← Ελλάδα

ΑΠ 129/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Ψευδής καταμήνυση

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 129 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Ψευδής καταμήνυση. Περίληψη: Στοιχεία ψευδούς καταμηνύσεως. Αιτιολογημένη καταδίκη των αναιρεσειόντων για ψευδή καταμήνυση από κοινού. Δεν εχώρησε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας αφού η ταυτότητα των αναγνωσθέντων εγγράφων προσδιορίζονται επαρκώς στην προσβαλλόμενη απόφαση. Απορρίπτονται οι αιτήσεις αναιρέσεως. Αριθμός 129/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη,Βασίλειο Κουρκάκη-Eισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων:

  1. x1
  2. x2 που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φραγκίσκο Πολυκράτη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1580/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 20 Μαρτίου 2006 δυο αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 685/
  3. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Επειδή οι υπό κρίση από 20 Μαρτίου 2006 δύο αιτήσεις αναιρέσεως των 1) x1 και 2) x2, οι οποίες στρέφονται κατά της αυτής καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με αριθμό 1580/2006, είναι παραδεκτές και οι λόγοι τους ταυτόσημοι, πρέπει λόγω της πρόδηλης συνάφειας τους, να συνεκδικαστούν. ΙΙ. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ίσχυε, κατά το χρόνο που φέρεται ότι τελέσθηκε από τους κατηγορουμένους η αξιόποινη πράξη που τους αποδίδεται, "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτή, τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη, που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να απέβλεπε με αυτήν στο να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτήν. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξης, απαιτείται επί πλέόν και ορισμένος σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) όμως και στο έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο σκοπό αυτό. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα. Η αιτιολογία, τέλος, της αποφάσεως, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο), δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν ενόρκως, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και τις απολογίες των κατηγορουμένων), όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1580/2006 απόφασής του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι κατηγορούμενοι, υπό την ιδιότητά τους, ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου ο πρώτος, και Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος ο δεύτερος, της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΜΠΕΣΤΚΑΡ Ανώνυμη Εμπορική Εταιρία Εισαγωγής και Πωλήσεων Αυτοκινήτων και Ανταλλακτικών Αυτοκινήτων" και κατόπιν σχετικής αποφάσεως που έλαβαν στη συνεδρίαση του Δ.Σ. της εταιρείας την ..... (βλ. το ..... πρακτικό) υπέβαλαν στις 17-3-99 μήνυση στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, υπογεγραμμένη μάλιστα από τον 2ο από αυτούς (εγχειρισθείσα από τον δικηγόρο τους Σ. Παπαμιχαήλ) κατά τον νυν εγκαλούντα ψ1, με την οποία τον καταμήνυσαν ότι ετέλεσε σε βάρος της εταιρείας τους, μετά των λοιπών άλλων έξι

