Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 129 / 2012 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών. Περίληψη: Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του άρθρου μόνου του α.ν. 690/
- Στοιχεία του εγκλήματος. Αγροτικός Συνεταιρισμός. Πότε πρέπει να εξειδικεύεται ο χρόνος τελέσεως κάθε μερικότερης πράξεως. Τι πρέπει να περιέχει η αιτιολογία της καταδικαστικής για την άνω παράβαση αποφάσεως. Πότε αναγιγνώσκεται έγγραφο από άλλη δίκη. Αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας, γιατί δεν εξειδικεύονται οι οφειλόμενες, κατά μήνα, αποδοχές στους εγκαλούντες, για το χρονικό διάστημα, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, ενόψει της παραγραφής ορισμένων, και ως προς την απόρριψη αιτήματος για την ανάγνωση εγγράφων από άλλη πολιτική δίκη, και παραπομπή. ΑΡΙΘΜΟΣ 129/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καλονόμο, περί αναιρέσεως της 73925/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουλίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 976/
- Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 1 του α.ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν, 2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενος σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παραλείψεως, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από το νομό ή το έθιμο, είτε από τις διοικητικές πράξεις. Περαιτέρω κατά το άρθρο 14 παρ.2 του Ν.2810/2000 "περί Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων", "το ΔΣ εκπροσωπεί το συνεταιρισμό δικαστικώς και εξωδίκως. Την εκπροσώπησή του αυτή μπορεί να την αναθέτει στον πρόεδρο ή σε άλλο μέλος του ή στον κατά την παρ.9 του άρθρου αυτού γενικό διευθυντή (μάνατζερ). Το ΔΣ μπορεί επίσης να αναθέτει την άσκηση αρμοδιοτήτων του σε μέλος αυτού ή στέλεχος ή υπάλληλο του συνεταιρισμού". Ορίζεται δε, με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, ότι "το ΔΣ είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε θέμα που αφορά στη διοίκηση του συνεταιρισμού, στη διαχείριση της περιουσίας και των υποθέσεών του και στην επιδίωξη του σκοπού του. Οι αρμοδιότητες του ΔΣ καθορίζονται στο καταστατικό". Έτσι, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ο νόμος για την ύπαρξη ποινικής ευθύνης, ως προς τις αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις, απαιτεί την ευθύνη του Διοικητικού Συμβουλίου (ΔΣ), ως συλλογικού (ενδοσυνεταιριστικού) οργάνου, είτε την ευθύνη του Προέδρου ή μέλους αυτού ή και τρίτου, εφόσον έχει ληφθεί σχετική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου (ΔΣ) του συνεταιρισμού ή έχει υπογραφεί σχετική σύμβαση. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 98 και 94 του ΠΚ, προκύπτει ότι η εξειδίκευση του χρόνου τελέσεως των μερικότερων πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, που διατηρούν την αυτοτέλειά τους, δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαία, εκτός αν για μια ή περισσότερες πράξεις συντρέχει λόγος εξαλείψεως του αξιοποίνου, όπως παραγραφή, η οποία αρχίζει από την ημέρα της τελέσεως καθεμιάς από τις μερικότερες πράξεις, ή όταν συντρέχει λόγος απαράδεκτου ή αναστολής της διώξεως ή ανέγκλητου κ.λπ. Η παράλειψη δε αυτού του στοιχείου από την καταδικαστική απόφαση, όταν απαιτείται, συνιστά έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ιδρύεται εκ τούτου λόγος αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της ως άνω διατάξεως του α.ν. 690/1945 στερείται της απαιτούμενης αιτιολογίας, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των προαναφερόμενων, η ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής κ.λ.π. και προκειμένου περί Αγροτικού Συνεταιρισμού, η ιδιότητα υπό την οποία ενήργησε και εκπροσώπησε το Συνεταιρισμό ο κατηγορούμενος), ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές και οι έκτακτες, εφόσον το ύψος αυτών δεν είναι δυνατόν να προκύψει με απλή διαίρεση του συνόλου των αποδοχών που δεν καταβλήθηκαν με τους μήνες που αναλογούν σ' αυτές κατά το κατηγορητήριο, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε, με την αφαίρεση αυτού από το σύνολο των δικαιούμενων, να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο αποδοχές στον εργαζόμενο και αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα παραβάσεως του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945 σε βάρος των εργαζομένων Α. Κ. και Π. Κ. και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως επτά
