Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1277 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Επανάληψη διαδικασίας Δέχεται. Ακυρώνει την 1375 - 1376/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Π.Ο.Π.Δ. ΑΡΙΘΜΟΣ 1277/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ1, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1375-1376/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1846/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 14/14.1.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την από 6-11-2007 αίτηση του Χ1, με την οποία ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθ. 1375-1376/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα εξής: Με την ανωτέρω απόφαση ο αιτών καταδικάσθηκε για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης κατ'εξακολούθηση (άρθρο 375 παρ. 1α και 98 Π.Κ.) σε φυλάκιση τεσσάρων
(4)μηνών η οποία ανεστάλη επί τριετία. Η απόφαση αυτή έχει καταστεί αμετάκλητη, αφού κατόπιν αιτήσεως αναιρέσεως του αιτούντος κατά της αποφάσεως αυτής, εκδόθηκε η υπ'αριθ. 325/2000 απόφαση του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου που απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως αυτής. Με την υπό κρίση από 6-11-2007 αίτηση που κατατέθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, ο ανωτέρω καταδικασθείς Χ1, ζητεί την κατ'άρθρο 525 επ. επανάληψη της διαδικασίας προς όφελός του, που περατώθηκε με την ανωτέρω σε βάρος του αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, επικαλούμενος τη συνδρομή νέων και αγνώστων στοιχείων-γεγονότων, αγνώστων στο δικαστήριο που τον δίκασε, τα οποία, κατ'αυτόν, καθιστούν φανερό ότι είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε. Κατά συνέπεια, η παρούσα αίτηση είναι τυπικά δεκτή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 527 παρ. 1 και 3 Κ.Π.Δ., και αφού στρέφεται κατά της αποφάσεως Εφετείου, νομοτύπως, κατ'άρθρο 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ., εισάγεται προς κρίση στο Δικαστήριό σας (σε Συμβούλιο). Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περιπτ. 2 του Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, στις περιπτώσεις που προβλέπονται περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο, μεταξύ των οποίων είναι και η περίπτωση του εδαφίου 2, κατά την οποία: Αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα, που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο ,που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως, καταθέσεις νέων μαρτύρων, ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία [Α.Π. (σε Συμβ.) 1717/2002, Π.Χ. ΝΓ, 642, ΑΠ 476/2005 Π.Χρ. ΝΕ/987]. Σύμφωνα με το διατακτικό της πιο πάνω καταδικαστικής αποφάσεως, για την οποία ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας, ο αιτών καταδικάσθηκε για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης, συνιστάμενη στο ότι: "Στην ...... στις 16-3-1996 και 26-7-1996, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα ολικά κινητά πράγματα, που περιήλθαν στην κατοχή της εγκαλούσας εταιρίας, "....", που εδρεύει στη ...., εισέπραξε για λογαριασμό της εταιρίας αυτής στις 16-3-96 το χρηματικό ποσό των 1.500.000 δρχ. από την εταιρία .... και στις 26-7-96 το χρηματικό ποσό των 900.000 δρχ. από την εταιρεία "...." για διαφημίσεις από την ......, δηλαδή συνολικά εισέπραξε το χρηματικό ποσό των 2.400.000 (1.500.000 + 900.000) δραχμές και δεν απέδωσε στην ανωτέρω δικαιούχο εταιρία το 60%, δηλαδή 1.440.000 δρχ., αλλά το κατεκράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα, καίτοι οχλήθηκε κατ'επανάληψη για να το επιστρέψει στην εν λόγω εταιρία". Ο αιτών ως νέα γεγονότα και αποδείξεις, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν με την υπ'αριθ. 1375-1376/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, επικαλείται τις υπ'αριθ. ....., ...., .... και ..... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνας Δημ. Καλογιάννη, τωνΓ1,Γ2, Γ3 και Γ4, αντίστοιχα, το υπ'αριθ. πρωτ. ..... έγγραφο του Περιφερειακού ΙΚΑ Θεσσαλονίκης, την υπ'αριθ. ..... απόφαση Τ.