση του ως άνω εντάλματος, υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους. Συνακόλουθα, αν ο εκζητούμενος είναι Έλληνας πολίτης, που τέλεσε έγκλημα στην αλλοδαπή και υποτεθεί ότι θα δικαζόταν στην Ελλάδα, θα εφαρμόζονταν οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι με βάση την αρχή της ενεργητικής προσωπικότητας (άρθρο 6 του Π.Κ.). Σε διαφορετική περίπτωση, κατά την οποία δεν υφίσταται αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών, για την αξιόποινη πράξη, για την οποία ζητείται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος, καθίσταται πλέον ή βέβαιο, ότι δεν μπορούν οι ελληνικές δικαστικές αρχές, να αρνηθούν την εκτέλεση του εντάλματος αυτού. Σε κάθε δε περίπτωση, αν ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκδώσει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον προσώπου για έγκλημα που τέλεσε π.χ. στην ημεδαπή, αλλά σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο έχει συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής του, απαγορεύεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ακόμη και αν συντρέχει η ειδική περίπτωση της περ. η του άρθρου 11 του ν. 3251/2004 (διασφάλιση επιστροφής του στην Ελλάδα για την έκτιση της επιβληθείσας ποινής ή μέτρου ασφαλείας). Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών, αντίστοιχα δε, κατά το άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ. α' του νόμου τούτου, επιτρέπεται η εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος, εάν η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα σύμφωνα και με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστο δώδεκα μηνών, επίσης δε, το ένταλμα εκτελείται, κατά το στοιχ. β' της ανωτέρω παραγράφου 1, εφόσον τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης αυτού καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών, για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή ως κακούργημα, ενώ, τέλος, κατά την παρ. 2 του αμέσως πιο πάνω άρθρου, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 155 του ν. 2960/2001, λαθρεμπορία είναι α) η εντός του τελωνειακού εδάφους εισαγωγή ή εξ αυτού εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα Τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής ή σε άλλο από τον ορισμένο παρ' αυτής τόπο ή χρόνο, β)οποιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα, και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος γ) η εξαγωγή ή η εισαγωγή εμπορευμάτων των οποίων, κατά νόμο ή με απόφαση της αρμόδιας αρχής, είναι απαγορευμένη η εξαγωγή ή η εισαγωγή, εκτός εάν με έγγραφη άδεια επιτράπηκε αυτή κατ' εξαίρεση της απαγόρευσης από την αρμόδια Αρχή. Τέλος, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του Π.Κ., οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται και για πράξη, που χαρακτηρίζεται από αυτούς ως κακούργημα ή πλημμέλημα και που τελέστηκε στην αλλοδαπή από ημεδαπό, αν η πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέστηκε. Αποκλείεται όμως, κατά το άρθρο 9 παρ. 1 περ. β του ΠΚ, η ποινική δίωξη, αν σύμφωνα με τον αλλοδαπό νόμο, η πράξη έχει παραγραφεί. