← Ελλάδα

ΑΠ 1272/2008 — Επανάληψη διαδικασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1272 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Επανάληψη διαδικασίας άρθρου 525§1 ΚΠΔ. Έννοια γεγονότων ή αποδείξεων. Μπορεί να είναι καταθέσεις νέων μαρτύρων εγγράφων ή άλλων στοιχείων υπό την προϋπόθεση ότι εκτιμώμενα είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος, ή κατεδικάσθη για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά ετέλεσε. Όχι εφαρμογή 525 § 1 στοιχ. 4 του Κ.Π.Δ., όταν δεν πρόκειται περί της αυτής πράξεως. Απορρίπτει την αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας. ΑΡΙΘΜΟΣ 1272/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Νοεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος χ1 και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές Τρικάλων, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήρη Παγώνα, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1756-1757/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Αυγούστου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1503/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη με αριθμό 358/8.10.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Eισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 525 § 1, 527 § 3 και 528 § 1 και 529 Κ.Π.Δ., την από 17-8-2007 (ημερομηνία καταθέσεως) αίτηση του x1, με την οποία επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ'αριθ. 1756-1757/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί κακουργημάτων), δια της οποίας κατεδικάσθη ο αιτών σε συνολική ποινή κάθειρξης οκτώ

(8)ετών, αποτελουμένη από την ποινή κάθειρξης 6 ετών, επαυξανομένη κατά δύο
(2)έτη εκ της ετέρας πράξεως για την πράξιν της απάτης κατά συρροή με προξενηθείσα ζημία ιδιαίτερα μεγάλη από δράστη που διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Κατά το άρθρ. 525 § 1 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που επερατώθη με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός από άλλες περιπτώσεις που αριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο αυτό και όταν μετά την οριστική καταδίκη του απεκαλύφθησαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή κατεδικάσθη για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες οι οποίες δεν είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που δίκασε και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές. Την κρίση αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης και από τα έγγραφα. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπ'όψιν του δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως ότι αι αποδείξεις αυτές είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που κατεδίκασε, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή κατεδικάσθη άδικα για βαρύτερο έγκλημα. Νέες αποδείξεις ή νέα γεγονότα επίσης κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, μπορεί να είναι, μεταξύ άλλων και αθωωτικές αποφάσεις ή αθωωτικά βουλεύματα, για τα οποία δεν συντρέχουν αι προϋποθέσεις του άρθρ. 525 § 1 περ. 4 Κ.Π.Δ. Βαρύτερο δε είναι το έγκλημα όταν μεταβάλλεται το είδος της πράξεως και όχι όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχείρισης του υπαιτίου της ιδίας πράξεως λόγω περιστάσεων ή άλλου λόγου μειώσεως της ποινής (Α.