Δ.Ε. Περιφερειακού Υποκαταστήματος ΙΚΑ Θεσσαλονίκης και την υπ'αριθ. 1724/2000 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Τμήματος Ε' Τριμελούς. Τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο αιτών εργάζονταν στον τηλεοπτικό σταθμό ".......", ιδιοκτησίας της εγκαλούσας εταιρίας "....." το χρονικό διάστημα από 1-6-1993 έως 31-5-1996 ως δημοσιογράφος και παρουσιαστής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και μηνιαίο μισθό 200.000 δρχ. και ότι είχε ληξιπρόθεσμη αξίωση για δεδουλευμένους καθυστερούμενους μισθούς και επιδόματα συνολικού ποσού που υπερέβαινε κατά πολύ το ποσό των 1.440.000 δραχμών, για την υπεξαίρεση του οποίου καταδικάσθηκε και ότι άσκησε αυτός το δικαίωμά του της επισχέσεως του πιο πάνω ποσού, έναντι της ληιπρόθεσμης απόκτησής του κατά της εγκαλούσας εταιρείας, δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο που τον καταδίκασε, διότι δεν είχαν τεθεί υπόψη του τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία κατά την εκδίκαση της υποθέσεως. Αν δε είχαν τεθεί τα γεγονότα αυτά και οι πιο πάνω αποδείξεις υπόψη του, είναι φανερό ότι θα οδηγούνταν το δικαστήριο αυτό σε απαλλακτική κρίση για τον αιτούντα, διότι εδικαιούτο αυτός, κατ'εφαρμογή του άρθρου 325 του ΑΚ, να αρνηθεί την απόδοση του παραπάνω ποσού για το οποίο καταδικάσθηκε ότι υπεξαίρεσε, ωσότου η εγκαλούσα εταιρεία ικανοποιήσει την μνημονευόμενη αξίωσή του. Στην περίπτωση δε αυτή δεν υπάρχει το απαραίτητο για την θεμελίωσή του από το άρθρο 375 παρ. 1 Π.Κ. προβλεπομένου και τιμωρουμένου εγκλήματος της υπεξαίρεσης υποκειμενικό στοιχείο του δόλου (ΑΠ 686/2004 Π.Χρ. ΝΕ'/234). Πρέπει λοιπόν κατ'ακολουθία των παραπάνω εκτιθεμένων να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και μη ούσης αναγκαίας της επ'ακροατηρίω συζητήσεως της υποθέσεως, αφού το αδίκημα της υπεξαίρεσης σε βαθμό πλημμελήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αιτών, υπέπεσε στην οκταετή παραγραφή, τελεσθέν το έτος 1996 (άρθρα 111 παρ. 1 και 3 Π.Κ.), να αποφανθεί το Δικαστήριό σας την οριστική παύση της ποινικής διώξεως του αιτούντος. Για τους λόγους αυτούς--------------------- Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να γίνει δεκτή η από 6-11-2007 αίτηση το Χ1 για επανάληψη της διαδικασίας εφής εξεδόθη η υπ'αριθ. 1375-1376/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, να ακυρωθεί η απόφαση αυτή και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη του αιτούντος λόγω παραγραφής. Αθήνα 9-12-2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο αυτό και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό, ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, νέα γεγονότα ή αποδείξεις είναι εκείνα που ήταν άγνωστα στο δικαστήριο που τον καταδίκασε, ώστε να μη μπορεί να τα προβάλει, γιατί αν ήταν γνωστά, έπρεπε να είχαν προβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ασχέτως αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως, καταθέσεις συμπληρωματικές, διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά, με την προϋπόθεση, ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες, που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση με την οποία ο αιτών ζητεί την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την με αριθ. 1375-1376/1999 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης γιατί μετά την καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέες αποδείξεις που καθιστούν φανερό ότι είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, αρμοδίως δε και παραδεκτώς, κατά τα άρθρα 527 παρ. 1, 3 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ, φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Συμβουλίου τούτου και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω από ουσιαστική άποψη. Στην προκείμενη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με τη 1375-1376/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, αφού η κατ' αυτής ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε με τη 325/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο αιτών Χ1, δημοσιογράφος, κηρύχθηκε ένοχος για απάτη κατ' εξακολούθηση και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τεσσάρων
