Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1290 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Απόφαση αθωωτική. Περίληψη: Πότε υπάρχει αιτιολογία στην αθωωτική απόφαση ενόψει και του τεκμηρίου αθωότητος που θεσπίζεται και στο άρθρο 6 § 2 της Ε.Σ.Δ.Α.. Αιτιολογημένη αθώωση του κατηγορουμένου για κακουργηματική απάτη, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα και εκτίθενται με πληρότητα τα περιστατικά και οι σκέψεις με βάση τις οποίες κρίθηκε ότι προέκυψαν αμφιβολίες στο δικαστήριο της ουσίας ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου. Απορρίπτει. Αριθμός 1290/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 2133/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Φιλιππόπουλο και με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1 και 2) Ψ2, οι οποίοι παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μπόλη. Το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 43/05.07.2007 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1222/2007 Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 505 § 2 ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 § 2, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 § 3 ΚΠοινΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 § 1 ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά δε, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 § 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας που ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, υπάρχει είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο γιατί, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά, δεν πείσθηκε ότι πραγματώθηκε από τον κατηγορούμενο η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2133/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε αθώος της πράξεως της απάτης κατ' εξακολούθηση, από δράστη που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με ζημία άνω των 25.000.000 δρχ., η οποία φέρεται τελεσθείσα στην Αθήνα με δύο μερικότερες πράξεις, κατά το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Απριλίου 1996 και κατά το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Δεκεμβρίου 1996, αντιστοίχως, σε βάρος των Ψ2 η πρώτη και Ψ1 η δεύτερη. Στο σκεπτικό της αποφάσεως αυτής το Εφετείο, αφού αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του, δέχεται στη συνέχεια ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο φερόμενος ως παθών Ψ2, είχε συναλλαγές με το υποκατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας στην περιοχή αυτή, όπου γνωρίστηκε με τη Γ1, υπάλληλο της εν λόγω Τράπεζας, με την οποία ανέπτυξαν φιλικές σχέσεις. Αρχές 1996 ο παθών αναζητούσε επωφελέστερους τρόπους αξιοποίησης τραπεζικών καταθέσεών του. Λόγω των φιλικών του σχέσεων με την Γ1, απευθύνθηκε στην τελευταία. Αυτή του υπέδειξε το κατηγορούμενο Χ1, χρηματοοικονομικό σύμβουλο, εταιρειών επενδύσεων που είχαν την έδρα τους στην αλλοδαπή, ο οποίος, με την ενλόγω ιδιότητά του, ενεργούσε στην Ελλάδα, προς ανεύρεση επενδυτών. Αρχές Απριλίου 1996, ο Ψ2, με τη μεσολάβηση της Γ1,, ήλθε σε επαφή με τον κατηγορούμενο, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι μπορούσε να υποδείξει ευκαιρίες για ασφαλή τοποθέτηση των χρημάτων του με απόδοση 18-20%, όταν ανάλογες αποδόσεις