Π. 782/2002 Ποιν. Χρ. ΝΓ' σελ. 230). Είναι δε αυτονόητο ότι δεν καθιστούν πρόδηλη την αθωότητα ενός καταδικασθέντος νέες αποδείξεις που στηρίζονται σε μαρτυρίες προφανώς αναξιόπιστες. Επίσης δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγον επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστάς που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ'αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απερρίφθησαν απ'αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως από ουσιαστικής και νομικής πλευράς με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπ'όψιν τους οι δικαστές που την εξέδωσαν, εφόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Επίσης, εκτός του περιγραφομένου ως άνω λόγου, περίπτωση επανάληψης της διαδικασίας, κατ'άρθρ. 525 περ. 4 Κ.Π.Δ., αποτελεί και εκείνη κατά την οποία μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδεικνύεται ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα. Στην περίπτωση αυτή χωρεί επανάληψη της διαδικασίας, εφόσον το αθωωτικό δεδικασμένο ήταν άγνωστο στο δικαστήριο, που δίκασε, είναι δε αδιάφορο εάν η αθωωτική απόφαση είχε καταστεί αμετάκλητη, πριν ή μετά την αμετάκλητη καταδίκη, αρκεί, ότι αυτή ήταν άγνωστη στο δικάσαν δικαστήριο, γιατί δεν είχε υποβληθεί, για οποιονδήποτε λόγο, στην κρίση του, όταν δε υπάρχουν δύο αμετάκλητες αντιφατικές αποφάσεις για την ίδια κατηγορία και για το ίδιο έγκλημα του ίδιου δράστη, προς άρση της υπάρχουσας αβεβαιότητος, ως προς την ορθότητα της καταδίκης, πρέπει να ακυρωθούν οι αποφάσεις αυτές και να διαταχθεί, εφόσον συντρέχει περίπτωση παραπομπής, η επανάληψη της διαδικασίας (Α.Π. 1906/2003 Ποιν.Χρ. ΝΔ' σελ. 725, ΑΠ 1751/2003 Ποιν. Χρ. ΝΔ' σελ. 634, Α.Π. 984/2002 Ποιν. Χρ. ΝΓ' σελ. 340, ΑΠ 1819/2002 Ποιν.Χρ. ΝΓ' σελ. 705, ΑΠ 175/2003 Ποιν. Χρ. ΝΓ' σελ. 922). Τέλος από την διάταξη του άρθρ. 529 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι προϋπόθεση αναστολής εκτέλεσης της ποινής που εκτίεται δυνάμει αμετακλήτου καταδικαστικής αποφάσεως όταν αυτή ζητείται μετά την υποβολή αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας είναι η πιθανολόγηση ευδοκιμήσεως της τελευταίας (ΑΠ 1612/2002 Ποιν. Χρ. ΝΓ' σελ. 597). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών με την από 17-8-2007 αίτηση του, εκθέτει ότι με την 1756-1757/97 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί κακουργημάτων) κατεδικάσθη σε συνολική ποινή καθείρξεως οκτώ
(8)ετών για απάτη κατά συρροήν με προξενηθείσα ζημία ιδιαίτερα μεγάλη από δράστη που διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, η απόφαση δε αυτή έχει καταστεί αμετάκλητη, μετά την υπ'αριθμ. 644/2002 απόφασιν του Αρείου Πάγου που απερρίφθη αίτηση αναιρέσεως του αιτούντος-κατηγορουμένου κατά της υπ'αριθ. 955-956 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Περαιτέρω ότι με την υπ'αριθ. 4485/9-5-1997 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, η οποία επίσης έχει καταστεί αμετάκλητη, έχει αθωωθεί για την ίδια πράξη, καθώς και με τις υπ'αριθ. 1106/1-4-97, 3856/14-4-97, 1868/6-6-97 και 1127/3-4-2006 αποφάσεις του ιδίου δικαστηρίου που έχουν καταστεί επίσης αμετάκλητες, έχει κηρυχθεί αθώος για την ιδία πράξη, σε διαφορετικούς όμως χρόνους τελεσθείσα και εις βάρος διαφορετικών προσώπων. Για τον λόγο αυτό ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας, προς όφελος του και προς τον σκοπό να απαλλαγεί από την σχετική κατηγορία, άλλως να ακυρωθεί η ως άνω καταδικαστική απόφαση και επί πλέον να ανασταλεί η εκτέλεσης της επιβληθείσης εις τούτον ποινής. Με αυτό το περιεχόμενο και το αίτημα η αίτηση αυτή είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται στο Δικαστήριο σας σε Συμβούλιο (άρθρ. 528 § 1 εν συνδ. με άρθρ. 527 § 3 και 529 Κ.