(4)μηνών η οποία ανεστάλη επί τριετία . Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το διατακτικό της παραπάνω απόφασης ο αιτών κηρύχθηκε ένοχος του ότι "στην ..... στις 16.3.96 και 26.7.1996 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα ολικά κινητά πράγματα, που περιήλθαν στην κατοχή της εγκαλούσας εταιρείας ''......'', που εδρεύει στη .... , εισέπραξε για λογαριασμό της εταιρείας αυτής στις 16.3.96 το χρηματικό ποσό των 1500.000 δρχ. από την εταιρεία ..... και στις 26.7.96 το χρηματικό ποσό των 900.000 δ.ρ.χ. από την εταιρεία ...... για διαφημίσεις από την ......, δηλαδή συνολικά εισέπραξε το χρηματικό ποσό των 2.400.000 (1.500.000 + 900.000) δραχμές και δεν απέδωσε στην ανωτέρω δικαιούχο εταιρεία το 60%, δηλαδή 1.440.000 δρχ.,αλλά το παρακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα ,καίτοι οχλήθηκε κατ' επανάληψη για να το επιστρέψει στην εν λόγω εταιρεία". Στο σκεπτικό δε της ως άνω απόφασης ,διαλαμβάνονται για τον αιτούντα τα εξής : "Ο κατηγορούμενος Χ1, κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος με πρόθεση ιδιοποιήθηκε ξένα ολικά κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή του κατά τον κατωτέρω αναφερόμενο τρόπο. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος αυτός, ενεργώντας με την ιδιότητα του ως διαφημιστή της εγκαλούσας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ''....... ΕΠΕ'' και το διακριτικό τίτλο '' ..... ΕΠΕ'',εισέπραξε για λογαριασμό της εταιρείας αυτής στις 16-3-1996 από την εταιρεία '' .....'' το ποσό των 1500.000 δ.ρ.χ. και την 26-7-1996 από την εταιρεία '' .......'' το ποσό των 900.000 δ.ρ.χ. και συνολικώς το ποσό των 2.400.000δ.ρ.χ. που όφειλαν στην εταιρεία αυτή από διαφημίσεις, τις οποίες είχε πραγματοποιήσει ο εν λόγω κατηγορούμενος δια του καναλιού της '' ......... ΕΠΕ''. Από το ποσό αυτό, κατά τη συμφωνία του κατηγορουμένου αυτού με το νόμιμο εκπρόσωπο της ως άνω εταιρείας συγκατηγορούμενό του ......, ο μεν κατηγορούμενος Χ1 δικαιούτο το 40%, ήτοι 960.000 δρχ., ως αμοιβή για την εξεύρεση των διαφημισθεισών ως άνω εταιρειών και την πραγματοποίηση των διαφημίσεων, η δε εταιρεία'' ....... ΕΠΕ'' ΤΟ 60% επί του εν λόγω ποσού, ήτοι 1.440.000 δρχ. για την πραγματοποίηση των διαφημίσεων αυτών δια μέσου του καναλιού της. Ο κατηγορούμενος όμως Χ1 δεν απέδωσε στην εγκαλούσα εταιρεία το ποσό των 1.440.000 δρχ, όπως είχε υποχρέωση από τη σχετική συμφωνία του με αυτή, παρά τις κατ' επανάληψη οχλήσεις της τελευταίας, αλλά κατακράτησε τούτο χωρίς δικαίωμα με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Επομένως, ο κατηγορούμενος αυτός πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση ποσού 1.440.000 δρχ.(άρθρ. 375 παρ. 1α Π.Κ.". Ήδη ο αιτών ισχυρίζεται με την κρινόμενη αίτησή του ότι μετά την αμετάκλητη καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στο Εφετείο που τον καταδίκασε γεγονότα και αποδείξεις, τα οποία σε συνδυασμό με όσα είχαν προσκομισθεί αρχικά καθιστούν φανερό ότι είναι αθώος για την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε. Ειδικότερα ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει 1) την 1724/2000 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία αφού δέχθηκε ότι ο αιτών απασχολήθηκε με σχέση εξαρτημένης εργασίας από την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνύμία ''...... ΕΠΕ'' ως συντάκτης και παρουσιαστής εκπομπής κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-1993 έως 31-5-1996 εργαζόμενος 22 ημέρες το μήνα με αποδοχές μέχρι 31.8.95 200.000 δρχ. μηνιαίως και από 1-9-1995 150.000 δρχ μηνιαίως στη συνέχεια απέρριψε την προσφυγή της δευτέρας με την οποία ζητούσε την ακύρωση της ...... αποφάσεως