Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1267 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Επίδοση πρωτόδικης απόφασης ως άγνωστης διαμονής. Αβάσιμος ο λόγος ότι είναι άκυρη η επίδοση ως άγνωστης διαμονής στο γραφείο του αρμόδιου Δημάρχου. Δεν ήταν γνωστή η διεύθυνση κατοικίας των κατηγορουμένων, αφού αναζητήθηκαν και δεν βρέθηκαν αυτοί ή κάποιο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 156 § 1 ΚΠΔ πρόσωπα στην επαγγελματική τους στέγη. Απόρριψη εφέσεως. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης. Αριθμός 1267/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων : 1)... 2)... και 3)..., Αττικής, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Βαλκάνο, περί αναιρέσεως της 45053/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 15 Ιουλίου 2009, 16 Ιουλίου 2009 και 15 Ιουλίου 2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1161/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι από 15, 16 και 15-7-2009 με δηλώσεις ενώπιον του Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για τις οποίες συντάχθηκαν οι με αριθμούς 61, 62 και 60/2009 εκθέσεις αντίστοιχα, από τους κατηγορούμενους: 1) ..., 2) ... και 3) ..., αντίστοιχα, ασκηθείσες αιτήσεις αναιρέσεως κατά της 45.053/09 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες (εκπρόθεσμες) οι εφέσεις τους κατά της 101.431/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελει-οδικείου Αθηνών με την οποία καταδικάσθηκε καθένας σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε
(15)μηνών και χρηματική ποινή επτακοσίων χιλιάδων δραχμών για τις πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής εργατικών και εργοδοτικών εισφορών στο ΙΚΑ, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι παραδεκτές και πρέπει να συνεκδικαστούν. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων είναι και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση, ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και εκείνου της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεις, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη έναρξη καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και σε άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και στην Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί "κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που ο κατηγορούμενος είχε καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 45053/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς τους, οι με αριθμούς 489, 491 και 490/2009, αντίστοιχα, εφέσεις των εκκαλούντων κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά της με αριθμό 101.431/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτοί είχαν καταδικασθεί ερήμην, για τις πράξεις της μη καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών. Από τις αντίστοιχες σχετικές με αριθμούς κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα εκθέσεις εφέσεως, οι οποίες παραδεκτά επισκοπούνται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βασίμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι κάθε εκκαλών αναφέρει στην έφεσή του, για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της, ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως και ότι η επίδοση ως άγνωστης διαμονής δεν έγινε νόμιμα, διότι αυτός έχει γνωστή διαμονή και διαμένει με την οικογένειά τους μόνιμα, η πρώτη και τρίτος στην ... (οδός ...) και ο δεύτερος, στο ...