Π.Δ.). Επομένως πρέπει να ερευνηθεί στην ουσία. Από τα έγγραφα που περιλαμβάνονται στον φάκελλο της δικογραφίας αποδεικνύονται τα ακόλουθα: ο αιτών με την υπ'αριθ. 1756-1757/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί κακουργημάτων) κατεδικάσθη για απάτη κατά συρροή με προξενηθείσα ζημία ιδιαίτερα μεγάλη από δράστη που διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, σε συνολική ποινή κάθειρξης 8 ετών. Ειδικώτερον στην Αθήνα την 25-7-1990, υπό την ιδιότητά του ως νόμιμος εκπρόσωπος, διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της ενταύθα εδρευούσης εταιρίας με την επωνυμία "STALCO ΔΙΕΘΝΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗ και ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", παρέστησε εν γνώσει ψευδώς στους μηνυτές ψ1 και ψ2, ότι ήταν αξιόπιστος και φερέγγυος επιχειρηματίας με μεγάλη προσωπική ακίνητη περιουσία, ότι η ως άνω υπ'αυτού εκπροσωπουμένη ανώνυμη εταιρία "STALCO AE", ήταν φερέγγυα, με μεγάλα περιουσιακά στοιχεία και με διεθνή κατασκευαστική δραστηριότητα και ότι είχε την δυνατότητα να μεταβιβάσει αμέσως σ'αυτούς κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή το υπό στοιχεία ΙΙΙ Ε-2 διαμέρισμα του Ε'ορόφου του υπό ανέγερση κτιριακού συγκροτήματος επί των οδών..... και .... της περιοχής ...... Αττικής, την ανέγερση του οποίου είχε αναλάβει εργολαβικώς η υπ'αυτού εκπροσωπουμένη ανώνυμη εταιρία "STALCO ΔΙΕΘΝΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" επιφανείας 117,44 τετρ. μέτρων... αντί συνολικού τιμήματος 21.500.000 δρχ. και έτσι έπεισε τους ανωτέρω μηνυτές να του καταβάλλουν το ποσό των 2.000.000 δρχ. για την αγορά του ανωτέρω διαμερίσματος......... και να αποδεχθούν συναλλαγματικές ύψους 17.832.000 δρχ, πράξη στην οποία αυτοί (μηνυτές) δεν θα προέβαιναν αν εγνώριζαν την αλήθεια και δη ότι αυτός δε ήτο φερέγγυος επιχειρηματίας, αλλά κατάχρεως και τα επί της οδού ..... του ......-Αττικής κείμενα ακίνητα αυτού ήταν βεβαρυμένα με προσημειώσεις υποθήκης, η δε υπ'αυτού εκπροσωπουμένη εταιρία "STALCO Α.Ε." δεν είχε διεθνείς κατασκευαστικές δραστηριότητες, με αποτέλεσμα να ζημιωθούν οι παραπάνω μηνυτές με το ιδιαιτέρως μεγάλο ποσό των 19.832.000 δρχ......την πράξη δε αυτή ο κατηγορούμενος τέλεσε κατ'επάγγελμα και συνήθεια, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της και με σκοπό να προσπορισθεί εισόδημα...... Περαιτέρω ο αιτών με την υπ'αριθ. 4485/97 απόφασιν του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί κακουργημάτων) ηθωώθη κατά πλειοψηφία για την πράξιν της απάτης με προξενηθείσα ζημία ιδιαίτερα μεγάλη, τελεσθείσαν εις βάρος του ιδίου ως άνω παθόντος (ψ1) και τον αυτόν χρόνον (25-7-1990, και προφανώς δια την ιδία αιτίαν κατά τις μεταξύ των διαπραγματεύσεις για την υπό του τελευταίου αγοράν του περιγραφομένου ως άνω διαμερίσματος, ενώ, για την πράξιν της έκδοσης ακαλύπτου επιταγής, εκηρύχθη απαράδεκτος η ασκηθείσα ποινική δίωξις, λόγω εκκρεμοδικίας, πλην όμως με πραγματικά περιστατικά που διαφοροποιούν την ταυτότητά της πράξεως της απάτης με εκείνην που κατεδικάσθη δια της υπ'αριθ. 1756-1757/97 αποφάσεως, και συγκεκριμένα ότι, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της αθωωτικής ως άνω αποφάσεως, ο αιτών- κατηγορούμενος δεν παρέστησε ψευδώς στον ψ1, ότι η υπ'αυτού εκπροσωπουμένη εταιρία, ήταν σε ανθηρή κατάσταση και ότι στον υπ'αριθμ. ...... λογαριασμό του όψεως της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος είχε αρκετά διαθέσιμα κεφάλαια, δεδομένου ότι διέθετε 65 καταστήματα και 22 διαμερίσματα, ενώ έχτιζε και τρεις πολυκατοικίες συγχρόνως και προβλήματα που ανέκυψαν για ένα έργο του στο .... και η κηρυχθείσα τότε απεργία επί δίμηνο των τραπεζών τον έφεραν σε δύσκολη θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι του ψ1 και δεν τον εξηπάτησε. Υπό τα εκτεθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά φρονούμεν ότι δεν συντρέχει περίπτωσις δεδικασμένου κατά την έννοια του άρθρου 57 Κ.