← Ελλάδα

ΑΠ 13/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Αναίρεση μερική, Πολιτική αγωγή

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 13 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Αναίρεση μερική, Πολιτική αγωγή. Περίληψη: Απάτη κακουργηματική (386 παρ. 1-3 του Π.Κ.). Δεν είναι αναγκαία η ιδιαίτερη μνεία της καταθέσεως του πολιτικώς ενάγοντα και η μη μνεία δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα. Υπάρχει ειδική αιτιολογία, όχι όμως για την επιβαρυντική περίσταση της κατ’ επάγγελμα τελέσεως της απάτης. Αναιρείται μόνο κατά τη διάταξη αυτή και ως προς την ποινή. Αριθμός 13/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1)Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ασημακόπουλο και 2) Χ2, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Μουσαμά, για αναίρεση της με αριθμό 312/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μαλαφαντή. Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 28 Νοεμβρίου 2005 δύο

(2)τον αριθμό αιτήσεις τους, καθώς και στο από 26 Μαρτίου 2007 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2122/
  1. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Αφού άκουσε τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, η οποία πρότεινε να γίνουν εν μέρει δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να απορριφθούν οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Αρείου Πάγου οι από 28-11-2005 δύο αιτήσεις αναιρέσεως που ασκήθηκαν από τους κατηγορούμενους, Χ2 και Χ1 και οι επ’ αυτών, με χρονολογία 26-3-2007, πρόσθετοι λόγοι, στρεφόμενες κατά της υπ’ αριθμό 312/2005 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, των οποίων οι λόγοι είναι ταυτόσημοι και πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της συνάφειάς τους, αφού στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προκλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περαιτέρω, κατά την παρ. 3 εδ. β’ του ίδιου άρθρου 386, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 ευρώ. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνην του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εξ’ άλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, που, δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, εξέδωσε αυτή, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ’ είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και τις απολογίες των κατηγορουμένων, αποδείχτηκαν τα εξής, σχετικώς με την πράξη της κακουργηματικής απάτης που αποδίδεται σ’αυτούς (κατηγορουμένους), οι οποίοι, καταδικάστηκαν με την εκκαλουμένη. Οι κατηγορούμενοι είναι σύζυγοι και ο δεύτερος εξ αυτών υπάλληλος στη ΔΟΥ Καλαμάτας. Η πρώτη από ετών ασχολείτο με παραγωγή ασφαλιστικών συμβάσεων, συνεργαζόμενη για το σκοπό αυτό με την ασφαλιστική εταιρία ΑLLΙΑΝΖ. Λόγω των γνωριμιών του συζύγου, συνεπεία της θέσης του ως υπαλλήλου της ΔΟΥ και της εμπειρίας που στο μεταξύ είχε αποκτήσει η σύζυγος στον ασφαλιστικό και συναφείς τομείς οικονομικής δραστηριότητας, αποφάσισαν να ανεξαρτητοποιηθεί η σύζυγος από τη συνεργασία της με την προαναφερόμενη εταιρία και να ιδρύσει επιχείρηση δική της με σκοπό τη διαμεσολάβηση της στην σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, τη διεκπεραίωση υποθέσεων τρίτων για τη λήψη τραπεζικών δανείων, διαφημιστικές και τουριστικές εργασίες και λοιπές συναφείς. Πράγματι η σύζυγος προέβη σε μίσθωση ακινήτου στην ........ επί της οδού ..........., όπου στέγασε τα γραφεία της, τα οποία επίπλωσε πολυτελώς .