Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 128 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Τραπεζική επιταγή. Περίληψη: Απόρριψη αναιρέσεως του καταδικασθέντος για έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατηγορουμένου, διότι δεν εστερείτο η προσβαλλόμενη αιτιολογίας, καθόσον παρετίθοντο τα στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως της άνω αξιοποίνου πράξεως και δεν υποχρεούται να απαντήσει ειδικώς το Δικαστήριο της ουσίας, στον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι υπήρχε αοριστία και απροσδιοριστία του λήπτη της επιταγής ως εκ της αναγραφής δύο ονομάτων στην επιταγή, σε διαταγή των οποίων εφέρετο αυτή εκδοθείσα, δεν είναι στα τυπικά στοιχεία που πρέπει να αναφέρονται για να υπάρχει έγκυρη επιταγή ως προϋπόθεση του αδικήματος του άρθρου 79 Ν. 5960/1933 το όνομα του λήπτη της επιταγής ούτε συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις να προβληθεί από τον κατηγορούμενο ότι θεωρούσε άκυρη την άνω επιταγή για να εκτιμηθεί ότι ενήργησε τελών σε νομική πλάνη. Αριθμός 128/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Σαράκη, για αναίρεση της 1200/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου, με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αγρινίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 328/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 79 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972 μετά και την προσθήκη παραγράφου ... αυτό με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. α' του ν. 2408/1996, όποιος εκδίδει επιταγή, που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο εκδόσεως ή πληρωμής της επιταγής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η ποινική δίωξη ασκείται κατόπιν εγκλήσεως του κομιστή που δεν πληρώθηκε, όντως αδιαφόρου αν αυτός είναι ο τελευταίος εξ οπισθογραφήσεως κομιστής που εμφάνισε την επιταγή προς πληρωμή ή αν αυτός έγινε κομιστής αυτής, αφού πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος (Ολ. ΑΠ 23 και 24/2007). Περαιτέρω κατά το άρθρο 28 του ιδίου νόμου η επιταγή είναι πληρωτέα εν όψει, κάθε δε αντίθετη μνεία θεωρείται ως μη γεγραμμένη και κατά το άρθρο 29 εδαφ. α' και δ' του ιδίου νόμου η επιταγή εμφανίζεται προς πληρωμή εντός προθεσμίας οκτώ ημερών, αφετηρία δε της προθεσμίας είναι η επί της επιταγής, ως χρονολογία εκδόσεως, αναγραφόμενη ημέρα. Από τις άνω διατάξεις προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και γι' αυτό απαιτείται για τη στοιχειοθέτησή του, αντικειμενικώς αφ' ενός έκδοση έγκυρης επιταγής, που συντελείται με τη συμπλήρωση των στοιχείων που προβλέπονται από το νόμο επί του εντύπου της επιταγής, υπογραφή του εκδότη στη θέση υπογραφής εκείνου που την εκδίδει, αδιαφόρως του εάν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρείας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρείας εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, τόσο κατά το χρόνο έκδοσης όσο και κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή. Υποκειμενικώς απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση του άνω εγκλήματος γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως της έκδοσης δηλαδή επιταγής που είναι ακάλυπτη, αρκούντος του απλού (ή ενδεχόμενου) δόλου και δεν απαιτείται άμεσος δόλος με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξεως. Από το συνδυασμό περαιτέρω των διατάξεων των άρθρων 1 και 2 του ν. 5960/1933), σαφώς προκύπτει, ότι επιταγή είναι έγκυρη όταν περιέχει α)την ονομασία επιταγή μέσα στο κείμενο, 2)την εντολή προς πληρωμή ορισμένου ποσού, 30το όνομα εκείνου που πρέπει να πληρώσει (πληρωτής), 4)τη σημείωση του τόπου πληρωμής, 5)τη σημείωση της χρονολογίας και του ποσού εκδόσεως της επιταγής και 6)την υπογραφή αυτού που την εκδίδει (εκδότης). Η επιταγή είναι αυστηρά τυπικό αξιόγραφο και γι' αυτό αν λείπει ένα από τα ως άνω τυπικά στοιχεία, το οποίο δεν είναι από εκείνα που ο νόμος (άρθρ. 2 ν. 5960/1933) καθορίζει ότι μπορούν να λείπουν (τόπος πληρωμής, περισσότεροι τόπος πληρωμής, τόπος εκδόσεως), δεν ισχύει ως επιταγή, δηλαδή η επιταγή είναι άκυρη. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το έγκυρο της επιταγής ως στοιχείο του αδίκου της πράξεως της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από το εάν λήπτης της επιταγής είναι τρίτο πρόσωπο ή εξεδόθη με τη ρήτρα σε διαταγή του ιδίου του εκδότη. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας, ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις αρκεί να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή τη μείωσή της, καθώς και στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Εξ άλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής του, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αγρινίου, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής με το ελαφρυντικό από το άρθρο 84 παρ. 2α' ΠΚ και τον καταδίκασε σε φυλάκιση δώδεκα
(12)μηνών ανασταλείσα επί τριετία. Για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στο Αγρίνιο στις ..., με πρόθεση, εξέδωσε ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "Χ Ο.Ε.Β.Ε" την υπ' αριθμό ... επιταγή, πληρωτέα στην ... Τράπεζα, ποσού 4.000.000 δρχ. (11738,81 ευρώ), που αν και εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα στην πληρώτρια Τράπεζα στις ... προς πληρωμή από την εγκαλούσα και νόμιμη κομίστρια αυτής Ψ, δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη. Προηγουμένως το δικαστήριο της ουσίας έκρινε απορριπτέους τους προβληθέντες με έγγραφο σημείωμα που κατατέθηκε στα πρακτικά και αναπτυχθέντες και προφορικώς από το συνήγορο υπεράσπισης του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ισχυρισμούς για ακυρότητα της άνω επιταγής από το ότι ανεγράφετο στην άνω επιταγή και άλλος λήπτης Ζ σε διαταγή του οποίου είχε εκδοθεί αυτή, στην οποία στη συνέχεια προσετέθη η ρήτρα εμού του ιδίου, υπό την έννοια ότι εξεδίδετο η εν λόγω επιταγή σε διαταγή της εκδότριας εταιρείας Χ ΟΕΒΕ, για λογαριασμό της οποίας υπεγράφη από τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, στη θέση του εκδότη, η εν λόγω επιταγή και δεν είχε συναινέσει ο άνω αρχικός λήπτης στην έκδοση της επιταγής σε διαταγή και άλλου ούτε την οπισθογράφησε εκτός από τον ήδη αναιρεσείοντα και ο Ζ, με συνέπεια από αυτήν την άτακτη οπισθογράφηση να μην είναι δυνατό να εξακριβωθεί η ταυτότητα του προσώπου του λήπτη κατά τρόπο αναμφίβολο και να είναι άκυρος ο τίτλος άλλως να απαιτείται η σύμπραξη όλων των περισσοτέρων αναφερομένων ως δικαιούχων αρχικών ληπτών στην οπισθογράφηση της επιταγής για την περαιτέρω νόμιμη κυκλοφορία της και για την άσκηση των δικαιωμάτων από την επιταγή και έτσι να μη νομιμοποιείται η εγκαλούσα. Από όσα ορίζονται στο άρθρο 5 του ν. 5960/1933 για το ότι η επιταγή δύναται να ορισθεί πληρωτέα σε πρόσωπο κατονομαζόμενο με ή χωρίς ρητή ρήτρα σε διαταγή ή με ρήτρα όχι σε διαταγή ή με ρήτρα ισοδύναμη ή πληρωτέα στον κομιστή και ότι η επιταγή χωρίς σημείωση του δικαιούχου ισχύει ως επιταγή στον κομιστή σε συνδυασμό με αυτά που αναφέρονται στα άρθρα 1 και 2 ν. 5960/1933 συνάγεται ότι η μνεία του ονόματος του λήπτη δεν αναφέρεται στα αναγκαία τυπικά στοιχεία της επιταγής αλλά ανήκει στα δυνητικά στοιχεία της, ότι ο εκδότης μπορεί να ορίσει περισσότερους λήπτες της επιταγής και μάλιστα είτε διαζευτικώς (οπότε ο πληρωτής απαλλάσσεται πληρώνοντας στον έναν από αυτούς, είτε αθροιστικώς (οπότε απαιτείται η από κοινού σύμπραξη όλων για την άσκηση των εκ του τίτλου δικαιωμάτων) και ότι το πρόσωπο του κατανομαζόμενου λήπτη που μπορεί να είναι και ο ίδιος ο εκδότης του τίτλου πρέπει να προκύπτει από το σώμα της επιταγής κατά τρόπο ευδιάκριτο χωρίς να γεννώνται αμφιβολίες ως προς το πρόσωπό του. Από την επιτρεπτή επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο, στα πλαίσια ελέγχου του βασίμου των λόγων αναιρέσεως, της επιταγής που είναι στη