← Ελλάδα

ΑΠ 1287/2008 — Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή, Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1287 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή, Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική. Περίληψη: Πότε είναι αιτιολογημένη η έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως. Ορθώς το δικαστήριο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως αιτιολογίας την έφεση του Εισαγγελέα κατά πρωτόδικης αθωωτικής αποφάσεως. Απορρίπτεται ο λόγος περί υπέρβασης εξουσίας από τη μη απόρριψη αυτή και την εν συνεχεία έρευνα της υποθέσεως κατ’ ουσίαν. Αναιρείται εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, λόγω ελλείψεως αιτιολογίας, διότι δεν διευκρινίζεται αν ο κατηγορούμενος ήταν διαχειριστής ή ομόρρυθμος εταίρος της ετερόρρυθμης εταιρίας, στα βιβλία της οποίας έγινε η καταχώριση των εικονικών φορολογικών στοιχείων Αριθμός 1287/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Νικόλαο Ζαΐρη (ορισθέντα με την υπ' αριθ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Νικόλαο Λεοντή (ορισθέντα με την υπ' αριθ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θωμά, περί αναιρέσεως της 1237/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειο-δικείου Ηλείας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηλείας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29.10.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1919/

  1. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 2 και 498 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Προκειμένου, ειδικότερα, για έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, η διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 19 του Ν. 2408/1996, ορίζει ότι "η άσκηση εφέσεως από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αιτιολόγηση της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου και πρέπει να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη των λόγων της, δηλαδή, πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές και νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση (Ολ. ΑΠ 9/2005). Αν η έφεση του Εισαγγελέα δεν έχει τέτοια αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, την κρίνει παραδεκτή και ακολούθως, εξετάζοντας την ουσία της υποθέσεως, καταλήγει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση της εξουσίας του, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με τις 1922 και 1923/2005 αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηλείας, κηρύχθηκε αθώος ο ήδη αναιρεσείων - κατηγορούμενος για την πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, με την τυπική αιτιολογία και στις δύο περιπτώσεις ότι από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα "το Δικαστήριο δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και γι' αυτό το λόγο πρέπει να κηρυχθεί αθώος". Κατά των αθωωτικών αυτών αποφάσεων ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Ηλείας άσκησε εμπροθέσμως εφέσεις, τις οποίες συνεκδίκασε και δέχθηκε τυπικώς το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηλείας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, το οποίο στη συνέχεια, αφού εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, με την προσβαλλόμενη 1237/2007 απόφασή του και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως 18 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική. Στις εκθέσεις που συντάχθηκαν για τις ανωτέρω εφέσεις από τον αρμόδιο γραμματέα του Πρωτοδικείου Ηλείας, με αριθμούς 287 και 288/2005, τις οποίες παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την εξέταση του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, αναφέρεται, αντιστοίχως, ότι ο εν λόγω Εισαγγελέας ασκεί έφεση "διότι το Δικαστήριο δεν εκτίμησε σωστά τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, καθώς από τα έγγραφα της δικογραφίας σαφώς προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε και καταχώρησε εικονικά τιμολόγια συνολικής αξίας 70637 ευρώ του Γ