Π.Δ. 'Όμως, αν θεωρηθεί ότι συντρέχουν αι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να σημειωθεί ότι στην δίκη της 30-5-1997 που εξδόθη η ανωτέρω καταδικαστική απόφαση με αριθμ. 1756-1757/97 ο παρών κατηγορούμενος και ήδη αιτών, καίτοι εγνώριζε την ύπαρξη της ως άνω προγενέστερης αθωωτικής αποφάσεως με αριθ. 4485/9-5-1997, που είχε δημοσιευθεί παρουσία του, χωρίς να έχει όμως καταστεί αμετάκλητη, παρέλειψε να θέσει υπ'όψιν του Δικαστηρίου την ύπαρξη του αθωωτικού γι'αυτόν έστω οιονεί δεδικασμένου, που είχε γι'αυτόν έννομες συνέπειες. 'Εν όψει αυτών και δεδομένου ότι προϋπόθεση του προβλεπομένου από το άρθρ. 525 § 1 περ. 4 Κ.Π.Δ. λόγου επαναλήψεως της διαδικασίας είναι να είναι άγνωστο το αθωωτικό δεδικασμένο στον καταδικασθέντα, ο λόγος αυτός επαναλήψεως της διαδικασίας είναι αβάσιμος (Α.Π. 782/2002 Ποιν. Χρον. ΝΓ' σελ. 230). Επίσης είναι αληθές ότι ο αιτών με τις υπ'αριθ. 1106/1-4-1997 και 3856/14-4-97 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εξεδόθησαν παρόντος του κατηγορουμένου, εις χρόνο προγενέστερον της προδιαληφθείσης καταδικαστικής εις βάρος του αποφάσεως, εκηρύχθη αθώος της ιδίας ως άνω πράξεως της απάτης με τα αυτά ως άνω πραγματικά περιστατικά, με διαφορετικούς όμως παθόντες, με την σκέψιν ότι δεν στοιχειοθετείται εξ'αντικειμένου η προδιαληφθείσα ως άνω πράξις, πλην όμως αν και εγνώριζε ούτος την ύπαρξη των ως άνω αποφάσεων, παρέλειψε επίσης να θέσει ταύτας υπ'όψιν του ως άνω δικαστηρίου. Επηκολούθησε δε μετά ταύτα η έκδοσις των υπ'αριθ. 1868/6-6-97 και 1127/3-4-2006 αποφάσεων του ιδίου ως άνω δικαστηρίου, εις χρόνον μεταγενέστερον της παραπάνω καταδικαστικής αποφάσεως με αριθ. 1756-1757/30-5-97 δια των οποίων εκηρύχθη επίσης αθώος της απάτης με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατά συνήθεια και κατ'επάγγελμα τελέσεως υπ'αυτού της πράξεως της απάτης δια της παραστάσεως εις τον παθόντα των φερομένων ως άνω ψευδών πραγματικών περιστατικών αφού, όπως προκύπτει από το σκεπτικό των εν λόγω αποφάσεων, το δικαστήριο εδέχθη ότι η αξιόποινος, ως άνω, πράξις δεν στοιχειοθετείται ούτε εξ αντικειμένου ούτε εξ υποκειμένου αλλά ταύτα συνιστούν αστικήν διαφοράν. 'Ετσι, εν όψει των εκτεθέντων, και για τις προαναφερόμενες ως άνω αθωωτικές αποφάσεις δεν συντρέχουν αι προϋποθέσεις του δεδικασμένου, κατά την έννοιαν του άρθρ. 57 Κ.Π.Δ., πλην όμως τούτο, ως "νέο" γεγονός, ανεξαρτήτως του ότι δεν ετέθησαν υπ'όψιν του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προδιαληφθείσαν καταδικαστικήν απόφασιν με αριθ. 1756-1757/97, εξ υπαιτιότητος του αιτούντος, δι'εκείνας που εξεδόθησαν εις χρόνον προγενέστερον αλλά και δι'αυτάς που εξεδόθησαν μεταγενεστέρως, καθιστά φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος της ιδίας πράξεως δι'ην κατεδικάσθη και ως εκ τούτου συνιστά τον από το άρθρ. 525 § 1 περ. 2 Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας και επομένως επιβάλλεται, προς άρσιν κάθε αμφιβολίας, η επανάληψις της ποινικής διαδικασίας. Περαιτέρω αφού από τα έγγραφα που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών πιθανολογείται ότι ενδέχεται να ευδοκιμήσει η αίτηση, που αυτός έχει ασκήσει για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε αμετακλήτως με την ως άνω υπ'αριθ. 1756-1757/97 απόφασιν του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και επομένως πρέπει, δεκτής καθισταμένης της αιτήσεως του, να ανασταλεί η εκτέλεση της ως άνω αποφάσεως (Α.