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για τα πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και εωσότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Η κύρια διαδικασία όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ., 314, 320, 321, 339, 340, και 343 ΚΠΔ, αρχίζει είτε με την έναρξη της προκαταρκτικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως, αφού το παραπεμπτικό βούλευμα καταστεί αμετάκλητο, ή του κλητήριου θεσπίσματος με το οποίο καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β, και 484, του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξης εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα συμβούλια σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ως συμβούλιο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής, οφείλει να εξαφανίσει το προσβαλλόμενο βούλευμα. Στην προκείμενη περίπτωση, ο εκκαλών ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που τον εκπροσώπησε, υποστήριξε, με όσα ανέπτυξε προφορικά στο ακροατήριο, ότι η αξιόποινη πράξη για την οποία εκδόθηκε το ένταλμα σύλληψης, διώκεται σε βαθμό πλημμελήματος, κατά το Ελληνικό δίκαιο, και ως εκ τούτου, προκύπτει η συνδρομή της πιο πάνω περιπτώσεως δ του άρθρου 11 του ν. 3251/2004 απαγορεύσεως εκτελέσεως του, έχει δε υποκύψει σε παραγραφή σύμφωνα με το άρθρο 111 παρ. 3 του Π.Κ. Από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβαθμίου δίκης, σε συνδυασμό με όσα ο εκζητούμενος, δια του συνηγόρου του και του κατατεθέντος από 19-5-2009 υπομνήματος του, εξέθεσε, προέκυψαν τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου με την προσβαλλόμενη απόφαση του διέταξε την εκτέλεση του από 20-11-2008 εντάλματος συλλήψεως που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο City of Westminster Magistrates Court του Ηνωμένου Βασιλείου κατά του εκκαλούντος Έλληνος υπηκόου. Το άνω ένταλμα εκδόθηκε προκειμένου να συλληφθεί και να μεταχθεί ο εκκαλών ενώπιον του παραπάνω αλλοδαπού Δικαστηρίου, για να του ασκηθεί εκεί ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της σύστασης συμμορίας με σκοπό τη δόλια αποφυγή καταβολής ειδικού φόρου καταναλώσεως τσιγάρων. Ειδικότερα, όπως από το περιεχόμενο του εντάλματος προκύπτει: "Ο κ. Χ διώκεται ποινικά για το ρόλο του σε σύσταση συμμορίας με τρίτους με σκοπό να εισαγάγει τσιγάρα στο Ηνωμένο Βασίλειο αποφεύγοντας την καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.). Την περίοδο από 3 Ιανουαρίου έως 2 Μαΐου 2002, τσιγάρα εισήχθησαν από την Ελλάδα, τη Νότιο Αφρική και το Βέλγιο με αερομεταφερόμενα φορτία, εμπορευματοκιβώτια θαλάσσης και οδικές μεταφορές. Ο συνολικός αριθμός των ανιχνευμένων τσιγάρων ήταν 7.512.400 με διαφεύγον κέρδος για την Κυβέρνηση της Βρετανίας ύψους 1.029.200 λιρών. Δεν πληρώθηκε ο Ε.Φ.Κ. Η θέση της ποινικής δίωξης είναι ότι ο ρόλος του κ. Χ στη σύσταση συμμορίας ήταν η παροχή τσιγάρων από την Ελλάδα. Σε διάφορες περιπτώσεις τσιγάρα εισήχθησαν από την Ελλάδα, όπως: Στις 10 Φεβρουαρίου μία αποστολή, που έφερε την περιγραφή εμφιαλωμένου νερού, απεστάλη από τη ... στο ....Τα τσιγάρα βρέθηκαν κρυμμένα σε ένα κοντέϊνερ με εμφιαλωμένο νερό που εισήχθη στο .... Μέσα στην αποστολή βρέθηκαν 998.400 ... size τσιγάρα φίλτρου. Στις 22 Φεβρουαρίου μία αποστολή προϊόντων, που έφερε την περιγραφή ρούχων για μωρά μεταφέρθηκε από την Ελλάδα στο Κέντρο Αεροπορικής Μεταφοράς Φορτίων του .... Μέσα στην αποστολή βρέθηκαν 300.800 ...size τσιγάρα φίλτρου. Στις 4 Απριλίου μία αποστολή προϊόντων που έφερε την περιγραφή 12 κουτιών με ενδύματα στάλθηκε από τον ... στο Ηνωμένο Βασίλειο σε μία πτήση από την .... Μέσα στην αποστολή βρέθηκαν 201.600 ... size τσιγάρα φίλτρου. Ο κ. Χ είναι έλληνας υπήκοος και δεν διαμένει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Κατά τη διάρκεια κάθε εισαγωγής ή κατάσχεσης βρέθηκε να ταξιδεύει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Κανόνισε για τα τσιγάρα να εισαχθούν από την Ελλάδα γνωρίζοντας ότι δεν θα πλήρωνε τον Ε.Φ.Κ. Δεν είχε νόμιμη επιχείρηση ούτε στο Ηνωμένο Βασίλειο ούτε στην Ελλάδα. Ήρθε στο Ηνωμένο Βασίλειο πέντε φορές την περίοδο από 3 Ιανουαρίου έως 6 Απριλίου