(7)μηνών, ανασταλείσα, και χρηματική σαράντα πέντε χιλιάδων (45.000) ευρώ. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι στη Μάνδρα Αττικής κατά το χρονικό διάστημα από 2002 μέχρι 2006 ως εργοδότης και δη ως νόμιμος εκπρόσωπος του Αγροτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "..." αν και απασχόλησε τους Ά. Κ. και Π. Κ. για το ως άνω χρονικό διάστημα ως οδηγούς με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου διεπόμενες από την εκάστοτε ισχύουσα κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας με πρόθεση δεν κατέβαλε Α) στον Ά. Κ. μισθολογικές διαφορές 18.710,48 €, επίδομα εορτών Πάσχα, Χριστουγέννων των ανωτέρω ετών 19.193,21 ευρώ, δεδουλευμένους και μη καταβληθέντες μισθούς 8.638,88 ευρώ, διαφορές ωρομισθίου νυχτερινής απασχόλησης 13.292,34 ευρώ, διαφορές από νόμιμη υπερωριακή απασχόληση 12.443,68 ευρώ, διαφορές από παράνομη υπερωριακή απασχόληση 69.449,49 € και Β) στον Π. Κ. μισθολογικές διαφορές 16.605,38 €, δεδουλευμένους και μη καταβληθέντες μισθούς 7.555,20 €, διαφορές ωρομισθίου λόγω νυχτερινής απασχόλησης 11.127,54 ευρώ, διαφορές από νόμιμη υπερωριακή απασχόληση 9.092,01 €, διαφορές από παράνομη υπερωριακή απασχόληση 61.095,76 €. Επίσης, με πρόθεση δεν κατέβαλε στους ανωτέρω και με την αναφερθείσα ιδιότητα αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας για τον Ά. Κ. 2.437 € και για τον Π. Κ. 2.737 €. Ισχυρίζεται ο κατ/νος ότι οι εγκαλούντες δεν ήσαν ουδέποτε υπάλληλοι του Συνεταιρισμού, αλλά απλώς συνεργάζονταν με αυτόν ως ελεύθεροι επαγγελματίες πωλητές λαϊκών αγορών. Αποδείχθηκε όμως ότι οι εγκαλούντες είχαν προσληφθεί ο μεν Ά. Κ. από το 1998, ο δε Π. Κ. από το 1997 με αντικείμενο την φορτοεκφόρτωση οπωροκηπευτικών, τακτοποίηση στις αποθήκες, μεταφορά με οχήματα του συνεταιρισμού και πώληση σε Λαϊκές Αγορές. Στο όνομά τους εκδόθηκαν αντίστοιχες άδειες με την ιδιότητα του υπαλλήλου του Συνεταιρισμού από το Ταμείο Λαϊκών Αγορών, εργάζονταν καθημερινά επί 6 ημέρες με ωράριο 04.00 π.μ. - 17 μ.μ., επιστρέφοντας απέδιδαν τις εισπράξεις στο Συνεταιρισμό και πάντοτε ελάμβαναν οδηγίες για την εργασία τους από το Συνεταιρισμό. Τα ανωτέρω προσδίδουν τον χαρακτήρα της εξαρτημένης σχέσης εργασίας αορίστου χρόνου. Πρέπει, λοιπόν, ο κατ/νος να καταδικασθεί για τις πράξεις που αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παραβάσεως του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων. Ειδικότερα, δεν προσδιορίζονται στην απόφαση: α) Αν είτε από το νόμο, είτε από απόφαση του ΔΣ του αγροτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "...", είτε από υπογραφή σχετικής συμβάσεως, ο κατηγορούμενος, με την πιο πάνω ιδιότητά του, είχε τη δυνατότητα να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που ανάγεται στη διοίκηση και διαχείριση των υποθέσεων του συνεταιρισμού, καθώς και να εκπροσωπεί το συνεταιρισμό δικαστικώς και εξωδίκως, να συνάπτει συμβάσεις εργασίας και να καταβάλει στους απασχολουμένους τις αποδοχές τους. β) Ο δικαιούμενος μηνιαίος μισθός των εγκαλούντων και η πηγή καθορισμού του (ατομική σύμβαση, συλλογική σύμβαση εργασίας κ.λπ.). γ) Οι καταβληθείσες αποδοχές κάθε επιμέρους διαστήματος, ώστε, με τον κατάλληλο μαθηματικό υπολογισμό, να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο. δ) Ο τρόπος υπολογισμού των οφειλόμενων αποδοχών ξεχωριστά κατά το είδος τους. Και ε) ο χρόνος κατά τον οποίο τα μερικότερα κονδύλια έπρεπε να καταβληθούν και η πηγή καθορισμού του χρόνου καταβολής τους. Συγκεκριμένα, ενώ το Δικαστήριο της ουσίας δέχεται ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος δεν κατέβαλε στους εγκαλούντες οφειλόμενες αποδοχές των ετών 2002 - 2006, εμφανίζει αυτές ως σύνολα κατ` είδος (μισθολογικές διαφορές, δεδουλευμένους και μη καταβληθέντες μισθούς, επίδομα εορτών Πάσχα, Χριστουγέννων, διαφορές ωρομισθίου νυχτερινής απασχόλησης, διαφορές από νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, διαφορές από παράνομη υπερωριακή απασχόληση), χωρίς