Π. 259/1995 Ποιν. Χρ. ΜΕ' σελ. 598). Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη, η υπό κρίσιν αίτησις, να ακυρωθεί η υπ'αριθμ. 1756-1757/97 απόφασις του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί κακουργημάτων) και να παραπεμφθεί η υπόθεσις προς νέα συζήτηση σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που κατεδίκασε δικαστήριο (άρθρ. 528 § 1 Κ.Π.Δ.) και δη εις το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς (επί κακουργημάτων). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Ι) Να γίνει δεκτή η από 17-8-2007 (ημερομηνία καταθέσεως) αίτηση επανάληψης της διαδικασίας του χ1 και ήδη κρατουμένου στην Φυλακή Τρικάλων. ΙΙ) Να ακυρωθεί η με αριθ. 1756-1757/97 απόφασις του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί κακουργημάτων) ΙΙΙ) Να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα συζήτηση εις το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς (επί κακουργημάτων) IV) Να ανασταλεί η εκτέλεσις της ως άνω αποφάσεως, μέχρις εκδόσεως σχετικής αποφάσεως επί της ως άνω αιτήσεως. Αθήναι τη 4 Οκτωβρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΑντώνιος Μύτης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠολΔικ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό. Μεταξύ αυτών είναι και η περίπτωση (αριθμ. 2) κατά την οποίαν, αν ύστερα από την οριστική καταδίκη αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι εκτός καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις κατά την έννοια της άνω διατάξεως, είναι εκείνες που δεν υπεβλήθησαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δη αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγουμένης δίκης καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που έχουν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά ετέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απερρίφθησαν από αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπ' όψη οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, εφ' όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών ο οποίος με την υπ' αριθμ. 1756-1757/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών κατεδικάσθη αμετακλήτως για απάτη κατά συρροή κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποία η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη, ζητεί με την κρινομένη αίτησή του την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, ή οποία επερατώθη με την έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως, επικαλούμενος νέα γεγονότα και αποδείξεις άγνωστα στους δικαστές, οι οποίοι τον εδίκασαν, από τα οποία προκύπτει, ότι ήτο αθώος για το άνω αδίκημα, άλλως ότι κατεδικάσθη άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά ετέλεσε. Η αίτηση αυτή είναι νόμιμη, παραδεκτώς εισαγομένη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εν Συμβουλίω (άρθρο 527 παρ. 1 και 3 και 528 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσίαν. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. 1756-1757/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη, αφού η κατ' αυτής ασκηθείσα έφεση απερρίφθη με την υπ' αριθμ. 