στην εγχώρια αγορά δεν υπερέβαιναν το 8%. Ακόμη του υπέδειξε ως την πλέον προσοδοφόρο επένδυση, το διάστημα των συζητήσεών τους, την τοποθέτηση χρημάτων στην Ελβετική εταιρία, με έδρα τη Γενεύη και την επωνυμία "VALMOYR FINANCE S.A.", που αντικείμενο είχε την αγορά πολυτίμων λίθων και μετάλλων. Ο Ψ2, αποδεχθείς τη δελεαστική αυτή πρόταση, στις 11-4-1996 με υπόδειξη του κατηγορουμένου και με τη συνοδεία της Γ1, κατέθεσε σε υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς το ποσό των 81.912 δολλαρίων ΗΠΑ, ισόποσο των 20.000.000 δρχ., στο λογαριασμό με αριθμό 570.392, που τηρούσε η εν λόγω Ελβετική εταιρία στην Τράπεζα αυτή, ενώ εκδόθηκε και το σχετικό έμβασμα με αποστολέα τον Ψ2 και παραλήπτη την προμνησθείσα εταιρία. Την 1-5-1996 απεστάλη έγγραφο που περιείχε την μεταξύ των συμβαλλομένων συμφωνία, την οποία είχε υπογράψει ο νόμιμος εκπρόσωπός της ενώ την υπέγραψαν ο κατηγορούμενος και ο Ψ2. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, που προσκομίζεται σε αντίγραφο της επίσημης μετάφρασης, προκύπτει ότι η αντισυμβαλλομένη εταιρία του Ψ2 εδραστηριοποιείτο στην αγορά και πώληση ακατέργαστων πολυτίμων λίθων και μετάλλων, έχοντας εξασφαλίσει την προμήθειά τους από τις χώρες εξορύξεώς του καθώς και υποψήφιους αγοραστές αυτών. Η διάρκεια της συμβάσεως καθορίστηκε σε έξι
(6)μήνες. Σε περίπτωση επιτυχούς εκπλήρωσης της σύμβασης, αυτή θα ανανεωνόταν αυτομάτως, για ακόμη έξι
(6)συναλλαγές, εξαιρουμένης της περιπτώσεως κατά την οποία είτε η εταιρία είτε ο πελάτης υποβάλλουν γραπτή ακύρωση με συστημένη επιστολή, 30 ημέρες πριν από την ημερομηνία λήξης της σύμβασης. Στο τέλος δε της σύμβασης ο πελάτης θα λάβει το πλήρες ποσό, που επένδυσε. Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής ο Ψ2 μέχρι τον Ιούλιο 1997 εισέπραξε, με επιταγές της Αγροτικής Τράπεζας, 4.000.000 δρχ. ως απόδοση της επενδύσεως των 20.000.000 δρχ. ποσό που υπερέβη το 18%, το οποίο τον είχε διαβεβαιώσει ότι θα εισπράξει ο κατηγορούμενος. Το Δεκέμβριο του 1996, ο Ψ2, πλήρως ικανοποιημένος από τις επενδύσεις του, υπέδειξε και στον Ψ1, αδελφό της συζύγου του, να συμβουλευθεί τον κατηγορούμενο για να αξιοποιήσει τα χρήματα που είχε. Πράγματι ο τελευταίος, με την Γ1 επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο, ο οποίος του υπέδειξε μέσω της ".......LTD" που είχε έδρα στις ΗΠΑ και θα ενεργούσε ως θεματοφύλακας για λογαριασμό του, να τοποθετήσει τα χρήματά του στην εταιρία με την επωνυμία "......", που είχε έδρα την τελευταία, ως άνω χώρα, που ήταν η πλέον συμφέρουσα καθόσον εμφάνιζε τις υψηλότερες αποδόσεις, στην αγορά των Η.Π.Α. Ο Ψ1, ακολουθώντας τις υποδείξεις του κατηγορουμένου, στις 29-1-1997, συνοδευόμενος από τον κατηγορούμενο και την Γ1, προσήλθε σε υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας και κατέθεσε στο με αριθμό 1415875 λογαριασμό, που τηρούσε η "....." το χρηματικό ποσό των 19.896.000 δραχμών (76.034 δολλ. ΗΠΑ). Στις 31-1-1997 ο Ψ1, υπέγραψε την έγγραφη σύμβαση, που του απέστειλε η "..... LTD", που είχε υπογράψει ο νόμιμος εκπρόσωπός της, με υπόδειξη της οποίας, μέσω του χρηματοοικονομικού της συμβούλου (κατηγορουμένου) είχε καταθέσει το προαναφερόμενο ποσό στην "....". Από το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, που προσκομίζεται σε αντίγραφο της επίσημης μετάφρασής του, το περιεχόμενο του οποίου ουδόλως αμφισβητείται προκύπτει, μεταξύ των άλλων ότι η αντισυμβαλλόμενη του Ψ1, εταιρία (...... LTD), αποκαλούμενη "ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ" ή "ΕΤΑΙΡΙΑ" είναι θεματοφύλακας των τοποθετημένων χρημάτων του, που θα τα διαχειρίζεται για λογαριασμό του, τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχαν, με υπόδειξή της, τοποθετηθεί στην "....... Η σύμβαση αυτή είχε διάρκεια τριών