- Αυτά τα ταξίδια έλαβαν χώρα είτε αμέσως πριν την ολοκλήρωση των Εισαγωγών είτε αμέσως μετά την κατάσχεση των τσιγάρων. Σε κάθε ταξίδι είχε συναντήσεις με δύο άνδρες, τον ... και τον .... Οι συναντήσεις έλαβαν χώρα στο ξενοδοχείο ... στο ... και στο ... στο αεροδρόμιο του .... Τους παρακολούθησαν αξιωματικοί του Τελωνείου του Ηνωμένου Βασιλείου. Οι .... και ... έχουν ήδη καταδικαστεί για τη συμμετοχή τους στις εισαγωγές. Ο ... καταδικάστηκε σε ποινή στερητική της ελευθερίας 4 ετών και ο ... σε ποινή στερητική της ελευθερίας 14 μηνών. Συνολικά 8 άτομα έχουν καταδικαστεί. Σε όλους έχουν επιβληθεί ποινές στερητικές της ελευθερίας. 0 κ. Χ συνελήφθη στο αεροδρόμιο του ... στις 23 Ιανουαρίου 2003 από αξιωματικούς του Τελωνείου του Ηνωμένου Βασιλείου με την υποψία ότι απέφευγε να καταβάλει τον Ε.Φ.Κ., εν γνώσει του και ανακρίθηκε. Στις 24 Ιανουαρίου 2003 του απαγγέλθηκαν κατηγορίες για σύσταση συμμορίας με σκοπό τη δόλια αποφυγή καταβολής του Ε.Φ.Κ. Παρουσιάστηκε στο Πρωτοδικείο του Λίβερπουλ (Liverpool Magistrates Court) την ίδια μέρα και προφυλακίστηκε για να παρουσιαστεί στο Κακουργοδικείο του Λίβερπουλ (Liverpool Crown Court) στις 31 Ιανουαρίου
- Στις 31 Ιανουαρίου 2003 το Κακουργοδικείο του Λίβερπουλ (Liverpool Crown Court) του χορήγησε προσωρινή αποφυλάκιση επί εγγυήσει υπό τις προϋποθέσεις ότι θα καταθέσει εγγύηση ύψους 50.000 λιρών στο Δικαστήριο, θα διαμένει σε συγκεκριμένη διεύθυνση στο Λονδίνο, θα παραδώσει το διαβατήριο του και θα δίνει αναφορά στο Αστυνομικό Τμήμα του Wood Green τρεις φορές την εβδομάδα. Η εγγύηση και το διαβατήριο κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Ωστόσο, ποτέ δεν έδωσε αναφορά στο Αστυνομικό Τμήμα του Wood Green και δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο". Σύμφωνα με το περιεχόμενο του εντάλματος η σύσταση συμμορίας παραβιάζει την ενότητα 170
(2)(α) του Τελωνειακού Κώδικα του Ηνωμένου Βασιλείου (Customs and Excise Management (Act) 1979 και την ενότητα 1
(1)του Ποινικού Κώδικα (Criminal Low Act) 1977 με βάση τις οποίες απειλείται ποινή φυλάκισης με ανώτατο όριο τα 7 έτη. Οι διατάξεις αυτές έχουν ως ακολούθως "ΕΝΟΤΗΤΑ 1
(1)ΤΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ (CRIMINAL LAW ACT) 1977 - Σύσταση συμμορίας:
(1)Με την επιφύλαξη των κάτωθι διατάξεων αυτού του Τμήματος του Κώδικα, εάν ένα πρόσωπο ή πρόσωπα συμφωνήσει με κάποιο άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα ότι θα ακολουθήσουν συγκεκριμένο τρόπο συμπεριφοράς ο οποίος, εάν η συμφωνία λάβει χώρα βάσει των προθέσεων τους, είτε (α) θα επιφέρει ή θα συνεπάγεται τη διάπραξη οποιασδήποτε αξιόποινης πράξης ή πράξεων από ένα η περισσότερα συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας, είτε (β) θα μπορούσε να οδηγήσει σε κάτι τέτοιο εάν δεν υπήρχαν στοιχεία τα οποία καθιστούν τη διάπραξη της αξιόποινης πράξης ή πράξεων αδύνατη, κρίνεται ένοχος για σύσταση συμμορίας προς διάπραξη της εν λόγω αξιόποινης πράξης ή πράξεων". "ΔΟΛΙΑ ΑΠΟΦΥΓΗ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ Ε.Φ.Κ. - ΕΝΟΤΗΤΑ 17 0 Τελωνειακού Κώδικα του Ηνωμένου Βασιλείου (Customs and Excise Management Act)1979-
(2)Με την επιφύλαξη κάθε διάταξης του Τελωνειακού Κώδικα του Ηνωμένου Βασιλείου(Customs and Excise Management Act) 1979, εάν κάποιο πρόσωπο, σε σχέση με υλικά αγαθά αποφύγει ή αποπειραθεί να αποφύγει εν γνώσει του με οποιοδήποτε δόλιο τρόπο την καταβολή (α) οποιουδήποτε δασμού εφαρμοζομένου σε αγαθά θα κριθεί ένοχος για την αξιόποινη πράξη βάσει της παρούσης ενότητας και ίσως συλληφθεί.