και διαφήμιζε τις επαγγελματικές της δραστηριότητες στα τοπικά τηλεοπτικά κανάλια, κατά τα εγκαίνια δε των γραφείων της αυτών, είχε προσκαλέσει και. είχαν παραστεί αρκετοί τοπικοί οικονομικοί παράγοντες. Στα γραφεία αυτά, εκτός της πρώτης κατηγορουμένης και του προσωπικού που απασχολούσε παρείχε συστηματικά και αποφασιστικά την εργασία του, παρέχοντας μάλιστα και συμβουλές και ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος, όταν δεν εργάζονταν στην υπηρεσία του στη ΔΟΥ Καλαμάτας και κυρίως κατά τις απογευματινές ώρες παρευρίσκονταν εκεί και διεκπεραίωνε υποθέσεις του γραφείου της συζύγου του, συμμετέχοντας ενεργά, όχι μόνο στη διεκπεραίωση γραφειοκρατικών υποθέσεων της επιχείρησης, αλλά και στη διοίκησή της. Από το τέλος όμως του έτους 1995, οι εργασίες της επιχείρησης αυτής της πρώτης κατηγορουμένης δεν ήσαν αποδοτικές και η επιχείρηση είχε πρόβλημα οικονομικό, αδυνατούσα να εκπληρώσει τις προς τρίτους και τους πελάτες της υποχρεώσεις της. Τότε αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, προκειμένου να εξεύρουν χρήματα για την αντιμετώπιση των οικονομικών προβλημάτων της επιχείρησης, αποφάσισαν από κοινού να απευθυνθούν σε διάφορους γνωστούς τους κυρίως, που εγνώριζαν ότι διέθεταν χρήματα, και εμφανιζόμενοι σ’ αυτούς ως, αξιόχρεοι και φερέγγυοι να ζητήσουν δάνεια. Ένας από τους γνωστούς τους αυτούς, που οι κατηγορούμενοι εγνώριζαν ότι διέθετε χρήματα για δανεισμό, ήταν και ο πολιτικώς ενάγων Ψ1, ο οποίος είχε γνωρισθεί με τον δεύτερο κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, και με τον οποίο οι κατηγορούμενοι είχαν φιλικές και κοινωνικές σχέσεις, επισκεπτόμενοι την οικία του. Γνωρίζοντες οι κατηγορούμενοι, εκ των σχέσεων τους αυτών, ότι αυτός είχε λάβει προσφάτως ποσό 9.000.000 δραχμών ως αποζημίωση λόγω εθελουσίας αποχωρήσεώς του από .την εργασία του από κοινού ενεργούντες και με σκοπό να περιποιήσουν στους εαυτούς τους παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας αυτού, προκειμένου να πείσουν αυτόν να τους δανείσει χρήματα, κατά μήνα Δεκέμβριο 1995 επισκέφθηκαν την οικία του και, αφού του απέκρυψαν την πραγματική οικονομική κατάσταση της επιχείρησης της πρώτης, ψευδώς εν γνώσει τους, του παρέστησαν ότι τα οικονομικά προβλήματα της επιχείρησης ήσαν πρόσκαιρα, ότι η πρώτη εξ αυτών είχε λαμβάνειν από την προγενέστερη συνεργασία της με την εταιρία ΑLLΙΑΝΖ 18.000.000 δρχ., ότι επίσης είχε λαμβάνειν από την εταιρία ΚΑΡΕΛΙΑ για διαφημιστικές υπηρεσίες ποσό 50.000.000 δραχμών καθώς και από κάποια ονόματι ....... ποσό 30.000.000 δραχμών πλέον ποσού 20.000.000 δρχ. για τόκους και ότι εν πάση περιπτώσει ο δεύτερος εξ αυτών είχε πατρική περιουσία στο χωριό ........, απ’ όπου κατάγονταν, αξίας 80.000.000 δραχμών. Η αλήθεια όμως, την οποία εγνώριζαν οι κατηγορούμενοι και απέκρυψαν προς επίτευξη του σκοπού τους, ήταν ότι ουδεμία απαίτηση είχε η πρώτη .κατηγορουμένη εις βάρος της εταιρίας ΑLLΙΑΝΖ, ούτε είχε οποιαδήποτε απαίτηση εις βάρος της εταιρίας ΚΑΡΕΛΙΑ για παροχή διαφημιστικών υπηρεσιών, ούτε επίσης είχε απαίτηση εις βάρος της ........, η δε μικρή αγροτική περιουσία του δευτέρου στο χωριό ...... δεν υπερέβαινε τα 5.000.000 δραχμές Έτσι, με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις και εκμεταλλευόμενοι τις φιλικές τους σχέσεις με αυτόν, έπεισαν αυτόν να τους καταβάλει διαδοχικώς στις 29.12:1995 ποσό 3.000.000 δρχ. και την πρώτη εβδομάδα του μηνός Ιανουαρίου 1996 ποσά 2.000.000 και 3.000.000 δρχ. .