← Ελλάδα

ΑΠ 1296/2008 — Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1296 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη είναι επιτρεπτή η άσκηση αναιρέσεως για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για την Εισαγγελική Αρχή που έχει παραγγείλει την επίδοση. Απορρίπτει. Αριθμός 1296/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Νικόλαο Ζαΐρη (ορισθέντα με την υπ'αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Νικόλαο Λεοντή (ορισθέντα με την υπ'αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Παγου) και Ελευθέριο Μάλλιο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2008 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Χατζηκυριάκου, περί αναιρέσεως της 707/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2041/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και εκ της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανωτέρας βίας, εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠΔ), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ποινική Ολομέλεια Α.Π. 6&7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ''ως αγνώστου διαμονής'', χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε ''γνωστή διαμονή''. Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανωτέρας βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης, ως αγνώστου διαμονής, και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόοάσεως, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Τριμελές Πλημ/κείο Ναυπλίου, που την εξέδωσε, απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως, την υπ' αριθμ.167/2005 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ.486/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου. Για να στηρίξει την κρίση του αυτή το Δικαστήριο δέχτηκε "ότι από το από .... αποδεικτικό επίδοσης ερήμην αποφάσεως στον κατηγορούμενο του Αρχιφύλακα ......., ο οποίος υπηρετεί στο Α.Τ. Κολωνού, προκύπτει ότι η υπ' αριθμ. 486/2001 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, με την οποία ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για παράβαση του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, σε ποινή φυλάκισης δύο

(2)ετών και σε χρηματική ποινή πέντε εκατομμυρίων (5,000.000) δραχμών, μετατραπείσα προς χίλιες πεντακόσιες δραχμές την κάθε ημέρα, καθώς και στα έξοδα της δίκης, τα οποία ανέρχονταν σε δέκα χιλιάδες (10.000) δραχμές, επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής την ... στον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο ......, που είχε ορίσει ο Δήμαρχος Αθηναίων, (ως της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου), την οποία τοιχοκόλλησε αυθημερόν στο δημοσιότερο μέρος του Δήμου Αθηνών, διότι ο κατηγορούμενος απουσίαζε από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για την Εισαγγελία Ναυπλίου, που είχε παραγγείλει την επίδοσή της, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερόμενων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ, α' προσώπων. Κατά της αποφάσεως αυτής ο κατηγορούμενος, δια του πληρεξούσιου του Δικηγόρου Κακαρίκου Τριαντάφυλλου, δυνάμει του υπ' αριθμ........ ειδικού πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Ζαχαρίας -Μπασούκου, άσκησε την από 29,06,2005 έφεσή του, η οποία ενεγράφη στα βιβλία εφέσεων του Πρωτοδικείου Ναυπλίου με αριθμό έκθεσης εφέσεως 167/2005, στην οποία ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος διέλαβε τα εξής " ... Επίσης μου δήλωσε ότι ασκεί την παρούσα έφεση εκπροθέσμως διότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως, η οποία τοιχοκολλήθηκε στις ... στο Δήμο Αθηναίων, (βλ, αποδεικτικό επίδοσης αποφάσεως σε κατηγορούμενο άγνωστης διαμονής), ενώ ο εκκαλών διαμένει μονίμως στην Αθήνα και επί της οδού ...... Έλαβε γνώση της αποφάσεως στις 20-06-2005 από όργανα του Α.Τ. Πατησίων Αθηνών". Ο περιεχόμενος στην έκθεση της έφεσης ισχυρισμός αυτός, πλην του γεγονότος ότι είναι προδήλως αόριστος και απαράδεκτος διότι, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες σκέψεις, δεν αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος, κατά το χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης, είχε γνωστή διαμονή, δηλαδή συγκεκριμένη διεύθυνση κατοικίας, γνωστή στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Ναυπλίου, που παρήγγειλε την επίδοση, τυγχάνει και κατ' ουσία αβάσιμος, καθότι από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, και ειδικότερα από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος υπερασπίσεως, από τα έγγραφα που ανεγνώσθησαν και από την υπόλοιπη συζήτηση δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος την 27.03.2002 δεν διέμενε επί της οδού .... στην Αθήνα, αλλά επί της οδού ... στην Αθήνα, καθότι ενώ προσκομίζονται εκκαθαριστικά σημειώματα των οικονομικών ετών 1999, 2000, 2001, 2003 και 2005, στα οποία πράγματι ο κατηγορούμενος διέμενε επί της οδού ..., παραλείπεται εκείνο του οικονομικού έτους