(3)ετών, εκτός αν καταγγελόταν με εξάμηνη έγγραφη γνωστοποίηση, με συστημένη επιστολή στην έδρα της εταιρίας στη Φλόριδα των Η.Π.Α. Οι αποδόσεις των χρημάτων του Ψ1, θα ήταν της τάξεως του 5% στην τοποθέτηση ομολόγων συν 5% από την έκπτωση προμηθειών και σε άλλες συναλλαγές στο 8% ετησίως. Μέχρι τις 20-8-1997 ο Ψ1, είχε εισπράξει σε δύο ισόποσες δόσεις, συνολικά το ποσό των 3.422 δολλαρίων ΗΠΑ, που ανταποκρίνεται στα υπησχημένα με τη σύμβαση. Έκτοτε όμως (Αύγουστο 1997), οι εταιρείες που επένδυσαν οι Ψ2 και Ψ1, έπαυσαν να τους αποστέλλουν χρήματα για τις αποδόσεις των επενδύσεών τους. Οι τελευταίοι αναζήτησαν τον κατηγορούμενο για να του ζητήσουν την επιστροφή των χρημάτων που είχαν επενδύσει. Ο τελευταίος όμως είχε αναχωρήσει στο εξωτερικό, προκειμένου να διαπιστώσει τους λόγους για την αδυναμία εκπληρώσεως των συμβάσεων εκ μέρους των προαναφερομένων εταιριών, και για άλλους, πλην των πολιτικώς εναγόντων επενδυτές. Η μη εκπλήρωση των συμβάσεων οφείλεται στην κακή διαχείριση των χαρτοφυλακίων των επενδυτών, εκ μέρους των εταιριών αυτών με την τοποθέτηση των χρημάτων τους κυρίως του Ψ1 σε ομόλογα εκδόσεως της Ρωσίας, οι εκδότες των οποίων αρνήθηκαν την πληρωμή τους, με αποτέλεσμα την οικονομική κατάρρευση της "......" και τη συνακόλουθη αδυναμία της για εκπλήρωση των υποχρεώσεών της. Εξάλλου και η αγορά ακατέργαστων πολύτιμων λίθων, εμφάνισε πτώση στη διακίνηση των προϊόντων αυτών, με αποτέλεσμα να περιέλθει σε δυσχερή οικονομική θέση και η ελβετική εταιρία "VALMOYR FINANCE S.A.", της οποίας τα περιουσιακά στοιχεία, δεσμεύτηκαν από άλλους επενδυτές, κυρίως του εξωτερικού. Για την ως άνω δυσχερή εξέλιξη των επενδυτών εναγόντων, καμμιά σχέση δεν έχει ο κατηγορούμενος, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε ήταν απλός χρηματοοικονομικός σύμβουλος και ουδεμία διαχειριστική εξουσία είχε στις εταιρίες που επένδυσαν οι πολιτικώς ενάγοντες. Η προκληθείσα ζημία στους τελευταίους, ούτε προβλέψιμη ούτε αναμενόμενη ήταν εκ μέρους του κατηγορουμένου, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτός αν και γνώριζε την δυσμενή εξέλιξη, που προαναφέρθηκε την απέκρυψε και εμφάνισε διαφορετικά τα πράγματα. Άλλωστε όπως προεκτέθηκε, οι συμβάσεις για μεν τον Ψ2 για το διάστημα των 15 μηνών, για δε τον Ψ1 για το διάστημα των 8 μηνών εξελίχθηκαν ομαλά και εισέπραξαν από τις συγκεκριμένες επενδύσεις του τα όσα τους υποσχέθηκε. Οι υποδείξεις του, για τις συγκεκριμένες επενδύσεις, το χρόνο που ενεργήθηκαν, έγιναν με δεδομένα που ανταποκρίνονταν στην αλήθεια για την υφισταμένη κατάσταση των εταιριών που υπέδειξε, τα οποία από κανένα στοιχείο δεν αναιρούνται. Οι πολιτικώς ενάγοντες, προκειμένου να θεμελιώσουν υπαιτιότητα του κατηγορουμένου, ισχυρίζονται ότι οι εταιρίες στις οποίες επένδυσαν με την υπόδειξη του κατηγορουμένου, ήταν ανύπαρκτες καθώς και ότι τα χρήματα που κατέθεσαν, τα ενθυλάκωσε ο κατηγορούμενος από κοινού ενεργώντας με την Γ