955-956/2000 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και η κατά της τελευταίας αυτής αίτηση αναιρέσεως απερρίφθη με την υπ' αριθμ. 644/2002 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ο αιτών κατεδικάσθη σε συνολική ποινή καθείρξεως οκτώ ετών, για κατά συρροή απάτη με προξενηθείσα ζημία ιδιαίτερα μεγάλη, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, η οποία συνίστατο στο ότι στην Αθήνα την 25/7/1990, τυγχάνοντας Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου, διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στην Αθήνα (Ακαδημίας 52) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "STALCO ΔΙΕΘΝΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗ και ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" παρέστησε εν γνώσει ψευδώς στους μηνυτές ψ1 και ψ2, ότι ήταν αξιόπιστος και φερέγγυος επιχειρηματίας με μεγάλη προσωπική ακίνητη περιουσία, ότι η απ' αυτόν εκπροσωπουμένη πιο πάνω εταιρεία "STALCO A.E." ήταν φερέγγυα, με μεγάλα περιουσιακά στοιχεία και με διεθνή κατασκευαστική δραστηριότητα και ότι είχε τη δυνατότητα τα μεταβιβάσει αμέσως σ' αυτούς, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, αντί συνολικού τιμήματος 21.500.000 δρχ., το υπό στοιχεία ΙΙΙ Ε-2 διαμέρισμα του Ε' ορόφου, επιφανείας 117, 44 τετραγ. μέτρων, και την υπό στοιχεία ΙΙΙ ΡΡ-21 θέση σταθμεύσεως αυτοκινήτου, που βρισκόταν στο υπό ανέγερση κτιριακό συγκρότημα, επί των οδών ... και ..... στο ...... Αττικής, του οποίου την ανέγερση είχε αναλάβει εργολαβικώς η ως άνω εταιρεία "STALCO AE". Ετσι έπεισε τους προαναφερόμενους υποψήφιους αγοραστές, να του καταβάλουν το ποσόν των 2.000.000 δρχ., για την αγορά του ανωτέρω διαμερίσματος και της θέσεως σταθμεύσεως αυτοκινήτου και να αποδεχθούν για την αιτία αυτή συναλλαγματικές ύψους 17.832.000 δρχ., εκδόσεως εκείνου ή της εταιρείας "STALCO A.E.", πράξη στην οποία οι ως άνω μηνυτές δεν θα προέβαιναν, αν γνώριζαν την αλήθεια, την οποία ο κατηγορούμενος, καίτοι καλώς γνώριζε, αθέμιτα τους απέκρυψε, δηλαδή, ότι αυτός δεν ήταν φερέγγυος επιχειρηματίας, αλλά κατάχρεος και τα επί της οδού ..... του ..... Αττικής κείμενα ακίνητά του ήταν βεβαρυμένα με προσημειώσεις, η δεν απ' αυτόν εκπροσωπουμένη εταιρεία "STALCO AE" δεν είχε διεθνείς κατασκευαστικές δραστηριότητες αλλά μόλις προ έτους είχε συσταθεί και εστερείτο περιουσιακών στοιχείων, ενώ αυτός εξ υπαρχής δεν είχε την πρόθεση ούτε και μπορούσε να τους μεταβιβάσει το παραπάνω διαμέρισμα και τη θέση θεσμεύσεως αυτοκινήτου, δοθέντος ότι η εταιρεία "STALCO AE" βρισκόταν σε διαφωνία με τους οικοπεδούχους του οικοπέδου, στο οποίο ανεγειρόταν το κτιριακό συγκρότημα, οι οποίοι αρνούντο να συμπράξουν στη μεταβίβαση προς εκείνη ή προς τρίτους που θα υποδεικνύονταν απ' αυτή των περιλαμβανομένων στο συμφωνηθέν εργολαβικό αντάλλαγμα διαμερισμάτων, με αποτέλεσμα να ζημιωθούν οι μηνυτές με το ιδιαίτερα μεγάλο ποσό των 19.832.000 δρχ. (2.000.000 δραχμές σε μετρητά και 17.832.000 δρχ. σε συναλλαγματικές, που ο κατηγορούμενος προεξόφλησε στην Εμπορική Τράπεζα και οι μηνυτές ήταν πλέον υπόχρεοι προς εξόφλησή τους, σ' εκείνην), με αντίστοιχη παράνομη περιουσιακή ωφέλεια του κατηγορουμένου και της εταιρείας "STALCO AE", που εισέπραξαν τα ανωτέρω ποσά, χωρίς να μεταβιβάσουν στους μηνυτές το συμφωνηθέν διαμέρισμα και την θέση σταθμεύσεως αυτοκινήτου. Την πράξη δε αυτή ο κατηγορούμενος τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, ήτοι ρέποντας προς αυτήν με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως και με σκοπό να πορισθεί εισόδημα προς βιοπορισμό. Ηδη, ο νυν αιτών επικαλείται και προσκομίζει ως νέα στοιχεία, από τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, καθίσταται φανερή η αθωότητά του, άλλως ότι καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε 1) την υπ' αριθμ. 