(...). Επικαλέσθηκαν δηλαδή, ακυρότητα της επιδόσεως προς αυτούς της εκκαλούμενης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσαν την προθεσμία ασκήσεως των εφέσεων ή παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και ως εκ τούτου μη γνώση από αυτούς της εκκαλούμενης αποφάσεως. Δεν αναφέρουν όμως στην άνω έφεσή της, αν τη φερόμενη από αυτή ως τελευταία γνωστή κατοικία τους στους άνω τόπους, είχαν δηλώσει καθοιονδήποτε τρόπο στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως περιοριζόμενοι απλώς στην αόριστη αναφορά ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση της κατοικίας τους ήταν γνωστή. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Η υπ' αριθμ. 101431/2009 εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, εκδόθηκε την 2-11-1999 με άκοντες τους εκκαλούντες κατηγορουμένους, αν και κλήθηκαν έγκυρα και νομότυπα σης 3-9-1999, ως γνωστής κατοικίας, στην διεύθυνση που είχε η επιχείρησή τους, Βιοτεχνία Υποδημάτων, ήτοι στην ... στην περιοχή ..., στην οδό ..., διεύθυνση στην οποία επιδόθηκαν και τα σχετικά κλητήρια θεσπίσματα για την εμφάνισή τους στο αρμόδιο Μονομελές Πλημμελειοδικείο για τις επίδικες εισφορές στο ΙΚΑ, τα οποία παρέλαβε δε ο ίδιος ο τρίτος εκκαλών-κατηγορούμενος, τόσο για τον εαυτό του, όσο και ως σύνοικος, για τους λοιπούς συγγενείς, και συγκεκριμένα ο πρώτος κατηγορούμενος είναι αδελφός του και η δεύτερη κατηγορουμένη, σύζυγος του αδελφού του, με τους οποίους διατηρούν καλές σχέσεις. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε έγκυρα στους εκκαλούντες κατηγορούμενους, στις 16-3-2001, ως αγνώστου διαμονής, καθόσον αναζητήθηκαν στην διεύθυνση που είχαν επιδοθεί τα κλητήρια θεσπίσματα (... περιοχή ..., οδό ...), που ήταν η έδρα της ως άνω επιχείρησής τους, αλλά είχαν μετοικήσει οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη διεύθυνση, όπως βεβαιώνεται από τον εκτελούντα τις επιδόσεις της εκκαλουμένης απόφασης και κατά συνέπεια έπρεπε να ασκήσουν το ένδικο μέσο της εφέσεως, μέσα στο χρονικό διάστημα των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης. Τις κρινόμενες όμως εφέσεις, για τις οποίες συντάχθηκαν οι υπ' αριθμ. 490/2009 , 489/2009 και 491/2009 σχετικές εκθέσεις, άσκησαν αντίστοιχα οι κατηγορούμενοι στις 20-1-2009. Έτσι όμως η άσκησή τους έγινε κατά πολύ μετά την παρέλευση της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης και για τον λερό αυτό είναι εκπρόθεσμη. Οι εκκαλούντες επικαλούνται, ως ανωτέρα βία, για το εκπρόθεσμο αυτών (εφέσεων), ότι δεν έλαβαν γνώση ούτε του κλητηρίου θεσπίσματος ούτε της εκκαλουμένης απόφασης, διότι τόσο το κλητήριο θέσπισμα όσο και η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκαν στην οδό ..., από την οποία (διεύθυνση) είχαν φύγει από το έτος 2000 , που έκλεισε η επιχείρηση . Ο ισχυρισμός αυτός των εκκαλούντων, που προβάλλεται με την έφεσή τους, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Και τούτο γιατί τα ως άνω προβαλλόμενα από τους εκκαλούντες δεν συνιστούν λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που συντρέχει όταν η ενέργεια του υπόχρεου εμποδίζεται από τυχαία γεγονότα, τα οποία στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν απρόβλεπτα και δεν μπορούσαν ν' αποφευχθούν ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνεπείας. Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση οι εκκαλούντες γνώριζαν ότι είχε ασκηθεί σε βάρος τους ποινική δίωξη για οφειλόμενες εισφορές στο ΚΑ, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, τα σχετικά κλητήρια θεσπίσματα για την εμφάνιση τους στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, τα είχε παραλάβει ο ίδιος ο τρίτος εκκαλών-κατηγορούμενος, τόσο για τον εαυτόν του, όσο και ως σύνοικος, για τους λοιπούς εκκαλούντες-κατηγορουμένους, οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, είναι συγγενείς του, και συγκεκριμένα ο πρώτος κατηγορούμενος είναι αδελφός του και η δεύτερη κατηγορουμένη, σύζυγος του αδελφού του, με τους οποίους διατηρούν καλές σχέσεις και συνεπώς ενημερώθηκαν σχετικά και όφειλαν να μεριμνήσουν να πληροφορηθούν για την έκβαση της δίκης αυτής, αλλά όφειλαν και μπορούσαν, όταν η εν λόγω επιχείρηση έκλεισε, όπως ισχυρίζονται, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 περ. γ' ΚΠΔ, να δηλώσουν την μεταβολή της κατοικίας τους, γεγονός στο οποίο δεν προέβησαν. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το δικαστήριο κρίνει, πως δεν υπήρχαν λόγοι ανωτέρας βίας που να δικαιολογούν το εκπρόθεσμο της άσκησης των εν λόγω εφέσεων και συνεπώς πρέπει να απορριφθούν αυτές ως απαράδεκτες, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως αυτών και να καταδικασθούν οι εκκαλούντες στα έξοδα, κατ' άρθρο 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.ΠοινΔ". Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης, απορριπτικής της κάθε εφέσεως ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης, αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν και είναι αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως, τα αποδεικτικά από τα οποία αυτές προκύπτουν και το χρόνο ασκήσεώς της κάθε εφέσεως. Εφόσον δε οι εκκαλούντες δεν προέβαλαν με την έφεσή τους ότι είχαν καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που είχα παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή, την ως άνω διεύθυνση της κατοικίας τους και περιορίστηκαν στην αόριστη αναφορά ότι αυτή ήταν γνωστή, νομίμως αναζητήθηκαν (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της επαγγελματικής της μισθίας κατοικίας, στην οδό ... στην ..., που διατηρούσαν κατάστημα και αναφέρεται στη μήνυση, που αποτελεί στοιχεία της δικογραφίας, ενώ δεν έχει διενεργηθεί προανάκριση, ώστε κάθε κατηγορούμενος να δηλώσει, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ την κατοικία του. Εξάλλου και η συναφής αιτίαση, που προβάλλεται για την ακυρότητα της γενομένης κατά τα άνω επιδόσεως για το λόγο ότι κάθε κατηγορούμενος αναζητήθηκε στο κατάστημά του αντί της κατοικίας του και ως μη ανευρεθέντες η επίδοση έγινε με τοιχοκόλληση στο γραφείο του Δημάρχου του δήμου ..., χωρίς προηγουμένως να αναζητηθεί αυτός και στην κατοικία του, είναι απορριπτέα για τους προεκτεθέντας λόγους, ενώ, βεβαιουμένου από το όργανο επιδόσεως στη συνταχθείσα έκθεση ότι η αναζητούμενη στο κατάστημα των κατηγορουμένων, στη τελευταία γνωστή διεύθυνση της επαγγελματικής τους εγκαταστάσεως, δε βρέθηκε εκεί αυτός, ή κάποιο από τα αναφερόμενα στην παραπάνω διάταξη πρόσωπα και ότι από έρευνα διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει αλλού γνωστή κατοικία του και είναι πλέον άγνωστης διαμονής, δεν είχε υποχρέωση το όργανο αυτό επιδόσεως, για την εγκυρότητα της επιδόσεως, αφού δεν προβλέπεται από το άρθρο 155 και 156 του ΚΠοινΔ ή άλλη διάταξη, υποχρέωση να αναζητήσει και τη συγκεκριμένη ως άνω διεύθυνση της κατοικίας τους, αφού αυτή η διεύθυνση ήταν κατά τα πιο πάνω άγνωστη στην Εισαγγελική Αρχή και το όργανο επιδόσεως, μόνη δε γνωστή ήταν η διεύθυνση ως άνω της επαγγελματικής της εγκαταστάσεως, όπου και νόμιμα αναζητήθηκε από την αρχή, ελλείψει γνωστής κατοικίας τους και επομένως οι ως άνω επιδόσεις ως άγνωστης διαμονής είναι σύννομες. Επομένως οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, για ελλιπή αιτιολογία και για υπέρβαση εξουσίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, κάθε κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί κάθε αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως ενώπιον του Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, 61, 62 και 60/15,16 και 15-7-2009 αντίστοιχα, αιτήσεις των: 1) ..., 2) ... και 3) ..., για αναίρεση της με αριθμό 45053/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