δικογραφία προκύπτει ότι διαλαμβάνονται σ' αυτήν όλα τα άνω υποχρεωτικά στοιχεία, που κατ' άρθρο 1 ν. 5960/1933 απαιτείται να αναφέρονται για να είναι έγκυρη ως επιταγή και σε σχέση με το πρόσωπο στο οποίο έπρεπε να πληρωθεί η επιταγή διαπιστώνεται ότι επρόκειτο για επιταγή με τη ρήτρα σε διαταγή εμού του ιδίου δηλαδή της εταιρείας Χ ΟΕΒΕ, ως νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας υπό την επωνυμία της είχε υπογράψει στη θέση του εκδότη ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος, είχαν διαγράψει δε από τον ίδιο τον ήδη αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο οι επί του σώματος της επιταγής εν συνεχεία της ενδείξεως "σε διαταγή" αναγραφόμενες λέξεις "Ζ" διότι αμέσως μετά από τις διαγραφείσες αυτές λέξεις είχε θέσει ο ήδη αναιρεσείων τις λέξεις "εμού του ιδίου" και δίπλα από αυτές την υπογραφή του, προέκυπτε επομένως από τον έλεγχο της επίμαχης επιταγής ότι από τον κατηγορούμενο που είχε υπογράψει ως εκπροσωπών την εταιρεία "Χ ΟΕΒΕ" στη θέση του εκδότη έγινε κατά διόρθωση προσδιορισμός της εκδότριας του τίτλου εταιρείας ως του προσώπου στο οποίο έπρεπε να πληρωθεί η επιταγή καθώς επίσης και ότι οπισθογράφησε στη συνέχεια ο ήδη αναιρεσείων ως νόμιμος εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρείας υπό την εταιρική επωνυμία της και ότι η εγκαλούσα που είναι η τελευταία που την υπογράφει και εμφάνισε στην πληρώτρια τράπεζα στις 2/3/2001 χωρίς να πληρωθεί λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων ήταν νόμιμη κομίστρια της μετά την μεταβίβαση με λευκή οπισθογράφηση της εν λόγω επιταγής από την εταιρεία Χ ΟΕΒΕ, νομίμως εκπροσωπουμένη από τον ήδη αναιρεσείοντα που είχε θέσει την υπογραφή του και στη θέση πρώτης οπισθογράφησης υπό την εταιρική επωνυμία. Είχε ολοκληρωθεί επομένως η έκδοση έγκυρης επιταγής κατά τον χρόνο τέλεσης της αποδιδομένης στον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο πράξεως της παραβάσεως του άρθρου 79 ν. 5960/1933 και είχε χωρήσει παράδοση του τίτλου ως επιταγής σε διαταγή του εκδότη προς την κομίστρια με λευκή οπισθογράφηση από τον κατηγορούμενο ως νομίμως εκπροσωπούντα την εκδότρια ομόρρυθμη εταιρεία. Διευκρινίζεται δε όπως προκύπτει από όσα δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η εγκαλούσα εμφάνισε την επιταγή αυτή στην πληρώτρια τράπεζα και ιδία υπέβαλε την έγκληση όσον αφορά την έκδοση της άνω επιταγής που δεν πληρώθηκε αν και εμφανίσθηκε εμπροθέσμως στην πληρώτρια τράπεζα, από το ότι δε αυτή ήταν κάτοχος του σώματος της επιταγής που μεταβιβάσθηκε με λευκή οπισθογράφηση έπεται και ότι ήταν δικαιούχος της επιταγής χωρίς να απαιτείται δήλωση στο σώμα της επιταγής για την περί μεταβιβάσεως βούληση, όπως προκύπτει από όσα ορίζονται στο άρθρο 14 ν. 5960/1933 για την δυνατότητα να μεταβιβασθεί με οπισθογράφηση επιταγή εκδοθείσα ως πληρωτέα υπέρ κατανομαζομένου προσώπου μετά ή άνευ ρήτρας εις διαταγή, στο άρθρο 16 του ιδίου νόμου για τον τρόπο οπισθογράφησης και τη δυνατότητα να μη σημειώνεται ο δικαιούχος στον οποίο οπισθογραφείται αρκεί να γράφεται στο οπίσθιο μέρος της επιταγής ή επί προσθέματα και στο άρθρο 17 του ιδίου νόμου για το ότι η οπισθογράφηση μεταβιβάζει πάντα τα εκ της επιταγής δικαιώματα. Συνακόλουθα με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά την ανωτέρω έννοια ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και δεν υπερέβη την εξουσία του δεχόμενο ότι η εγκαλούσα ως νόμιμη κομίστρια αυτής της επιταγής που την εμφάνισε προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα υπέβαλε την έγκληση για την έκδοση αυτής της ακάλυπτης επιταγής απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του ήδη αναιρεσείοντος ότι δεν ενομιμοποιείτο στην υποβολή της εγκλήσεως λόγω μη νομίμου θέσεως σε κυκλοφορία της επιταγής αυτής ορθώς δε εφάρμοσε το δικαστήριο την προαναφερόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 5960/1933 στην οποία υπήγαγε τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Δεν ήταν υποχρεωμένο το δικαστήριο να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη του ισχυρισμού του ήδη αναιρεσείοντος ότι ήταν άκυρη η επίμαχη ακάλυπτη επιταγή από το ότι δεν ήταν δυνατό να εξακριβωθεί η ταυτότητα του λήπτη κατά τρόπο αναμφίβολο και ότι άλλως έπρεπε να οπισθογραφηθεί αυτή και από τον αναφερόμενο ως λήπτη Ζ για να επάγεται έννομες συνέπειες, καθόσον πέραν του ότι στηριζόταν επί αναληθούς προϋποθέσεως, αφού προέκυπτε σαφώς ότι με την προαναφερθείσα διορθωτική ενυπόγραφη επί του σώματος της επιταγής επέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος προέκυπτε ότι ως λήπτης της επιταγής ορίσθηκε μόνον η εκδότρια αυτής ομόρρυθμη εταιρεία υπό την εταιρική επωνυμία της οποίας είχε τεθεί στη θέση του εκδότη του τίτλου υπογραφή από τον ήδη αναιρεσείοντα ως νόμιμο εκπρόσωπό της δεν αφορούσαν οι ελλείψεις και τα αναφερόμενα ελαττώματα σε τυπικά στοιχεία της επιταγής από εκείνα που απαιτεί ο νόμος ότι δεν μπορούν να λείπουν από τον τίτλο για να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρου 79 παρ. 1 ν. 5960/1933 και δεν ήταν δυνατό να στοιχειοθετηθεί ούτε ισχυρισμός ότι υπελάμβανε ο κατηγορούμενος ότι η εκδοθείσα έγκυρη επιταγή ήταν άκυρη για να κριθεί κατά το άρθρο 31 παρ. 2 ΠΚ περί μη καταλογισμού της πράξεως στον δράστη λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και ότι η πλάνη του αυτή ήταν συγγνωστή, τις προϋποθέσεις εφαρμογής του οποίου, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με τις οποίες υποστηρίζει τα αντίθετα και πρέπει κατ' ακολουθίαν να απορριφθούν οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και κατ' εκτίμηση και από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' για υπέρβαση εξουσίας. Από το άρθρο 369 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον Εισαγγελέα, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του, δεν μπορεί όμως να επεκταθεί στο θέμα, της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο. Περαιτέρω από το άρθρο 371 παρ. 3 εδαφ. β' Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι, αφού κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος γίνεται αμέσως συζήτηση για την ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί και για τις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι κατά τη συζήτηση για την ενοχή του κατηγορουμένου δεν επιτρέπεται στον πολιτικώς ενάγοντα να επεκταθεί σε θέματα ποινής, ενώ, μετά την κήρυξη της ενοχής του δίνεται ο λόγος μόνο όταν γίνεται συζήτηση για τις απαιτήσεις του και όχι όταν γίνεται συζήτηση για την ποινή που θα επιβληθεί. Η παραβίαση των διατάξεων αυτών, όμως, με τη διατύπωση γνώμης του πολιτικώς ενάγοντος, σε θέματα ποινής δεν συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, καθόσον δεν παραβιάζονται οι διατάξεις που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου (άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' Κ.Ποιν.Δ) ούτε υπάγεται η περίπτωση αυτή στις άλλες περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις απόλυτης ακυρότητας των άρθρων 170 παρ. 2 και 171 Κ.Ποιν.Δ. Κατά συνέπεια και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση για απόλυτη ακυρότητα από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ από το ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της πολιτικώς ενάγουσας, μετά τη πρόταση του Εισαγγελέα ως προς το ύψος της επιβλητέας στον κηρυχθέντα ένοχο ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, έλαβε τον λόγο και ζήτησε να επιβληθεί η μεγαλύτερη ποινή για τον κατηγορούμενο είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Απορριπτομένων, επομένως, όλων των λόγων αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30 Ιανουαρίου 2009, αίτηση του Χ, για αναίρεση της 1200/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου
- Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου
- Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