αντιστοίχως ήτοι συνολικώς ποσό 8.000.000 δρχ. παραδίδοντας σ’ αυτόν σημειώματα που ανέγραφαν τα καταβληθέντα κάθε φορά ποσά με την υπογραφή της πρώτης κατηγορουμένης. Στη συνέχεια, κατά μήνα Μάρτιο 1996, με βάση την ίδια παραπάνω παραπλανητική συμπεριφορά, έπεισαν αυτόν να λάβει, με τη μεσολάβηση της πρώτης κατηγορουμένης, τοκοχρεολυτικό δάνειο από την τράπεζα ποσού 10.000.000, καταβάλλοντας στους ιδίους (κατηγορουμένους) εξ αυτού ποσό 7.000.000 δραχμών, προς ενίσχυση δε της πεποίθησής του ότι θα του επέστρεφαν το δανεισθέν ποσό, του παρέδωσαν ισόποση επιταγή(15.000.000 δρχ.) με ημερομηνία εκδόσεως 26.6.1996 (μεταχρονολογημένη), εκδόσεως της πρώτης κατηγορουμένης. Με βάση την ίδια αυτή παραπλανητική συμπεριφορά τους, εζήτησαν και έλαβαν λόγω δανείου από τον παραπάνω πολιτικώς ενάγοντα, κατά μήνα Απρίλιο, ποσό 5.000.000 δρχ και, κατά μήνα Μάιο του ιδίου έτους ποσό 5.000.000 δρχ. Τα παραπάνω ποσά, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 25.000.000 δρχ. ουδέποτε επέστρεψαν οι κατηγορούμενοι στον δανειστή πολιτικώς ενάγοντα, προκαλώντας έτσι σ’ αυτόν περιουσιακή ζημία τουλάχιστον 25.000.000 δρχ., με αντίστοιχο ισόποσο περιουσιακό όφελος των ιδίων. Ο ισχυρισμός των .κατηγορουμένων ότι επρόκειτο για, τοκογλυφικό δάνειο με επιτόκιο 9% ετησίως, δεν αποδεικνύεται. Αν πράγματι επρόκειτο για τοκογλυφικό δάνειο, τα χορηγηθέντα σημειώματα με την υπογραφή της πρώτης κατηγορουμένης δεν θα ανέγραφαν, μόνο το πράγματι δανεισθέν ποσό αλλά εκείνο που θα ενσωμάτωνε και τους τοκογλυφικούς τόκους, στη δε δοθείσα επιταγή δεν θα αναγράφονταν μόνο το ποσό των 15.000.000 δραχμών που είχε μέχρι τότε καταβληθεί σ’ αυτούς αλλά πολύ μεγαλύτεροι λόγω των τοκογλυφικών τόκων. Από αυτά αποδεικνύεται ότι οι κατηγορούμενοι από κοινού ετέλεσαν την πράξη απάτης (μία πράξη και όχι κατ’ εξακολούθηση) από την οποία αυτοί ωφελήθηκαν το ποσό των 25.000.000 δραχμών, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του πολιτικώς ενάγοντος. Την πράξη αυτή τέλεσαν οι κατηγορούμενοι από κοινού και κατ’ επάγγελμα, έχοντες διαμορφώσει υποδομή για την επανειλημμένη τέλεση, με την ίδρυση της επιχείρησης της πρώτης εξ αυτών και εκμεταλλευόμενοι τη φιλική τους σχέση με τον πολιτικώς ενάγοντα. Η πράξη αυτή της απάτης είναι κακούργημα, τιμωρούμενο με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών σύμφωνα με το άρθρο 386 παρ.3 ΠΚ, όπως αυτό ίσχυε τόσο κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, όσο και μετά την τροποποίησή του με τους νόμους 2408/96 και 2721/
  2. Επομένως, σύμφωνα με όσα στις νομικές σκέψεις αναπτύχθηκαν, σχετικά με τον επιεικέστερο νόμο, εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση είναι οι διατάξεις του άρθρου 386 παρ.3, όπως αυτό ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης. Κατ’ ακολουθίαν πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι απάτης από κοινού κατ’επάγγελμα τελεσθείσας άπαξ με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ.2α ΠΚ) που τους αναγνωρίστηκε και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη". Με τις παραδοχές του αυτές, το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκαν οι κατηγορούμενοι ένοχοι, οι αποδείξεις, από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 και 3 του ΠΚ, που εφάρμοσε, την οποία δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα, το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, στήριξε την πιο πάνω καταδικαστική για τους αναιρεσείοντες κρίση, όχι μόνο στα αποδεικτικά μέσα που κατ’ είδος μνημονεύει στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αλλά συνεκτίμησε μεταξύ των αποδεικτικών αυτών μέσων και την ανώμοτη κατάθεση του ως μάρτυρος εξετασθέντος πολιτικώς ενάγοντος Ψ