- Οι ισχυρισμοί τους όμως αυτοί, από κανένα των αποδεικτικών στοιχείων δεν επιβεβαιώνονται. Αντίθετα αποδεικνύεται ότι οι εταιρείες αυτές ήταν υπαρκτές. Ειδικώτερα η "".......", ιδρύθηκε στις 28-6-1994 στην πόλη DELAWARE των ΗΠΑ και το καταστατικό της υπογράφεται από το γραμματέα της Πολιτείας αυτής. Η ύπαρξη της εν λόγω εταιρίας επιβεβαιώνεται και από το μάρτυρα ....... (σύμβουλο ασφαλειών), ο οποίος είχε πληροφορηθεί γι'αυτήν από άλλο χρηματοοικονομικό σύμβουλο (.....). Ο ίδιος μάρτυρας επιβεβαιώνει και την ύπαρξη της ελβετικής εταιρίας "VALMOYR - FINANCE S.A." καθόσον και αυτός είχε επενδύσει σ'αυτήν, μέσω άλλου προσώπου, όχι όμως του κατηγορουμένου. Στον τελευταίο απευθύνθηκε ο άνω μάρτυρας, και με την υπόδειξή του (κατηγορουμένου) επένδυσαν οι γονείς του, στην ίδια με τον Ψ1 εταιρία και τοποθέτησαν χρήματα σε ομόλογα, τα οποία όμως απώλεσαν για τους ίδιους λόγους που προεκτέθηκαν. Κατά το μάρτυρα αυτό, ο κατηγορούμενος ουδεμία διαχειριστική εξουσία ή συμμετοχή είχε στις αποφάσεις των εταιριών αυτών. Περαιτέρω από κανένα των αποδεικτικών στοιχείων δεν επιβεβαιώνεται ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόσβαση στους λογαριασμούς που κατέθεσαν τα χρήματά τους οι πολιτικώς ενάγοντες ή δικαίωμα διαχείρισης αυτών, για να μπορεί να τα εισπράξει και να τα ιδιοποιηθεί. Ούτε άλλωστε προκύπτει ότι με άλλο τρόπο περιήλθαν στην κατοχή του τα χρήματα αυτά, όπως του αποδίδεται με το παραπεμπτικό βούλευμα. Ενόψει όλων αυτών καταλείπονται σοβαρές αμφιβολίες για την τέλεση από τον κατηγορούμενο των αποδιδομένων πράξεων. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί αθώος. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού παραθέτει τα αποδεικτικά μέσα και εκθέτει, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και τις σκέψεις που στηρίζουν την απαλλακτική του κρίση και ειδικότερα την κρίση του ότι, από τα αναφερόμενα στην απόφαση και τα πρακτικά αποδεικτικά μέσα, προέκυψαν αμφιβολίες ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου. Η αντίθετη αιτίαση ότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας διότι η απόφαση υιοθέτησε τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου χωρίς να αιτιολογεί από ποιά στοιχεία προκύπτει η βασιμότητά τους, είναι αβάσιμη, καθόσον για την αιτιολόγηση της αθωωτικής αποφάσεως δεν απαιτείται να εκθέτει το δικαστήριο γιατί πείσθηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, αλλ' αρκεί να αιτιολογεί γιατί δεν πείσθηκε περί της ενοχής του, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου. Επίσης δεν ήταν αναγκαία αναλυτική παράθεση του τι κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας που εξετάσθηκε, ούτε ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αθωωτικής αποφάσεως (άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ), είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε να απορριφθεί κατ' ουσίαν η αίτηση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5 Ιουλίου 2007 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 2133/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Μαΐου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