Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1272 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Αγωγή διεκδικητική, Δικαστικά έξοδα, Έλλειψη νόμιμης βάσης, Χρησικτησία. Περίληψη: Εξαιρετέος μάρτυρας. Προσδιορισμός αμέσου συμφέροντος. Μόνο η ιδιότητα του συζύγου δεν αρκεί. Μεταβίβαση ακινήτου παράγωγος και πρωτότυπος τρόπος. Προϋποθέσεις πράξεις νομής. Ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος λογίζεται ότι νέμεται για λοιπούς. Αντιποίηση νομής. Γνωστοποίηση. Γνώση συγκυρίου 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ. Πότε ιδρύεται επίφαση εκ πλαγίου παραβιάσεως 559 αρ. 8 εδ. β. Πράγμα και ο λόγος έφεσης. Δεν ιδρύεται αν ο λόγος εφέσεως απορρίφθηκε ούτε αν λήφθηκαν υπόψη περιστατικά προκύψαντα από αποδείξεις. Δικαστικά έξοδα εις βάρος του αποδεχομένου την αγωγή. Η καταψήφιση είναι συνέπεια της αρχής της ήττας και δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας. Αριθμός 1272/2015 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ’ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Διονυσία Μπιτζούνη και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Π. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Ναούμ Τζίφρα. Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζύγου Π. Ν., το γένος Δ. Τ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπυρίδωνα Τσιώτα Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γυθείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2014 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-9-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 14-1-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 400 εδ. 3, 401 εδ. 2 και 403 Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται ότι η ιδιότητα του μάρτυρα ως συζύγου ή συγγενούς κάποιου διαδίκου δεν αποτελεί λόγο εξαιρέσεως, εφόσον δεν συνδέεται και με συγκεκριμένο συμφέρον του μάρτυρα, το οποίο εξαρτάται από το αποτέλεσμα της δίκης και είναι αναγκαία συνέπεια αυτής, η συνδρομή δε τούτου εναπόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αρκούσης γι’ αυτό και της πιθανολογήσεως. Ειδικότερα με τον ισχυρισμό περί εξαιρέσεως του μάρτυρα ή μη λήψεως υπόψη της καταθέσεώς του, πρέπει να προσδιορίζεται ποιο ακριβώς είναι το συμφέρον του από την σύμβαση της δίκης στην συγκεκριμένη περίπτωση ώστε να δύναται το δικαστήριο να εκτιμήσει και διαπιστώσει την ύπαρξή του, αλλιώς η ένσταση είναι αόριστη και απορριπτέα. Εξετέρου το συμφέρον του μάρτυρα πρέπει να είναι άμεσο με την έννοια ότι το δεδικασμένο η εκτελεστότητα ή οι αντανακλαστικές συνέπειες της απόφασης αφορούν και τον μάρτυρα, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει όταν ο μάρτυρας είναι απλώς συγγενής ή σύζυγος του διαδίκου, ακόμη δε και αναγκαίος κληρονόμος του. Το τελευταίο ισχύει και όταν μετά την εξέτασή του ο μάρτυρας, λόγω κληρονομικής διαδοχής, κατέστη διάδικος. Τέλος για να μη ληφθεί υπόψη η κατάθεση εξαιρετέου μάρτυρα θα πρέπει να έχει προταθεί εγκαίρως η ένσταση εξαιρέσεως πριν από την όρκισή του. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια των διατάξεων των αριθμών 8 εδ. β και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., καθόσον το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα, από τον αναιρεσείοντα, ιδιότητα του μάρτυρα αποδείξεως, ως συζύγου της αναιρεσίβλητης και την λόγω της ιδιότητάς του αυτής αυτεπάγγελτη μη εξέτασή του ως εξαιρετέου μάρτυρα, ενώ στη συνέχεια και μετά τη διαπίστωση της ιδιότητας αυτής δεν κήρυξε άκυρη την εξέταση αυτή. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος καθόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι η ένσταση εξαιρέσεως του εν λόγω μάρτυρα και συζύγου της αναιρεσίβλητης προτάθηκε πριν από την όρκισή του, ούτε ότι προσδιορίστηκε κατά το χρόνο αυτό το άμεσο, από την έκβαση της δίκης, συμφέρον του μάρτυρα, μη αρκούσης προς τούτο, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, της ιδιότητας του μάρτυρα ως συζύγου και μόνο της αναιρεσίβλητης. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, ενώ η αιτίαση περί αυτεπάγγελτης έρευνας του συμφέροντος του μάρτυρα από την σύμβαση της δίκης είναι, κατά τα προεκτεθέντα, αβάσιμος, οι δε περιεχόμενες και στους λοιπούς λόγους της αναιρέσεως διάσπαρτες αιτιάσεις περί αποκρύψεως από την αναιρεσίβλητη και τον πληρεξούσιό της της προαναφερθείσας ιδιότητάς του μάρτυρα και περί μη διαπιστώσεως της ιδιότητάς αυτής από το δικαστήριο, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση των οικείων πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης (35/2012 Πολυμελούς Πρωτ. Γυθείου) προκύπτει ότι από τις αναφορές του μάρτυρα και του δικαστηρίου στον πεθερό και την πεθερά του μάρτυρα, ούτε αυτός και η πληρεξούσια δικηγόρος του απέκρυψαν την ως συζύγου της ενάγουσας ιδιότητά του, ούτε το δικαστήριο δεν αντιλήφθηκε την ιδιότητά του αυτή, ο δε πληρεξούσιος του εναγομένου δεν ζήτησε την εξαίρεση του εν λόγω μάρτυρα, αλλά τη στάθμιση της καταθέσεώς του, ως συζύγου της ενάγουσας, χωρίς να προσδιορίζει το τυχόν άμεσο συμφέρον του και συνακόλουθα ο ισχυρισμός του αυτός ως αόριστος και ανεπίδεκτος έρευνας βάσιμα δεν λήφθηκε υπόψη μη ιδρυομένου από την παράλειψη αυτή αναιρετικού λόγου, αφού το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει σε αλυσιτελείς και αορίστους ισχυρισμούς. Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ προκύπτει ότι παράγωγο τρόπο μεταβιβάσεως επί ακινήτου αποτελεί και η καθολική διαδοχή, από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, εφόσον ο κληρονομούμενος ήταν κύριος του ακινήτου κατά το χρόνο του θανάτου του και ο κληρονόμος αποδέχθηκε την επαχθείσα σ’ αυτόν κληρονομιά, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών. Εξ ετέρου από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1045 και 1051 του ίδιου κώδικα, συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο για μία δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με δυνατότητα του νομέα να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας, το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Άσκηση νομής αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς, πάνω σ’ αυτά πράξεις, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του, τέτοιες δε πράξεις, μεταξύ άλλων, είναι, εφόσον πρόκειται για οικία η επίβλεψη, η επίσκεψη, η χρήση, η κατοίκηση, η συντήρηση, η επισκευή, η ανοικοδόμηση βοηθητικών χώρων και εφόσον πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο η αποδοχή της κληρονομιάς και η μεταγραφή της, καθώς και η καταβολή του οικείου φόρου, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 980 ΑΚ η νομή ασκείται αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 983 του ίδιου κώδικα η νομή, ως δικαίωμα, μεταβιβάζεται αυτοδικαίως στους κληρονόμους του νομέως, από δε τις διατάξεις των άρθρων 787, 974, 980-984, 994 και 1113 ΑΚ, συνάγεται ότι ο κοινωνός, όπως και ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος ακινήτου, αν έχει στη νομή του ολόκληρο το κοινό πράγμα, λογίζεται ότι το κατέχει στο όνομα και των λοιπών κοινωνών συγκυρίων και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ’ αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία), πριν καταστήσει σ’ αυτούς γνωστό, ότι νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο της μερίδας του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα, αποκλειστικά στο όνομά του, ως κύριος, για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό. Με την ανωτέρω προϋπόθεση, δύναται ο κατέχων ολόκληρο το κοινό πράγμα να αντιτάξει κατά των λοιπών συγκυρίων την κτήση με έκτακτη χρησικτησία, της οποίας αρχίζει τρέχουσα η προθεσμία από της ως άνω γνωστοποίησης. Τέτοια γνωστοποίηση, προς τους συγκυρίους, μπορεί να γίνει είτε ρητώς, είτε σιωπηρώς, με πράξεις που φανερώνουν την ως άνω απόφαση του κατέχοντος το πράγμα συγκυρίου, ενώ η για την αντιποίηση της νομής γνώση των λοιπών συγκυρίων μπορεί να προέλθει είτε από δήλωση του αντιποιουμένου τη νομή του κοινού, είτε από οποιονδήποτε άλλον (αντιπρόσωπό τους) και αρκεί η γνώση του συγκυρίου για την αντιποίηση του κατέχοντος το κοινό από οποιονδήποτε και αν προέρχεται. Εξ ετέρου κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθεται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπταν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ο παραπάνω λόγος είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Τέλος "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική της βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, έντασης, ή αντένστασης. (Ολ.ΑΠ 25/2003). Ως "πράγματα" νοούνται και οι λόγοι εφέσεως ή αντεφέσεως, εφόσον σ’ αυτούς περιέχεται ισχυρισμός παραδεκτός, νόμιμος και ορισμένος. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο λόγος εφέσεως απορρίφθηκε, ούτε αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, όπως από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξειδικεύουν την ιστορική βάση της αγωγής ή αν έλαβε υπόψη τέτοια περιστατικά μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της, ούτε αν εκθέτει περιστατικά ως εκ περισσού, τα οποία δεν στηρίζουν το διατακτικό του. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως, σ’ αυτό, επικληθέντων και προσκομισθέντων, από τους διαδίκους, αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς τη διεκδικητική αγωγή του εξ αδιαιρέτου ποσοστού μιας οικίας της αναιρεσίβλητης κατά του συγκυρίου της οικίας αυτής και αντιποιηθέντος τη νομή της αναιρεσείοντος. "Ο Π. Π. Π. Π. κατά το χρόνο του θανάτου του (16-3-1955) ήταν κύριος νομέας και κάτοχος, εκτός των άλλων δεκαοκτώ αγρών και οικοπέδων με ή χωρίς ελαιόδενδρα, και μιας ανώγειας πέτρινης οικίας, που αποτελείται από ισόγειο όροφο - κατοικία, εμβαδού 80 τ.μ. και από πρώτο όροφο - κατοικία, ομοίως εμβαδού 80 τ.μ., είναι κτισμένη σε οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, εμβαδού 361,96 τ.μ., που βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού Νομίων του δημοτικού διαμερίσματος ... και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Ν. Π., νότια με δημοτική οδό, ανατολικά με ιδιοκτησία Ν. Π. και δυτικά με ιδιοκτησία Δ. Π.. Ο ως άνω αποβιώσας κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Π. και τις θυγατέρες του Μ. (μητέρα της ενάγουσας), Θ. (μητέρα του εναγομένου) και Ο., κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου από την καθεμία. Η Μ. Π. ασκούσε στην οικία της προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό της πράξεις νομής αυτοπροσώπως και δια των συγκληρονόμων της, μητρός της Π. και αδελφής της Ο. που διέμεναν σαυτήν, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου από τις 16-3-1955 έως τον χρόνο του θανάτου της μητρός της Π. (17-2-1977), που απεβίωσε αδιάθετη και κληρονομήθηκε από τις θυγατέρες της, ύστερα δε, αυτοπροσώπως και δια της συγκληρονόμου αδελφής της Ο., και έως τον χρόνο του θανάτου της (21-2-1978) κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου. Ειδικότερα συμμετείχε στις δαπάνες για τις εργασίες συντήρησης και επισκευής της οικίας. Συγκεκριμένα το 1968 αντικατέστησε τα πορτοπαράθυρα με σιδερένια, το 1977 προέβη στην κατασκευή εξωτερικής τουαλέτας, φρόντιζε για την επισκευή και συντήρηση της υδατοδεξαμενής (στέρνας) και διατηρούσε την οικία λειτουργική με την αγορά επίπλων, ειδών οικοσκευής και ειδών θέρμανσης (ξυλόσομπα). Εξάλλου, μετέβαινε από τον Πειραιά, όπου κατοικούσε, στον οικισμό Νόμια και διέμενε στην οικία με την οικογένειά της (τον σύζυγό της Δ. Τ. και την ενάγουσα θυγατέρα της) κάθε έτος κατά τις περιόδους των διακοπών (κάθε καλοκαίρι επί ένα με δύο μήνες, τις εορτές Χριστουγέννων και του Πάσχα), δεδομένου ότι αυτή και ο σύζυγός της ήταν δάσκαλοι και είχαν ελεύθερους τους χρόνους διακοπών των σχολείων. Η ως άνω Μ. Π. κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την ενάγουσα κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου και τον σύζυγό της Δ. Τ., κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, ο οποίος απεβίωσε στις 17-6-1978 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την ενάγουσα θυγατέρα του. Η ενάγουσα και ο πατέρας της από τις 21-2-1978 έως τις 17-6-1978, ύστερα δε η ενάγουσα έως τον Απρίλιο του 2008 ασκούσαν στην επίδικη οικία της ίδιες ως άνω πράξεις νομής, προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό της οικίας, κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά (3/12, 1/12 και 4/12 ή 1/3 εξ αδιαιρέτου αντιστοίχως). Συγκεκριμένα η ενάγουσα συνέχισε να μεταβαίνει στον οικισμό Νόμια και να διαμένει στην οικία με τον σύζυγό της και τα δύο τέκνα της τα καλοκαίρια και άλλα διαστήματα μέσα στον χρόνο (κυρίως Χριστούγεννα και Πάσχα) έχοντας τα κλειδιά της οικίας. Εξάλλου προέβαινε στις απαραίτητες εργασίες καθαρισμού της οικίας, στις αναγκαίες εργασίες συντήρησής της και στην αγορά και τοποθέτηση διαφόρων ειδών οικοσκευής (ψυγείο το έτος 1989, το οποίο αντικατέστησε με άλλο το 1999). Ακολούθως η ενάγουσα με την υπ’ αριθμ. .../20-3-2007 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον της συμβ/φου Σπάρτης Γεωργίας Αθανασούλια - Δεμπεγιώτη, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκε τις ανωτέρω κληρονομίες (πατρική και μητρική). Επομένως η ενάγουσα κατά τον άνω χρόνο (1978, ΑΚ 1199 - ΑΠ 985/08 Δνη 49-770) κατέστη κυρία της επίδικης οικίας κατά το προαναφερόμενο ποσοστό (1/3 εξ αδιαιρέτου) με παράγωγο τρόπο, ήτοι με τη μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής κληρονομίας των γονέων της, αληθινών κυρίων, οι οποίοι είχαν στη νομή τους την επίδικη οικία κατά το προαναφερόμενο ποσοστό για χρονικό διάστημα είκοσι
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.