(6)καταμηνυθέντων, τις αξιόποινες πράξεις απάτης εκ της οποίας η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από κοινού, ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία μετά χρήσεως, υπεξαγωγής εγγράφων κατ' εξακολούθηση και υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, κατά το διάστημα από 1-1-1996 έως 10-10-1996, με βάση δε αυτή τη μήνυση ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του. Όμως με το 1800/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητο (απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση κατ' αυτού με το 2150/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και κατά του τελευταίου δεν ασκήθηκε αναίρεση σύμφωνα με το ως άνω πιστοποιητικό), ο νυν εγκαλών απηλλάγη των κατηγοριών κατ' ουσίαν. Οι κατηγορούμενοι έχον τελέσει την ψευδή καταμήνυση, αφού τόσον από το αμετάκλητο ως άνω βούλευμα (που δεν παράγει δεδικασμένο περί της τελέσεως της ψευδούς καταμήνυσης, Α.Π. 610/83 ΠΧ ΛΓ 894), όσον και από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία (μάρτυρες - έγγραφα) προέκυψε ότι ο εγκαλών δεν διέπραξε σε βάρος της ως άνω ανώνυμης εταιρείας τις αξιόποινες πράξεις που του καταλόγιζαν οι νυν κατηγορούμενοι, και ότι ο μόνος υπεύθυνος ήταν ο διευθυντής πωλήσεων των αυτοκινήτων της ........ (συγκατηγορούμενός του τότε). Στην ψευδή καταμήνυση προέβησαν οι κατηγορούμενοι δολίως (αφού κατά το χρόνο της καταμήνυσης γνώριζαν ότι ο ψ1, μηνυτής, αγόραζε πάντα αυτ/τα τοις μετρητοίς από την εταιρεία τους και όχι με πίστωση και με τον όρο της παρακράτησης της κυριότητας μέχρι την ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος) και ενήργησαν με σκοπό να ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη, πράγμα που έγινε. Ο ισχυρισμός δε των κατηγορουμένων περί ελλείψεως δόλου, περί "λάθους" και "παραδρομής" για το όνομα του μηνυτή ψ1 που περιελήφθη στη μήνυσή τους μετά των λοιπών κατηγορουμένων, το οποίο και αποδίδουν στον συντάξαντα την μήνυση Σ. Παπαμιχαήλ, ελέγχεται αβάσιμος, αφού αυτοί, μετά την έκδοση του απαλλακτικού 1800/2001 βουλεύματος, όσον αφορά τον μηνυτή ψ1, άσκησαν έφεση κατά της απαλλακτικής αυτής διατάξεώς του, που σημαίνει ότι επέμεναν στην μήνυσή τους και δεν πρόκειται για "λάθος" ή "παραδρομή" που ισχυρίζονται. Επομένως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ. Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική κρίση για τους κατηγορουμένους για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως από κοινού και επέβαλε στον καθένα από αυτούς ποινή φυλάκισης τεσσάρων
(4)μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία χρόνια. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκόμενου εγκλήματος και ψευδούς καταμήνυσης από κοινού για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45 και 229 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τους αναιρεσείοντες αιτιάσεις: α) αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που αναφέρθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικά μέσα ούτε (ανάγκη) της αξιολογήσεώς του. Από την αναφορά στο προοίμιο της αιτιολογίας ότι το δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν ενόρκως, αναμφιβόλως προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και την κατάθεση του μάρτυρα .......... 2) αναφέρονται στην αιτιολογία, ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο τελέσθηκε η πράξη, η υποβολή, δηλαδή, μηνύσεως, καθώς και τα περιστατικά που αναφέρονται στη μήνυση και τα οποία ήταν ψευδή και 3) αιτιολογείται ιδιαιτέρως το στοιχείο της γνώσεως από μέρους των κατηγορουμένων της αναλήθειας των αναφερομένων περιστατικών που διέλαβαν στη μήνυσή τους, τον άμεσο δηλαδή δόλο τους, καθώς και ο σκοπός τους να προκληθεί η δίωξη του μηνυτή, ο οποίος επιτεύχθηκε με την άσκηση εναντίον της ποινικής δίωξης για τις αναφερόμενες αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες είχε απαλλαγεί με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητο. Η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι στη συνεδρίαση του Δ.Σ. της εταιρείας του δεν αποφασίσθηκε να υποβληθεί μήνυση και κατά του μηνυτή ψ1 γι' αυτό, και στο προαναφερόμενο πρακτικό δεν περιλαμβάνεται το όνομά του, είναι χωρίς έννομη επιρροή, δεδομένου ότι στην υποβληθείσα από τους ίδιους (κατηγορουμένους) μήνυση ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημ/κών Αθηνών περιλαμβάνεται και το όνομα του ως άνω μηνυτή, ανεξάρτητα βέβαια από το ότι η ποινική δίωξη για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις κακουργηματικής απάτης, πλαστογραφίας μετά χρήσεως, υπεξαγωγής εγγράφων και υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεις ασκείται και αυτεπαγγέλτως. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως των κρινομένων αιτήσεων, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, και καθό μέρος βάλλουν κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ως απαράδεκτοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βεβαία η ανάγνωση τους, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 519 παρ. 1 περ. Α' του ΚΠοινΔ, γιατί στερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της απόφασης, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία, για το ποιο έγγραφο της δικογραφίας αναγνώσθηκε. Τα στοιχεία δε αυτά, δεν συμπίπτουν πάντοτε με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώστηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει (κατά το άρθρο 358 του ΚΠοινΔ) τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, ως προς το περιεχόμενό του. διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια απόλυτη ακυρότητα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Τριμελές Εφετείο Αθηνών στήριξε την κρίση του για την ενοχή των κατηγορουμένων, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και στα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων, προσδιοριζόμενα κατ' αύξοντα αριθμό, περιλαμβάνονται κα τα ακόλουθα: "......4) το με αρ. .... πρακτικό της ..... και 5) το με αρ. πρωτ. ..... πιστοποιητικό". Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών και της αριθμήσεώς τους, εφόσον μάλιστα, δεν προκύπτει ότι στη δικογραφία υπήρχαν και άλλα έγγραφα, φέροντα μάλιστα τον ίδιο τίτλο, αριθμό και ημερομηνία με αυτά με διαφορετικό περιεχόμενο, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά του και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων για τον προσδιορισμό τους, αφού ειδικότερα με την ανάγνωση του κειμένου τους κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο καθενός από τα έγγραφα αυτά, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Ως εκ τούτου το Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του τα ως άνω αριθμούμενα έγγραφα. Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης των κρινομένων αιτήσεων, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ απόλυτης ακυρότητας, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με την αιτίαση ότι το Εφετείο προς στήριξη της περί ενοχής των αναιρεσειόντων κρίση του έλαβε υπόψη του τα πιο πών αριθμούμενα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, με αποτέλεσμα να στερηθεί αυτός της δυνατότητας να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενό τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως στο σύνολό τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 20 Μαρτίου 2006 δύο αιτήσεις των 1) χ1 και 2) χ2, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1580/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τους άνω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Σεπτεμβρίου 2007 Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Ιανουαρίου 2008 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.