  1. Σε κάθε όμως περίπτωση, ακόμα και εάν ήθελε υποτεθεί ότι ο κατηγορούμενος κατά την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως κατοικούσε στην οδό .... στην Αθήνα, όπως ρητά κατέθεσε η μάρτυρας που εξέτασε, δεν προέκυψε ότι αυτό ήταν γνωστό στην Εισαγγελία Πλημ/κών Ναυπλίου. Κατά τον τρόπο αυτό η επίδοση της εκκαλουμένης στον κατηγορούμενο ως αγνώστου διαμονής ήταν έγκυρη, και επομένως από τότε άρχιζε η πιο πάνω προθεσμία άσκησης της έφεσης. Κατά συνέπεια η έφεση είναι εκπρόθεσμη, καθόσον ασκήθηκε μετά την τριακονθήμερη προθεσμία από την επίδοση της εκκαλουμένης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473παρ.1εδ,β' ΚΠΔ. Περαιτέρω, από το ως άνω περιεχόμενο της έκθεσης εφέσεως προκύπτει ότι δεν γίνεται επίκληση των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησαν αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, όπως απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 474παρ.1 και 2του ΚΠΔ. Κατά τον τρόπο αυτό εφόσον δεν αναφέρονται στην έκθεση εφέσεως και παράλληλα δεν γίνεται σ' αυτή επίκληση προαποδεικτικώς των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες σκέψεις και κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 473παρ.1εδ, β', 474παρ,1 και 2 και 476ΚΠΔ, να απορριφθεί η έφεση ως εκπρόθεσμη και συνεπώς απαράδεκτη". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως ως εκπρόθεσμης και εντεύθεν απαράδεκτης αποφάσεως του Δικαστηρίου είναι η απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επίδοσης της εκκαλούμενης αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε ο εκκαλών, (φερόμενος κάτοικος Αθηνών, οδός ....), δεν προέβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελία Πλημ/κών Ναυπλίου, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή τη διεύθυνση της κατοικίας του στην Αθήνα, οδός ....., και περιορίζεται την αόριστη αναφορά ότι η Εισαγγελία Ναυπλίου έπρεπε να έρθει σε επαφή με το Ελληνικό Δημόσιο και τις λοιπές Ελληνικές Αρχές, στις οποίες ήταν γνωστή η διεύθυνσή του, νομίμως αυτός αναζητήθηκε, (χωρίς αποτέλεσμα), στη διεύθυνση της κατοικίας του που αναφέρεται στη μήνυση, ως τελευταία γνωστή κατοικία του, και δεν υποχρεούταν το Δικαστήριο να διαλάβει αιτιολογία σε σχέση με το εάν αυτός διέμενε ή όχι στην οδό ..... των Αθηνών, εκ περισσού δε εξετάστηκε σχετικά με το ζήτημα αυτό και μάρτυρας στο ακροατήριο. Επίσης δεν υποχρεούνταν το Δικαστήριο να διαλάβει αιτιολογία και για την εγκυρότητα του αποδεικτικού επιδόσεως ή τους λόγους ανωτέρας βίας, (που τυχόν εμπόδισαν στην εμπόθεσμη άσκηση της έφεσης), αφού ούτε το κύρος του αποδεικτικού προσβαλλόταν, (προσβαλλόταν αόριστα μόνο το κύρος της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής), ούτε λόγοι ανώτερης βίας επικαλούνταν ο εκκαλών με την έφεση. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, έκτος και έβδομος, με τους οποίους προβάλλεται το αντίθετο, η ελλιπής δηλαδή αιτιολογία της αποφάσεως και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Τέλος, ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεώς του υποστηρίζει ότι προσκόμισε εκκαθαριστικό και του οικονομικού έτους 2002, το οποίο εάν η προσβαλλόμενη απόφαση ελάμβανε υπόψη θα κατέληγε ότι ήταν γνωστής διαμονής και κατά το έτος
  2. Ανεξαρτήτως του ότι, με βάση τα προεκτεθέντα, αλυσιτελώς προβάλλεται ο ισχυρισμός αυτός, από την επισκόπηση των πρακτικών της πληττόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι το εκκαθαριστικό αυτό προσκομίστηκε. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Β, και Η του ΚΠΔ (πέμπτος) λόγος αναιρέσεως με τον οποίον προβάλλεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16-11-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 707/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Ναυπλίου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.