της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης του ΙΚΑ, με την οποία απορρίφθηκε ένστασή της κατά της .... πράξεως επιβολής εισφορών και της ..... πράξεως επιβολής πρόσθετης επιβαρύνσεως εισφορών του ιδίου υποκαταστήματος με τις οποίες επιβλήθηκαν σε βάρος της εισφορές υπέρ ΙΚΑ-ΤΕΑΜ ποσού 6.927.300 δρχ. και πρόσθετη επιβάρυνση εισφορών σε ποσοστό 50% επ 'αυτών για την ασφαλιστική τακτοποίηση των απασχοληθέντων από αυτήν μεταξύ των οποίων και ο αιτών ,και 2) τις με αριθ. ...., ...., .... και ..... ένορκες βεβαιώσεις των Γ3, Γ4, Γ1, και Γ2, αντίστοιχα, που έγιναν ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνας Καλογιάννη, με τις οποίες αυτοί, μεταξύ άλλων, βεβαιώνουν ρητά και κατηγορηματικά α) ότι ο αιτών από 1-6-1993 έως 31-5-1996 εργάζονταν στον τηλεοπτικό σταθμό "......." ως δημοσιογράφος και παρουσιαστής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και μηνιαίο μισθό 200.000 δρχ, β)ο τηλεοπτικός σταθμός δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα στον αιτούντα τους συμφωνημένους μισθούς και επιδόματα και του όφειλε χρηματικό ποσό πολαπλάσιο των 1.440.000δρχ και γ) ο αιτών το χρηματικό ποσό των 1.440.000 δρχ που αντιστοιχούσε στο ποσοστό 60% για διαφημίσεις στην εκπομπή του και έπρεπε να αποδώσει στον τηλεοπτικό σταθμό "......." δεν το ιδιοποιήθηκε παράνομα ,αλλά έχοντας ως εργαζόμενος στον τηλεοπτικό σταθμό ληξιπρόθεσμη αξίωση για δεδουλευμένους -καθυστερούμενους μισθούς αρνήθηκε να το αποδώσει, συμψηφίζοντάς το. Με τα δεδομένα αυτά, η μετά τη δημοσίευση της 1375-1376/1999 καταδικαστικής αποφάσεως αποκάλυψη της ύπαρξης της παραπάνω αποφάσεως και των ένορκων βεβαιώσεων των ως άνω μαρτύρων, που αφορούν τον αιτούντα κατηγορούμενο αποτελούν νέα στοιχεία, τα οποία ήταν άγνωστα στους δικαστές του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που εξέδωσαν την εν λόγω απόφαση και τα οποία, εκτιμώμενα σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί στο Δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό (και όχι απλώς πιθανό) ότι ο αιτών είναι αθώος της αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση για την οποία καταδικάστηκε καθόσον στην περίπτωση αυτή άσκησε νόμιμο δικαίωμα (325 Α.Κ.) και δεν υπάρχει το απαραίτητο για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως υποκειμενικό στοιχείο του δόλου. Ενόψει αυτών ο επικαλούμενος λόγος για επανάληψη της διαδικασίας είναι βάσιμος και συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Όμως, δεν κρίνεται αναγκαία η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης αυτής στο ακροατήριο άλλου ομοιόβαθμου Δικαστηρίου, γιατί το αξιόποινο των κατ' εξακολούθηση τελεσθεισών στις 16.3.1996 και 26-7-1996 από τον αιτούντα πράξεων υπεξαιρέσεως , λόγω του πλημμεληματικού της χαρακτήρα, έχει εξαλειφθεί, σύμφωνα με τα άρθρα 111 παρ. 1 και 2, 112 και 113 παρ. 2 και 3 του ΠΚ, αφού από τους μνημονευόμενους χρόνους τέλεσης των πράξεων αυτών και μέχρι σήμερα έχει συμπληρωθεί ο από το νόμο καθοριζόμενος συνολικός, από οκτώ έτη, χρόνος παραγραφής, στον οποίο υπολογίζεται και ο από τρία έτη χρόνος αναστολής της παραγραφής. Συνεπώς, πρέπει να παύσει οριστικώς (άρθρο 370 περ. β' ΚΠοινΔ) η κατά του αιτούντος κατηγορούμενου ασκηθείσα ποινική δίωξη για την προαναφερόμενη, κατ' εξακολούθηση τελεσθείσα πράξη υπεξαιρέσεως . ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 6-11-2007 αίτηση του Χ1, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 1375-1376/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη. Ακυρώνει την υπ' αριθ. 1375-1376/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του ανωτέρω αιτούντος για τις πράξεις της υπεξαιρέσεως, που φέρονται ότι τελέσθηκαν κατ' εξακολούθηση στη ......, στις 16.3.1996 και 26-7-1996, σε βάρος της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ''........ ΕΠΕ''. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Απριλίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαϊου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