Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 130 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή. Περίληψη: Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο. 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν.3220/
- Βάσιμοι οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, για ασάφεια και αντίφαση και δη διότι το δικαστήριο, ενώ στο αιτιολογικό του δέχεται ότι ο κατηγορούμενος δε κατέβαλε τα προς το Δημόσιο βεβαιωμένα χρέη του, τα οποία ήταν καταβλητέα εφάπαξ, στο διατακτικό δέχεται ότι ο αναιρεσείων ηθελημένα παραβίασε την προθεσμία καταβολής των άνω χρεών του προς το Δημόσιο, τα οποία ήταν βεβαιωμένα και η παραβίαση αυτή "αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται σε δόσεις ή καθυστερήσεις για την καταβολή πέραν των δύο μηνών από τη λήξη καταβολής για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ". Η αντίφαση αυτή στο διατακτικό, καθιστά ασαφή τον ακριβή χρόνο που τα χρέη του κατηγορουμένου κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και έπρεπε να καταβληθούν, ήτοι ασαφή την προθεσμία καταβολής που παραβίασε ο κατηγορούμενος και εντεύθεν ασαφή το χρόνο τελέσεως του άνω εγκλήματος και περαιτέρω ανέφικτο τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 23 του Ν. 2523/
- Αριθμός 130/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Μήτση, περί αναιρέσεως της ΒΤ-1811/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 904/
- Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφληση του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν.2523/
- Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/
- Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεως του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ.1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α)τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο
(2)τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον, αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004 και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία, λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής των άνω διατάξεων, εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεως τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν· 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του άνω Ν. 2523/1997, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τηνπροσβαλλόμενη απόφαση, το δίκασαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, δέχθηκε στο αιτιολογικό του ότι από τα αναφερόμενα σε αυτό κατ'είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "ο κατηγορούμενος στον ..., στις 10-6-2001, καίτοι ήταν οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα με πρόθεση παραβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών που ήσαν βεβαιωμένα. Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του στο Ζ' Τελωνείο Ελευθέρων Τελωνειακών Συγκροτημάτων διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, τα οποία αναλυτικώς αναφέρονται στον πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει την από 9-5-2002 μήνυση του Προϊσταμένου του Ζ' Τελωνείου Ελευθέρων Τελωνειακών Συγκροτημάτων, καθώς και στο διατακτικό της παρούσας (που περιλαμβάνεται ο πίνακας, αυτός) ηθελημένα δεν κατέβαλε τα ως άνω χρέη τα οποία ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 36.259,61 ευρώ και αφορούν λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, τα οποία έχουν καταλογιστεί με την 8/96/2001 καταλογιστική πράξη του Δ/ντη του Ζ' Τελωνείου ... κατά τα οποία ήταν καταβλητέα εφάπαξ. Όσον αφορά τον αυτοτελή ισχυρισμό που πρότεινε ο κατηγορούμενος, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Με βάση την πιο πάνω καταλογιστική πράξη, καταλογίστηκε σε βάρος του κατηγορουμένου, το συνολικό ποσό των 36.259,61 ευρώ, το οποίο αφορά πολλαπλά τέλη, τέλη χαρτοσήμου πλέον ΟΓΑ επί ΤΧ, δασμούς κλπ φόρους. Δεν δύναται όμως να γίνει επιμερισμός των ως άνω ποσών, δεδομένου ότι η ανάλυσή τους γίνεται για λόγους διευκρινιστικούς και δεν πρόκειται για αυτοτελή ποσά, εις τρόπον ώστε να κριθεί και το αξιόποινο ή όχι των επί μέρους ποσών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/11-9-1997 (βλ. ΑΠ 1300/2008, ΑΠ 1477/2008, ΑΠ 428/2006 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, πρέπει, να απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός που πρότεινε ο κατηγορούμενος". Στη συνέχεια το δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στον ..., στις 10-6-2001, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 1882/90, με πρόθεση παραβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών που ήταν βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες και η παραβίαση αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονταν με δόσεις ή σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο
(2)μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται εφάπαξ, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει: 1) προκειμένου για δάνεια ή παρακρατούμενους ή επιρριπτόμένους φόρους: α) τα 2.900 ευρώ, β) τα 5.900 ευρώ, γ) τα 8.800 ευρώ ή 2) προκειμένου για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά: α) τα 5.900 ευρώ, β) τα 8.800 ευρώ και γ) τα 13.500 ευρώ, όπως αναπροσαρμόσθηκε βάσει του Ν. 2943/2001: α) το 1.000.000 δρχ. σε 2.900 ευρώ, β) τα 2.000.000 δρχ. σε 5.900 ευρώ, γ) τα 3.000.000 δρχ. σε 8.800 ευρώ, δ) τα 4.500.000 δρχ. σε 13.500 ευρώ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του στο Ζ' Τελωνείο Ελευθέρων Τελωνειακών Συγκροτημάτων διάφορα χρέη υπέρ του δημοσίου, αναλυτικώς αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών που συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος την από 9-5-2002 μήνυση του προϊσταμένου του Ζ' Τελωνείου Ελευθέρων Τελωνειακών Συγκροτημάτων ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό 36.259,61 ευρώ που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, δηλαδή δεν κατέβαλε τρεις
(3)συνεχείς δόσεις για τα παρακάτω χρέη που καταβάλλονται σε δόσεις ή καθυστερήσεις την καταβολή πέραν των 2 μηνών από τη λήξη καταβολής για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ". Όμως, η κατά τα άνω, από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτουσα αιτιολογία, είναι ασαφής και αντιφατική. Ειδικότερα, το Δικαστήριο, ενώ στο αιτιολογικό του δέχεται ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε τα προς το Δημόσιο βεβαιωμένα στο Ζ' Τελωνείο Ελευθέρων Τελωνιακών Συγκροτημάτων χρέη του, συνολικού ποσού 36.259,61 ευρώ, τα οποία ήταν καταβλητέα εφάπαξ, στο διατακτικό δέχεται ότι ο αναιρεσείων ηθελημένα παραβίασε την προθεσμία καταβολής των άνω χρεών του προς το Δημόσιο, τα οποία ήταν βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του άνω Ζ' Τελωνείου και η παραβίαση αυτή "αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται σε δόσεις ή καθυστερήσεις για την καταβολή πέραν των δύο μηνών από τη λήξη καταβολής για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ". Η αντίφαση αυτή στο διατακτικό, καθιστά ασαφή τον ακριβή χρόνο που τα χρέη του κατηγορουμένου κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και έπρεπε να καταβληθούν, ήτοι ασαφή την προθεσμία καταβολής που παραβίασε ο κατηγορούμενος και εντεύθεν ασαφή το χρόνο τελέσεως του άνω εγκλήματος. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ, λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του Π.Κ., το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται, για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ωσότου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όμως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδάφ. β', 370 στοιχ. β' και 511 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξεως εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας την συμπλήρωση της παραγραφής μετά τη δημοσίευση της αναιρούμενης αποφάσεως, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή, ως ασκηθείσα νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ'αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 474 § 2 και 509 ΚΠοινΔ είναι τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναιρέσεως ο οποίος κρίθηκε βάσιμος (Ολ. ΑΠ 7/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, σε βαθμό πλημμελήματος, αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, φέρεται ότι τελέστηκε στις 10-6-2001 και άρα, αναιρούμενης της αποφάσεως και παρελθόντος μέχρι σήμερα χρόνου υπερβαίνοντος την οκταετία από της ως άνω τελέσεώς της, υπέκυψε σε παραγραφή. Επομένως, πρέπει να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη, λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη ΒΤ-1811/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και. Παύει οριστικά την κατά του κατηγορουμένου Χ ασκηθείσα ποινική δίωξη, για το ότι στον ..., στις 10-6-2001, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ το Ν. 1882/1990, με πρόθεση παραβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών που ήταν βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες και συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του στο Ζ' Τελωνείο Ελευθέρων Τελωνιακών Συγκροτημάτων διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, αναλυτικώς αναφερόμενα στο συνημμένο πίνακα χρεών που συνοδεύει την από 9-5-2002 μήνυση του προϊσταμένου του άνω Ζ' Τελωνείου, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό 36.259,61 ευρώ, που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, δηλαδή δεν κατέβαλε τρεις συνεχείς δόσεις για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται σε δόσεις ή καθυστερήσεις την καταβολή πέραν των δύο μηνών από τη λήξη καταβολής για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