  3. Η αιτίαση των αναιρεσειόντων, ότι στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος που δεν προκύπτει αν λήφθηκε υπόψη, είναι αβάσιμη γιατί αυτό δεν στερεί την απόφαση από την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού κατά τρόπο σαφή και με βεβαιότητα, προκύπτει από το αιτιολογικό της, ότι λήφθηκε αυτή υπόψη. Άλλωστε, η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος είναι μεν διάδικος κατά την ποινική διαδικασία, είναι όμως και βασικός μάρτυρας κατηγορίας, δεν αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου και συνιστά μαρτυρία, δεν είναι δε αναγκαίο, ως τέτοια, να μνημονεύεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, ειδικότερα όταν προκύπτει με βεβαιότητα, από το όλο περιεχόμενο αυτής(αιτιολογίας), ότι λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο και η κατάθεσή του. Πράγματι, από το σκεπτικό της αποφάσεως, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνεται με το διατακτικό, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη της την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1, ενόψει του ότι, εκτός αυτού, εξετάσθηκαν ως μάρτυρες κατηγορίας και οι ......, ......., ........ και ........., όπως και οι μάρτυρες υπερασπίσεως, ......... και ........, ώστε να μην καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία περί του γεγονότος τούτου, ότι δηλαδή, για το σχηματισμό της κρίσης του Δικαστηρίου, λήφθηκε υπόψη και η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος. Αβάσιμη είναι επίσης, η αιτίαση των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με την οποία, ενώ στο αιτιολογικό της απόφασης φέρεται ότι η από μέρους τους τέλεση της αξιόποινης πράξεως για την οποία και καταδικάστηκαν, τελέσθηκε με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων, στο διατακτικό της, διατυπώνεται ότι η πράξη αυτή τελέσθηκε με την από μέρους αυτών, σε γνώση τους απόκρυψη των αληθινών γεγονότων. Η ως άνω όμως παραδοχή της αποφάσεως, δεν δημιουργεί ασάφεια μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της, ενόψει του ότι η παραδοχή της τελέσεως της πράξεως από τους κατηγορουμένους με την σε γνώση τους απόκρυψη των αληθινών γεγονότων, είναι ενισχυτική του δόλου τους. Μετά από αυτά, ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως και ο αντίστοιχος πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Εξ’ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. H ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου κλπ) και το παραπάνω έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της απόφασης, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, σε σχέση με τη συνδρομή περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες- κατηγορούμενοι με την προσβαλλόμενη 312/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, κηρύχθηκαν ένοχοι κακουργηματικής απάτης από κοινού και κατ’ επάγγελμα (άρθρο 386 παρ.1-3 του ΠΚ). Το Δικαστήριο όμως που εξέδωσε την απόφαση αυτή, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του περί ενοχής για την παραπάνω αξιόποινη πράξη, έλαβε υπόψη του, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και πρόχειρα σημειώματα στα οποία καταχωρούνται χρηματικές καταβολές, τα οποία όμως, όπως διαπιστώνεται από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο. Όμως, από το αιτιολογικό της ίδιας απόφασης, προκύπτει ότι το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων σημειωμάτων, προέκυψε από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις εκείνων των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, που έλαβε υπόψη του και εκτίμησε το Δικαστήριο, με συνέπεια να αναφέρονται αυτά απλώς ιστορικά. Έτσι, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες και ο σχετικός περί τούτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων,( άρθρο 171 παρ.1 περ.δ’και 510 παρ.1 στοιχ.Α του Κ.Π.Δ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 13 στοιχ. στ’ του Π.