(3)κάθε πρόσωπο που κρίνεται ένοχο για την αξιόποινη πράξη βάσει της παρούσης ενότητας θα υπόκειται (β) με συνοπτική διαδικασία στην καταβολή προστίμου οποιουδήποτε ποσού, ή σε φυλάκιση μέγιστης διάρκειας 7 ετών, ή και στα δύο". Η πρώτη πράξη όπως περιγράφεται στο ένταλμα, συνιστά έγκλημα σχετικά με φόρους και τελωνεία. Το Ελληνικό ποινικό δίκαιο προβλέπει ως αξιόποινη πράξη, μεταξύ άλλων και τη λαθρεμπορία, δηλαδή την εντός του τελωνειακού εδάφους της χώρας εισαγωγή ή εξ αυτού εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής ή σε άλλο από τον ορισμένο παρ' αυτής τόπο ή χρόνο και την τιμωρεί σε βαθμό πλημμελήματος με ποινή φυλάκισης το ανώτατο όριο της οποίας είναι τα 5 έτη (άρθρα 45, 98 παρ. 1 του ΠΚ, 53, 94, 155 και 157 του Ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", τέτοια δε πράξη λαθρεμπορίας, υπό τα εκτιθέμενα στο ένταλμα περιστατικά, στρεφόμενη όμως κατά του Κράτους του Ηνωμένου Βασιλείου (και όχι του Ελληνικού), τελεσθείσα από κοινού και κατ' εξακολούθηση, δια της δια μερικότερων πράξεων εισαγωγής στο έδαφος του εμπορευμάτων και δη τσιγάρων υποκειμένων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης, χωρίς την άδεια των τελωνειακών αρχών του και χωρίς την καταβολή του φόρου, είναι και η παραπάνω πράξη η οποία αποδίδεται στον εκζητούμενο. Σύμφωνα όμως με όσα προαναφέρθηκαν, ο χρόνος παραγραφής της αποδιδόμενης στον εκζητούμενο πράξεως, λαμβάνεται υπόψη, κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και αφού η πράξη για την οποία ζητείται η εκτέλεση του εντάλματος συλλήψεως τελέστηκε κατά το χρονικό διάστημα από 3 Ιανουαρίου έως 2 Μαΐου 2002 έχει υποκύψει σε παραγραφή, γεγονός που έχει ως συνέπεια την απαγόρευση της εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης. Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση του εκζητούμενου και να εξαφανιστεί η απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, με την οποία αποφασίστηκε η εκτέλεση του παραπάνω εντάλματος σύλληψης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται τυπικά και κατ' ουσία την έφεση. Εξαφανίζει τη με αριθμό 39/2009 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, με την οποία διατάχθηκε η εκτέλεση του από 20-11-2008 Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης του Επαρχιακού Δικαστηρίου City of Westminster Magistrates Court του Ηνωμένου Βασιλείου, που αφορά τον εκζητούμενο Χ. Και Αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να εκτελεστεί το παραπάνω ένταλμα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