  2. Αυτό προκύπτει σαφώς από την από ........ έκθεση ελέγχου ΣΔΟΕ. Συνεπώς, ήταν εσφαλμένη η αθώωσή του" και "διότι το Δικαστήριο δεν εκτίμησε σωστά τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όπως προέκυψαν από το υλικό της δικογραφίας και την κατάθεση του μάρτυρα ελεγκτή ........, ο οποίος σαφώς κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος απεδέχθη πλαστά - εικονικά τιμολόγια συνολικής αξίας 239.028.000 δρχ. ή 701.476,15 ευρώ, για τα οποία οι φερόμενες συναλλαγές ήταν ανύπαρκτες. Αυτό προκύπτει από την από ...... έκθεση ελέγχου, αλλά και διασαφηνίστηκε από τον παραπάνω μάρτυρα στο ακροατήριο. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος". Έτσι όπως διατυπώθηκαν οι εφέσεις αυτές, περιέχουν την από τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠοινΔ απαιτούμενη για την άσκησή τους ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση, αφού εκτίθεται σ' αυτές συγκεκριμένη πλημμέλεια της κατά περίπτωση αθωωτικής αποφάσεως, περί την εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Κατόπιν αυτών το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηλείας, το οποίο έκρινε ως τυπικά δεκτές τις εν λόγω εφέσεις του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ηλείας και επιλήφθηκε της κατ' ουσίαν έρευνας αυτών, δεν υπερέβη την εξουσία του, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 4 του Ν.2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται ότι τελέσθηκε η εν προκειμένω φοροδιαφυγή, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν.3220/2004, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών, εικονικό δε είναι το στοιχείο που εκδίδεται, εκτός άλλων περιπτώσεων, για συναλλαγή ανύπαρκτη, στο σύνολό της ή εν μέρει. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του ίδιου νόμου, αυτουργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής στις ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες εταιρίες θεωρούνται οι ομόρρυθμοι εταίροι ή διαχειριστές αυτών. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηλείας, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, που τη στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος, στον ...... της Ηλείας Α) κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2001 έως 30.7.2001, τυγχάνων εργολάβος δημοσίων έργων, αποδέχθηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία για να αποφύγει την πληρωμή φόρου και ειδικότερα δέχθηκε στην κατοχή του και καταχώρησε στα βιβλία του επτά τιμολόγια εκδόσεως Γ1 συνολικής αξίας 24.069.500 δρχ. ή 70.637 ευρώ, τα οποία ήταν εικονικά γιατί εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους και ειδικότερα τα τιμολόγια υπ' αριθμούς .... αξίας 3.627.500 δρχ., 2) .... αξίας 3.566.000 δρχ., 3) .... αξίας 3.033.500 δρχ., 4) .... αξίας 3.691.000 δρχ., 5) ..... αξίας 3.278.000 δρχ., 6) ...... αξίας 3.621.000 δρχ. και 7) ..... αξίας 3.252.500 δρχ. και Β) Κατά το διάστημα των ετών 2000 και 2001, υπεύθυνος τυγχάνοντας της ΕΕ εταιρίας με την επωνυμία "......... ΕΕ" και αντικείμενο εργασιών χωματουργικές εργασίες, με πολλές πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος αποδέχθηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία με σκοπό να μειώσει τις υποχρεώσεις του στο ΦΠΑ και στη φορολογία εισοδήματος και ειδικότερα αποδέχθηκε για τη χρήση του έτους 2000 πενήντα ένα δελτία αποστολής - τιμολόγια και για τη χρήση του έτους 2001 είκοσι τρία δελτία αποστολής - τιμολόγια, όλα εκδόσεως Γ1, τα οποία ήταν εικονικά γιατί εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους. Αναφέρονται στη συνέχεια στην απόφαση και συγκεκριμένα στο διατακτικό της που συμπληρώνει την αιτιολογία της τα εν λόγω δελτία αποστολής - τιμολόγια κατ' αριθμό, χρονολογία εκδόσεως και ποσό φερομένης συναλλαγής και, περαιτέρω, δέχεται το Δικαστήριο ότι με τα εικονικά αυτά φορολογικά στοιχεία φέρεται ο κατηγορούμενος να αγοράζει, με τις άνω ιδιότητές του, από τον Γ1 οικοδομικά υλικά, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει σε έργα του ΟΤΕ που είχε αναλάβει, πλην, όμως, από έλεγχο του ΣΔΟΕ Δυτικής Ελλάδος διαπιστώθηκε ότι τα φορολογικά αυτά στοιχεία εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους και δη ότι ο εκδότης των τιμολογίων ουδέποτε αγόρασε τα εμπορεύματα που φέρεται ότι πώλησε στον κατηγορούμενο και ουδέποτε διακινήθηκαν τα εμπορεύματα από τον εκδότη στον κατηγορούμενο, ο οποίος γνώριζε ότι τα φορολογικά αυτά στοιχεία ήταν εικονικά. Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για το αδίκημα που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 19 παρ. 1, 4 του Ν. 2523/1997, ως προς μεν τις μερικότερες πράξεις που φέρονται τελεσθείσες απ' τον αναιρεσείοντα με την ιδιότητα του εργολάβου δημοσίων έργων από 1.1.2001 έως 30.7.2001, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που αναπτύχθηκε, αφού εκτίθενται σχετικώς, με σαφήνεια και πληρότητα, τα αναγκαία για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις οικείες ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Η παραδοχή, ειδικότερα, ότι τα επίμαχα φορολογικά στοιχεία (τιμολόγια πωλήσεως - δελτία αποστολής), που αποδέχθηκε ο κατηγορούμενος ατομικώς ως εργολάβος δημοσίων έργων, αφορούσαν σε συναλλαγές που ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν μεταξύ του εκδότη τους Γ1 και του λήπτη τους κατηγορουμένου στο σύνολό τους, αρκούντως εμπεριέχει τα πραγματικά περιστατικά καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες κρίθηκαν τα φορολογικά αυτά στοιχεία ως εικονικά. Επομένως, ως προς τις μερικότερες αυτές πράξεις ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Ως προς τις λοιπές, όμως, μερικότερες πράξεις, που φέρονται τελεσθείσες απ' τον αναιρεσείοντα ως "υπεύθυνο" της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "....... ΕΕ", το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκή και ασαφή αιτιολογία ως προς τη συνδρομή των όρων της ως άνω αξιόποινης πράξεως, διότι δεν διευκρινίζει αν ο κατηγορούμενος είχε μία από τις δύο ιδιότητες, του διαχειριστή ή του ομορρύθμου εταίρου της ανωτέρω εταιρίας και ποία, ώστε να ευθύνεται ως αυτουργός της συγκεκριμένης πράξεως, κατά τα εκτεθέντα, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού ότι ήταν "υπεύθυνος". Η παράθεση, εξάλλου, του ονόματος του αναιρεσείοντος στην επωνυμία της ανωτέρω εταιρίας δεν σημαίνει αναγκαίως ότι αυτός είναι ομόρρυθμος εταίρος της, διότι ο ΕμπΝ γνωρίζει την περίπτωση όπου στην εταιρική επωνυμία ετερόρρυθμης εταιρίας εισέρχεται το όνομα ετερορρύθμου εταίρου, οπότε αυτός ευθύνεται ως ομόρρυθμος εταίρος χωρίς και να είναι τέτοιος. Συνεπώς, ως προς αυτές τις μερικότερες πράξεις ο ανωτέρω δεύτερος λόγος της αιτήσεως είναι βάσιμος κατ' ουσίαν και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί ως προς αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και ως προς την περί ποινής διάταξή της. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 παρ. 2 ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, ο χρόνος της οποίας για τα πλημμελήματα είναι πέντε ετών και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.1 εδάφ. β', 370 στοιχ. β' και 511 (όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ. 5 του Ν. 3160/2003) του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ.1 ΚΠοινΔ, ο οποίος κρίθηκε βάσιμος, οφείλει να αναιρέσει την απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη (Ολ. ΑΠ 7/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις μερικότερες πράξεις για τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρείται, εκείνες που φέρονται τελεσθείσες από 9.2.2000 μέχρι και 24.4.2000 έχουν παραγραφεί, καθόσον συμπληρώθηκε ήδη ο πενταετής χρόνος παραγραφής αυτών και ο τριετής χρόνος αναστολής της παραγραφής, ενόψει του ότι πρόκειται για πράξεις τιμωρούμενες ως πλημμελήματα. Επομένως, το αξιόποινο των μερικοτέρων αυτών πράξεων εξαλείφθηκε και πρέπει να παύσει οριστικώς ως προς αυτές η ασκηθείσα ποινική δίωξη. Για τις υπόλοιπες πράξεις η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την 1237/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηλείας κατά τις μερικότερες πράξεις αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων που φέρονται τελεσθείσες από τον αναιρεσείοντα X1 με την ιδιότητα του υπευθύνου της ετερόρρυθμης εταιρίας "....... ΕΕ" και κατά τη διάταξή της περί της ποινής. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, πράξεις που φέρονται τελεσθείσες απ' αυτόν στον ...... Ηλείας με την ιδιότητα του υπευθύνου της ετερόρρυθμης εταιρίας "...........ΕΕ" κατά το διάστημα από 9.2.2000 έως και 24.4.
  3. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το λοιπό αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση, κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 29 Οκτωβρίου 2007 αίτηση του X1, περί αναιρέσεως της αυτής ως άνω αποφάσεως (1237/2007) του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηλείας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου
  4. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Μαΐου
  5. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.