Κ., κατ’ επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Εξάλλου η από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, απαιτείται και ως προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ’ επάγγελμα τελέσεως από το δράστη του εγκλήματος, που επιτείνει την τιμώρηση αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, που την εξέδωσε, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες της πράξεως της κακουργηματικής απάτης από κοινού, με την επιβαρυντική περίσταση της κατ’ επάγγελμα τελέσεώς της. Για να στηρίξει δε την κρίση του ειδικά όσον αφορά τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ’ επάγγελμα τελέσεως της παραπάνω πράξεως, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε τα ακόλουθα: "οι κατηγορούμενοι από κοινού ετέλεσαν την πράξη απάτης (μία πράξη και όχι κατ’ εξακολούθηση) από την οποία αυτοί ωφελήθηκαν το ποσό των 25.000.000 δραχμών, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του πολιτικώς ενάγοντος. Την πράξη αυτή τέλεσαν οι κατηγορούμενοι από κοινού και κατ’ επάγγελμα, έχοντες διαμορφώσει υποδομή για την επανειλημμένη τέλεση, με την ίδρυση της επιχείρησης της πρώτης εξ’ αυτών και εκμεταλλευόμενοι τη φιλική τους σχέση με τον πολιτικώς ενάγοντα.....". Με την παραδοχή αυτή, κατά το μέρος που αφορά τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως, της κατ’ επάγγελμα τελέσεως από τους αναιρεσείοντες της ως άνω πράξεως, το δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει στο σκεπτικό του τα πραγματικά και αναγκαία εκείνα περιστατικά που θεμελιώνουν την επιβαρυντική αυτή περίσταση της κατ’ επάγγελμα τελέσεως, με τη μορφή της υποδομής που φέρεται ότι είχαν διαμορφώσει οι δράστες της πράξεως, και κατ’ επέκταση ούτε ο σκοπός αυτών για πορισμό εισοδήματος, η δε σχετική με το ζήτημα αυτό αιτιολογία, εξαντλείται στην επανάληψη της φρασεολογίας της διατάξεως του άρθρου 13 στοιχ. στ’ εδ. β’ του ΠΚ. Ενόψει τούτων, το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, δεν εφάρμοσε ορθώς την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ’ εδ. β’ του Π.Κ., την οποία παραβίασε εκ πλαγίου, και συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Π.Δ. τρίτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτός και ως βάσιμος. Επομένως πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμου του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε του Κ.Π.Δ., τρίτου λόγου του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής, να αναιρεθεί εν μέρει ως προς τους ως άνω αναιρεσείοντες η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι ως προς τη διάταξή της, που αφορά τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ’ επάγγελμα τελέσεως της άνω πράξεως της απάτης από κοινού, καθώς και ως προς την επιβληθείσα για την πράξη αυτή ποινή και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθμ. 312/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, δηλαδή, μόνον ως προς τη διάταξή της, που αφορά τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ’ επάγγελμα τελέσεως από τους ανωτέρω αναιρεσείοντες της πράξεως της απάτης από κοινού, καθώς και ως προς τη διάταξη αυτής για την επιβληθείσα στους ίδιους αναιρεσείοντες, για την πράξη αυτή ποινή, με την πιο πάνω επιβαρυντική περίσταση. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, ως προς το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 28 Νοεμβρίου 2005 αίτηση της Χ2 και την από 28 Νοεμβρίου 2005 αίτηση του Χ1, καθώς και τους με χρονολογία 26 Μαρτίου 2007 πρόσθετους αυτών λόγους, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 312/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου
  4. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου
  5. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.