4485/9-5-97 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία εκηρύχθη αθώος κακουργηματικής απάτης εις βάρος του ψ1 που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα στις 25-7-1990, 2) την υπ' αριθ. 1106/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία εκηρύχθη αθώος για απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και υπό περιστάσεις, που μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, την οποία φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Μάρτιο 1989 μέχρι την 1.3.1990 σε βάρος των εγκαλούντων ψ3, ψ4 και ψ5, 3) την υπ' αριθ. 3856/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία εκηρύχθη αθώος σε δεύτερο βαθμό για απάτη, που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα την 12.9.1990 σε βάρος του εγκαλούντος ψ6, 4) την υπ' αριθ. 1868/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία εκηρύχθη αθώος για απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα, περί τα μέσα Μαϊου 1991 εις βάρος του εγκαλούντος ψ7 5) την υπ' αριθμ. 1127/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία εκηρύχθη αθώος κακουργηματικής απάτης εις βάρος του ψ8, που φέρεται ότι ετέλεσε στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο 1990. Όμως όπως προκύπτει από τα πρακτικά της ανωτέρω αμετακλήτου αποφάσεως, με την οποίαν περατώθη η ποινική διαδικασία, της οποίας ζητείται η επανάληψη, τα επικαλούμενα ως νέα γεγονότα ή αποδείξεις που δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστάς, οι οποίοι δίκασαν τον αιτούντα, αλλ' είχαν αναβληθεί στην κρίση τους. Ειδικότερα ο μάρτυς ψ1 κατέθεσεν ότι ο αιτών είχε αθωωθεί για την πράξη της απάτης μετά την υποβολή κατ' αυτού μηνύσεως από τον ψ6 και από τους οικοπεδούχους ψ3, ψ4 και ψ5. Ο μάρτυς ......... κατέθεσεν ότι ο κατηγορούμενος έφτιαξε ένα εμπορικό κέντρο στα ..... Οι οικοπεδούχοι στο ..... δημιουργούσαν προβλήματα για κάτι μετατροπές που ήθελαν... Μέχρι το 90 που ήμουνα εκεί είχε επιφάνεια. Τα γραφεία ήταν στην ......, ένας ολόκληρος όροφος, είχε προσωπικό. Είχε δύο πολυκατοικίες στη ....., στο ......, ένα οικόπεδο στην...., όπου έκτισε το εμπορικό κέντρο με 50 μαγαζιά και 28-30 διαμερίσματα. Όλα αυτά τελειωμένα. Δεν έκανε τίποτα δολίως όλα ήταν από κακούς χειρισμούς του. Η μάρτυς ....... κατέθεσεν ότι τον Μάϊο του, 91 εγώ και ο αδελφός μου γνωρίσαμε τον κατηγορούμενον. Ερχόταν κάθε μέρα με άλλο αυτοκίνητο. Είχαν πέσει τα μπετά και σ' αυτό το στάδιο βρίσκεται ακόμη. Ο μάρτυς ψ7 κατέθεσε ότι τον χ1 τον γνώρισε μέσω ψ1. Ηταν πολύ καλά ντυμένος, κάπνιζε πούρα... Κατ' αρχήν δείχνει σοβαρό άτομο... τον πήγε στα ..... για να του δείξει κάτι κτίσματα εκεί, μπετά... Ο ψ1 του είπε γι' αυτόν... Πίστευε ότι πάει σε κάποιον καθωσπρέπει, ο μάρτυς ψ8 κατέθεσεν ότι οι υπάλληλοι της Τράπεζας τους είπαν ότι είναι κολοσσός, τον πήγε στη ...... είχε εκεί κτίσματα. Εξάλλου ο εις μάρτυς υπερασπίσεως ........ κατέθεσεν ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε δόλο, δεν νομίζει ο μάρτυς ότι έχει ξεγελάσει κανέναν ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε ιδιόκτητο ακίνητο στο ....., μαγαζιά και διαμερίσματα. Είχε πιστώσεις στην Τράπεζα. Η Stalco είχε οικονομική επιφάνεια και ο έτερος (υπερασπίσεως ..... κατέθεσεν ότι ο κατηγορούμενος είχε έναν όροφο γραφεία. Είχε ένα εμπορικό κέντρο στο ..... με μαγαζιά και διαμερίσματα. Μετά έβαλε ένα εργοτάξιο στο .... και ένα στα ..... . Στο ...... είναι 4 πολυκατοικίες και 7-8 μαιζονέτες μισοκτισμένες είχε περιουσία, αλλά έκανε λάθος κινήσεις. Δεν είχε κανένα δόλο... Όταν το 90 έκανε τη συμφωνία με τον ψ1, είχε δικά του ακίνητα στο ........ Αλλά και ο αιτών απολογούμενος στο ακροατήριο του δικαστηρίου, που εξέδωσε την ως άνω απόφαση, με την οποία περατώθηκε η ποινική διαδικασία της οποίας ζητείται η επανάληψη, αναφέρει "Τον Μάϊο του 90 ήμουν πραγματικά δυνατός. Στο ... σήκωνα οικοδομή με 65 καταστήματα και 32 διαμερίσματα, το οικόπεδο ήταν στο όνομά μου και με αντιπαροχή την ALCO, άλλη εταιρεία μου... Τώρα οι 3 μόνο κατοικίες από τις 8 είναι τελειωμένες και κατοικημένες... Τον Μάϊο του 90 ήμουν γίγαντας. Είχα καθαρά ένα εμπορικό κέντρο στο ...... με πάνω από 30 μαγαζιά ελεύθερα, με μέσο όρο 10.000.000 αξίας το καθένα, διαμερίσματα απούλητα. Τα είχα σαν άτομο, εγγυώμουν ατομικά όλες τις πωλήσεις. Στο ..... είχα ήδη αρχίσει το έργο, ήταν κόστους 800.000.000 και τον Μάϊο του 90 οι εργασίες που είχαν γίνει ήταν κόστους 100.000.000 δρχ. Εχω κάνει τα 240.000.000 από τα οκτακόσια. Είχα δικά μου τα 14 διαμερίσματα και τις 4 μονοκατοικίες... Οι οικοπεδούχοι με κήρυξαν έκπτωτο το 95. Είχα τεράστια οικονομική επιφάνεια... Και βέβαια εκτός των ανωτέρω ο ψ7 κατέθεσεν ότι οι παθόντες είναι τουλάχιστον 2 άτομα, ο ψ8 κατέθεσεν ότι ξεγέλασε 20-30 άτομα μαζί με τους δικηγόρους τους και η ψ2 (κατέθεσεν) ότι είναι 30 τα θύματα, η δε ....... επί λέξει "κάναμε μήνυση και έφαγε 4 χρόνια". Κατά συνέπεια από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με τις προσκομισθείσες στο δικαστήριο (προηγουμένως αποδείξεις), που εξέδωσε την περατώσασα την ποινική διαδικασία ως άνω αμετάκλητη απόφαση, δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος της προαναφερομένης αξιόποινης πράξεως ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά ετέλεσε. Ούτε συντρέχει περίπτωση άρθρου 525 παρ. 1 αριθμ. 4, ως αβασίμως ισχυρίζεται ο αιτών αφού η πράξη, για την οποίαν κατεδικάσθη αμετακλήτως ο κατηγορούμενος με την απόφαση που επερατώθη η ποινική διαδικασία (και) της οποίας ζητείται η επανάληψη, είναι διάφορος της πράξεως ην αφορά η υπ' αριθμ. 4485/1997 απαλλακτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, όπως εκ των αποφάσεων αυτών προκύπτει εναργώς. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι παρόμοιαι αιτήσεις του αιτούντος από 13/10/2004 και 10/10/2006 απερρίφθησαν με τις υπ' αριθμ. 1002/2006 και 177/2007. Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Ακόμη πρέπει να απορριφθεί και το αίτημα του αιτούντος, για αναστολή εκτελέσεως της ποινής, που του επεβλήθη, δυνάμει της άνω αποφάσεως, αφού κατά την διάταξη του άρθρου 529 ΚΠοινΔ. προϋπόθεση αναστολής εκτελέσεως της ποινής, που εκτίεται δυνάμει αμετακλήτου καταδικαστικής αποφάσεως, όταν αυτή ζητείται μετά την υποβολή αιτήσεως για επανάληψη διαδικασίας, είναι η ευδοκίμηση της τελευταίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6/8/2007 αίτηση του χ1 για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία επερατώθη με την υπ' αριθ. 1756-1757/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και το αίτημα αυτού για χορήγηση αναστολής εκτελέσεως της ποινής, που επεβλήθη με την άνω απόφαση. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Απριλίου
  1. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαϊου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.