να προσδιορίζει τις αποδοχές αυτές κατά μήνα, ενόψει του ότι μερικές από αυτές και δη οι οφειλόμενες για το πριν από τις 10.1.2004 χρονικό διάστημα έχουν ήδη υποκύψει σε παραγραφή, δεδομένου ότι από τότε μέχρι τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως παρήλθε οκταετία. Ο προσδιορισμός αυτός δεν γίνεται ούτε στο διατακτικό. Είναι δε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αναγκαίος ο προσδιορισμός αυτός (στον οποίο δεν μπορεί να προβεί ο Άρειος Πάγος με απλό υπολογισμό λόγω της ανομοιότητας των οφειλομένων), ώστε να κριθεί ποιες από τις μερικότερες πράξεις της μη καταβολής οφειλομένων αποδοχών έχουν παραγραφεί και ποιες όχι. (Η αναφορά στο σκεπτικό ότι δεν καταβλήθηκαν και οι αποδοχές και το επίδομα αδείας, για τις οποίες πράξεις, με την πρωτόδικη υπ` αριθ. 25014/2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, έπαυσε υφ` όρον η ποινική δίωξη, οφείλεται σε φανερή παραδρομή). Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, κατά το σημείο με το οποίο υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμοι. Περαιτέρω, η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου για ανάγνωση εγγράφου, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, εφόσον η αίτηση υποβάλλεται παραδεκτά και είναι ορισμένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Κατά δε το άρθρο 364 παρ. 2 περ. β' του ΚΠοινΔ, "διαβάζονται στο ακροατήριο τα έγγραφα από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, στην οποία εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να αναγνωσθεί έγγραφο από άλλη ποινική ή ποινική δίκη θα πρέπει να συντρέξουν δύο προϋποθέσεις, ήτοι α) να έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, που να αφορά άλλη ποινική ή πολιτική δίκη και β) το δικαστήριο να κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη. Αν δεν συντρέχουν οι δύο ως άνω προϋποθέσεις, για να αναγνωσθεί έγγραφο από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, θα πρέπει να μην εναντιωθεί κάποιος από τους διαδίκους. Και ναι μεν η διάταξη αυτή δεν απαγγέλλει ρητώς την ακυρότητα για την παραβίασή της, ούτε επέρχεται από την παραβίαση αυτής απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠοινΔ. Πλην, το Δικαστήριο, αν απορρίψει σχετικό αίτημα, πρέπει, σύμφωνα με τα ανωτέρω, να αιτιολογήσει την απόφασή του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων, δια των πληρεξουσίων του δικηγόρων, ζήτησε, μετά την ανάγνωση των εγγράφων και πριν από την εξέταση του μάρτυρα υπερασπίσεως, την ανάγνωση των από αυτόν προσαχθεισών ενόρκων βεβαιώσεων, με τις οποίες θα αποδείκνυε τον ισχυρισμό του, τον οποίο είχε υποβάλει εγγράφως, ανέπτυξε δε και προφορικά, ότι οι εγκαλούντες συνεργάζονταν με τον ως άνω Συνεταιρισμό ως ελεύθεροι επαγγελματίες πωλητές λαϊκών αγορών και δεν συνδέονταν με αυτόν με σχέση εξαρτημένης εργασίας. Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό με την αιτιολογία ότι "οι ένορκες βεβαιώσεις αυτές ελήφθησαν στο πλαίσιο αστικής δίκης". Η αιτιολογία, όμως, αυτή δεν είναι η απαιτουμένη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, αφού δεν αναφέρεται αν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, που αφορούσε την πολιτική δίκη, ούτε ότι η ανάγνωση των υπευθύνων δηλώσεων δεν ήταν χρήσιμη, ενόψει και του ότι ο αναιρεσείων από αυτές εξάρτησε την απόδειξη της αθωότητάς του, του ότι, δηλαδή, οι εγκαλούμενοι δεν συνδέονταν με το Συνεταιρισμό με σύμβαση εργασίας και, συνεπώς, δεν είχε εφαρμογή ο α.ν. 690/1945. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πέμπτος λόγος αναιρέσεως (τον οποίο ο αναιρεσείων στηρίζει και στα στοιχ. Α και Β), με τον οποίο υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμος. Κατ` ακολουθίαν, πρέπει, κατά παραδοχήν των ανωτέρω λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), το οποίο και θα αποφανθεί περί της παραγραφής μερικότερων πράξεων (μη καταβολών οφειλόμενων αποδοχών), πράγμα για το οποίο δεν μπορεί να αποφανθεί το παρόν Δικαστήριο για το λόγο που έχει αναφερθεί παραπάνω, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 73925/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Ιανουαρίου 2012. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